Χριστούγεννα της Στρουγγοκάλυβας

Του Κώστα Κρυστάλλη

– Ολόβολη μια κερασιά, ξερίζωσε ο Θανάσης.
– Τα περιβόλια, ορέ παιδί μ’ επήγες να χαλάσεις;
– Πλάνεψα ως την Τριανταφυλλιά, γύριζα όλη τη χώρα
από το γιόμα ως τώρα.

Συνέχεια

Το Φυλακτό μου

Του Κώστα Κρυστάλλη

– Έλα, του λέω του βλαχόπουλου, να πάρουμε από μιαν αγκαλιά. Παραπάνου, σαν βρούμε και τίποτε φρύγανα, ανάβουμε λίγη φωτιά και ζεσταινόμαστε. Φορτωμένοι με τα ξύλα, ακολουθάμε τον ανήφορο πάλι. Παραπάνου σε μια πλαγιά βρίσκομε μπροστά μας μια καλαμένια χαλασμένη καλύβα.

Συνέχεια

Τα Μάρμαρα

Του Κώστα Κρυστάλλη

– Ακούστε, χωριανοί! Ταχιά, που θα σημάνουν οι καμπάνες, να σηκωθείτε όλ’ σας, για να πάμε για μάρμαρα! Όποιος δε σκωθή και δεν πάει, να ‘χη τ’ Αϊ-Νικόλα την κατάρα!
Τέτοια διαλάλησε προσταγή το σαββατόβραδο στο μεσοχώρι και στ’ ανηφορικά σταυροδρόμια ο πρωτόγερος, ανεβαίνοντας σε ξάγναντους και σε πεζούλια απάνου, ακουμπώντας κατά πίσω το χοντροκαμωμένο κορμί του στο δεκανίκι του το κρανένιο και προβάλλοντας κατά μπρος τ’ ανοιχτά στήθια του, ως να ‘θελε να βγάλει μες από τα σωθικά όλη του τη βροντερή φωνή και να την χύσει σ’ όλο το χωριό γύρα.

Συνέχεια

Το Σουλιωτόπουλο

Του Κώστα Κρυστάλλη


Κατέβαινε αγάλια αγάλια κατακόκκινος ο ήλιος στο πέλαγο, πίσω από τα παλιά κάστρα και τα πυκνά κυπαρίσσια της Πάργας. Είχεν απ’ ώρα αποχαιρετήσει τον πλατύ κάμπο του Φαναριού κι έδινε τώρα τα στερνά του γλυκοφιλήματα στις ψηλές κι ένδοξες κορυφές του Σουλίου. Ξηρές κι ολόγυμνες οι κορυφές τούτες, δίχως κλαρί, δίχως φυτιά, σαν καψαλισμένες από την πολλή μπαρούτη που κάηκε απάνω τους, εροδοβάφοντο, σα να κοκκίνιζαν παρθενικά στα φιλήματα του ερωτεμένου ηλιού, σα να ‘νοιωθαν κάποια ζωή νιότικη μέσα τους, σα να ‘θελαν να δείξουν ότι ποτέ δε γεράζουν τα βουνά τούτα, ότι χτυπάει μέσα τους πάντα λεβέντικη καρδιά κι ανυπόταχτη, και βράζει μέγας θυμός κι απάτητος.

Συνέχεια

Εις την στάνην του μπάρμπα μου

Του Κώστα Κρυστάλλη

–  Μπάρμπα Λάμπη, να με πάρεις κι εμένα στα πρόβατα όποτε πας.
–  Τι γυρεύς, μωρέ παιδί μ’ εσύ στα πρόβατα, δεν τρας εδώ στο χωριό τα γράμματα σ’ και τα παιγνίδια σ’ μόν’ θελς πρόβατα. Στα πρόβατα είν’ φόβος, είν’ κλέφτες.
Όσες φορές τον φορτωνόμουν για τα πρόβατα, αυτά και άλλα τέτοια μου ‘λεγε και ξανά μου ‘λεγε ο μπάρμπας μου ο Λάμπης Ψαλλίδας, γιος του Γάκη, μεγάλου τσέλιγγα Συρρακιώτου ξαϊκουστού μέσ’ τες κορφές του Πίνδου ως τα χειμαδιά της Λάμαρης και της Πρέβεζας.

Συνέχεια