Βασκανία

Του Χριστόφορου Μ. Μηλιώνη

(Παρατηρήσεις που έγιναν στο Περιστέρι (Μέγκουλη) Πωγωνίου)

Δύσκολο είναι να κάνει κάνεις ερευνά όλων των εκδηλώσεων μιας κοινωνίας πού «φέρνουν τον χαρακτήρα του ομαδικού, του αυθορμήτου και του κατά παράδοσιν», των εκδηλώσεων δηλαδή που εξετάζει η Λαογραφία. Και στο μικρότερο χωριό κι αν ζει, δεν μπορεί εύκολα και σε μικρό χρονικό διάστημα να τις παρατηρήσει, να τις μαζέψει και να τις εκθέσει. Στην ερευνά του χρειάζεται επίσης κι έναν οδηγό, που θα του δείχνει τον δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσει. Τέτοιος πολύτιμος οδηγός είναι το ερωτηματολόγιο που συνέταξε ο κ. Γ. Μέγας σε τρία τεύχη και με τίτλο: «Ζητήματα Ελληνικής Λαογραφίας» (Αθήνα 1950). Αυτόν ακολούθησα.

Μια άλλη δυσκολία που συναντά ο μελετητής είναι η εχεμύθεια των χωρικών. Είναι δύσκολο να σου εκμυστηρευτούν «ξόρκια» κι άλλες μαγικές λέξεις που χρησιμοποιούν. Ιδιαίτερα τη δυσκολία αυτή τη βρίσκει οποίος μελετάει ένα θέμα σαν το δικό μας, όπου στην αποτροπή του κακού σημαντικό ρόλο παίζουν μαγικές λέξεις και προσευχές, που ο χωρικός τις έμαθε από κάποιον πολύ γέρο, τις λέει με τον νου του και δεν τις φανερώνει σε άλλον, γιατί «δεν του στρέει υστέρα». Όταν αυτός νιώσει πως λίγη είναι ακόμα η ζωή του, φανερώνει το μυστικό σ’ ένα αγαπητό του πρόσωπο. Κι έτσι μυστικά παραδίνεται από γέροντα σε νεώτερον.

Στο χωριό πολύ συχνά ακούει κανείς τις φράσεις: «το παιδί πήρε από μάτι, το μάτιαξαν, τοφαγαν με το μάτι» το χούγιαξαν» ή «κακό μάτι να μην το ιδή! φτου να μην αβασκαθή!».

Βάσκανοι άνθρωποι θεωρούνται οι «Σαββατογεννημένοι» και οι «ματαβυζασμένοι», εκείνοι δηλαδή που, όταν ήταν μικροί, βύζαξαν για δεύτερη φορά. Αλλά και κάθε άνθρωπος, όταν θαυμάσει πολύ κάτι και το ζηλέψει, μπορεί να το φάει με το μάτι. Οι άνθρωποι αυτοί είναι άσχετοι μ’ εκείνους που έχουν κακό συναπάντημα, ή όπως λένε: «δεν έχουν καλό αστρικό». Αν δηλαδή τους συνάντησης πηγαίνοντας στη δουλειά ή έρθουν πρωί στο σπίτι σου, η μέρα σου δε θα πάει καλά. Υπάρχουν ακόμα άνθρωποι, κατά την λαϊκή αντίληψη, που ματιάζουν μόνον από το ένα μάτι. Πολλές φορές μάλιστα ξέρουν την ιδιότητά τους αυτή: «Περνούσε, λέει, μια φορά ένας καβαλάρης, κι ένας που ήξερε ότι έχει μάτι είπε: Θέλετε να γκρεμίσω εγώ αυτόν τον καβαλάρη; Έκλεισε το καλό το μάτι και κοίταξε με τ’ άλλο τον καβαλάρη· κι’ ο καβαλάρης έπεσε μαζί με τ’  άλογο του».

Κάθε ένας μπορεί να βασκαθεί, προ πάντων όμως τα μωρά κι οι λεχόνες. Τα ζώα, αλλά και τα πράγματα: δέντρα, καινούργια σπίτια, ραπτομηχανές και γενικά κάθε τι το όμορφο και το πολύτιμο. Από τα ζώα περισσότερο τα «μουσκάρια», τα «πουλάρια» και γενικά τα μικρά. Η «ντρουμπολίτσα» όταν ματιαχτεί δε βγάνει βούτυρο.

Τη βασκανία ο άνθρωπος του λαού τη φοβάται πολύ και με μαγικά μέσα προσπαθεί να την προλάβει ή να τη θεραπεύσει. Μπορεί να την προλάβει με φράσεις αποτρεπτικές, όπως: «φτου, φτου να μην αβασκαθεί! κακά μάτια να μην το ιδούν! φτου να μη σου πάρει από μάτι». Αν κανείς μιλήσει με θαυμασμό για κάτι, του λένε: «σκόρδα στα μάτια σου!» ή «σκόρδα στα μάτια σου και ρίγανη στ’ αυτιά σου!» ή «σκόρδα στα μάτια σου και ρίγανη στ’ αυτιά σου, κι ώσπου να πας στο σπίτι σου να σχάσης στη γωνιά σου!». Άλλα μέσα αποτρεπτικά της βασκανίας είναι τα: Προβασκάνια. Για τούς ανθρώπους και τα ζώα χρησιμοποιούν τα «φυλαχτά» ή «τζελβένια». Τον τρόπο κατασκευής τους μου τον είπε μια γριά: «Παίρνεις, λέει, ένα σκόρδο (μονοσκέλιδο, θυμίαμα εξαίρετο (δηλ. από το θυμιατήρι του Παπά, όταν λέει το «εξαιρέτως. . .»), ένα κάρβουνο, ένα σπυρί λουλάκι, έναν μικρό σταυρό από ξύλο μελοκουκιάς, μια τρίχα από γυναίκα, ένα χέρι από κουφό (ασπάλακα) και τιμιόξυλο, αν έχεις. Αυτά τα ράβεις σε μια μικρή σακούλα από πανί βουτηγμένη σε κερί λιωμένο». Επίσης αποτρεπτικό θεωρείται το «φιδοκέρατο» και το «φιδορούτι» (πουκάμισο φιδιού). Τα μικρά παιδιά, για να μην πάρουν από μάτι, τα γανώνουν στο μέτωπο. Στα μικρά πουλάρια κρεμούν από το λαιμό τους ένα «χουλιάρι». Επίσης ράβουν στο καπίστρι του γαϊδαριού, στο μέτωπο, μια κόκκινη φούντα μ’ ένα τζελβέvι ή μ’ ένα δόντι από αγριογούρουνο και δυό – τρία χρωματιστά κομπουλόγια. Η ίδια γριά που ανάφερα, μου είπε: «Τα βόγια το πρωί, όταν κι νάνε για το χωράφι, τα ραντίζουν με κάτουρο. Κι’ όταν τα ζέβουν κι’ αρχινούνε, τους ρίχνουν ψίχα χώμα τσό μπροστά, στα κολομέρια».

Για άψυχα όντα: Πάνω από τις πόρτες των καινούργιων σπιτιών καρφώνουν πέταλα. Στους κήπους και στα χωράφια κρεμούν από ένα παλούκι μια σκορδαρμάθα ή μιαν αρμάθα από «σιλίμπια» (σαλιγκάρια) ή ένα κεφάλι από άλογο, βόϊδι ή γάιδαρο.

Αυτά για την πρόληψη της βασκανίας. Αν όμως δεν προληφθεί πρέπει βέβαια να θεραπευτεί. Και πρώτα πρέπει να γίνει η διάγνωση. Ένα ιδιαίτερο μέσον στο Περιστέρι είναι: ο Σταυρός. Σ’ ένα σπίτι, του Κολιού, έχουν απ’ τα παλιά τα χρόνια ένα σταυρό από τιμιόξυλο, καθώς λένε. Επάνω έχει σκαλισμένους έναν άντρα και μια γυναίκα. Όταν κανείς είναι άρρωστος πηγαίνει στη γυναίκα του σπιτιού· αυτή παίρνει το σταυρό λέγοντας μια προσευχή και τον ρίχνει όρθιο σε ένα ποτήρι με νερό. Τότε αρχίζουν να βγαίνουν από το ξύλο φυσαλίδες, κι αν βγαίνουν από τον άνδρα του σταυρού, τότε ο άρρωστος είναι ματιαγμένος από άντρα, αν από γυναίκα, γυναίκα τον εμάτιαξε. Με το νερό του ποτηριού βρέχει ο άρρωστος το μέτωπό του και θεραπεύεται.

Αν αδιαθετήσει το μωρό, ρίχνουν σ’ ένα ποτήρι με νερό ένα κάρβουνο αναμμένο, αναφέροντας το όνομα εκείνου που είδε το παιδί αυτήν την ημέρα· έπειτα άλλο, κι άλλο. Όταν ένα κάρβουνο βυθιστεί, ο βάσκανος ήταν εκείνος, του οποίου τ’ όνομα αναφέρθηκε στο κάρβουνο αυτό. Με το νερό του ποτηριού ραντίζουν έπειτα το μωρό. Άλλος τρόπος: «στάζεις δυο τρεις σταλαματιές απ’ το λάδι του καντηλιού σ’ ένα φλιτζάνι με νερό, κι’ άμα ίδης που κοπούνε, έχει μάτι, άμα δεν κοπούνε, δεν έχει». Επίσης «όταν αναχασμιέται εκείνος που σε σταυρώνει, είσαι ματιασμένος». Κι’ αφού έτσι αποδειχτεί, ότι ο άρρωστος είναι ματιαγμένος, ακολουθεί, η θεραπεία. Αυτή γίνεται  μη το σταύρωμα:

Σταυρώνουν τον άρρωστο μη το καντήλι (αναμμένο) τρεις φορές κι’ έπειτα του δίνουν και νίβεται με το νερό και το λάδι του φλιτζανιού που αναφέραμε. Ένας άλλος τρόπος είναι το σταύρωμα με αλάτι: Παίρνουν λίγο αλάτι και κάνουν το σταυρό τους κρατώντας το στα δάχτυλα· έπειτα σταυρώνουν τον άρρωστο κι ακολούθως ρίχνουν το αλάτι στη φωτιά. Ξαναπαίρνουν άλλο αλάτι, κάνουν το ίδιο και το ρίχνουν, πίσω τους. Το ίδιο γίνεται για τρίτη φορά και ρίχνουν το αλάτι στο νερό, δίνοντας λίγο στον άρρωστο να το φάει. Κατά τη διάρκεια του σταυρώματος λένε με το νου τους μια προσευχή που την κρατούν μυστική.

Οι μάνες, πριν φασκιώσουν τα παιδιά, τα περνούν τρεις φορές πάνω από τη φωτιά λέγοντας: «Πάρε τζίτζια (παιδική λέξη = φωτιά) το «κακό». Κι’ όταν επισκέπτεται κανείς σπίτι, όπου έχουν μωρό, αφήνει φεύγοντας κι ένα σημάδι του. Αν τυχόν ματιάξει το παιδί κι αδιαθετήσει.

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 9, Ιανουάριος 1953

Advertisements