Των ψυχών και των αθώων

Της Τασίας Βενέτη

Ήμουν στη βρύση κι έπλενα— έλεγε η μεγάλη η γιαγιά. Κι εκεί, στο πουρνάρι, φανερώθηκε — μέρα μεσημέρι! Όμορφη, να της πάρεις το κεφάλι! Φόραγε ένα φουστάνι άσπρο, μακρύ, και στέκονταν! Δεν πάταε στη γη, στέκονταν! Κι οντάς χαμογέλασε, βγήκε απ’ το στόμα της ένα φως λαμπρό που θαμπώθηκε ο τόπος όλος!

Συνέχεια

Advertisement