Το Σουλιωτόπουλο

Του Κώστα Κρυστάλλη


Κατέβαινε αγάλια αγάλια κατακόκκινος ο ήλιος στο πέλαγο, πίσω από τα παλιά κάστρα και τα πυκνά κυπαρίσσια της Πάργας. Είχεν απ’ ώρα αποχαιρετήσει τον πλατύ κάμπο του Φαναριού κι έδινε τώρα τα στερνά του γλυκοφιλήματα στις ψηλές κι ένδοξες κορυφές του Σουλίου. Ξηρές κι ολόγυμνες οι κορυφές τούτες, δίχως κλαρί, δίχως φυτιά, σαν καψαλισμένες από την πολλή μπαρούτη που κάηκε απάνω τους, εροδοβάφοντο, σα να κοκκίνιζαν παρθενικά στα φιλήματα του ερωτεμένου ηλιού, σα να ‘νοιωθαν κάποια ζωή νιότικη μέσα τους, σα να ‘θελαν να δείξουν ότι ποτέ δε γεράζουν τα βουνά τούτα, ότι χτυπάει μέσα τους πάντα λεβέντικη καρδιά κι ανυπόταχτη, και βράζει μέγας θυμός κι απάτητος.

Συνέχεια