Διότι

Της Χρυσάνθης Ζιτσαίας

Κάθε Κυριακή απόγιομα, έπαιρνα τα σύνεργα – καλαμάρι, πέννα, λίγα φύλλα χαρτί – και ξεκινούσα, πότε λέγοντας για που και πότε όχι. Η δουλειά ήταν μυστική και ιερή συνάμα. Αυτό δε μου το είχε πει κανένας, όμως το ένοιωθα βαθειά, κι’ όλα εκεί που πήγαινα μου τ’ φώναζαν: Η λαχτάρα της Βάσως ως που να με ιδεί, τα χρώματα που άλλαζε, όση ώρα βρισκόμαστε κλεισμένες οι δυό μας στο μικρό καμαράκι, τα δάκρυα, τα χαμόγελα, πότε ποιημένα, πότε γλυκά, ανάλογα με τις ψυχικές καταστάσεις που εναλλασσόταν και δονούσαν το πλούσιο νεανικό της στήθος.

Συνέχεια

Η Καθαροδευτέρα

Του Χρήστου Χρηστοβασίλη

Ήμουν τότε πολύ μικρός· όχι πλειότερο από οχτώ χρόνων. Όταν ξύπνησα είχα μέσα μου το συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η Καθαροδεύτερα. Μια μεγάλη λύπη είχε δεμένη την παιδική μου καρδιά και δεν τολμούσα να τιναχθώ πέρα από τα στρώματά μου, με την ψεύτικη ελπίδα, ότι ήταν ψέματα, ότι δε είχε ξημερώσει η ανήλεη Καθαροδευτέρα. Αλλά λίγο – λίγο έλαβα το θάρρος να παραδεχθώ, ότι δεν ήταν ψέματά, κι ότι αληθινά εκείνο το φως κι εκείνες οι αργυρόχρυσες αχτίδες, που έμπαιναν από τες χαραμάδες των παραθυριών κι από τούς φεγγίτες της στέγης ήταν της φοβερής Καθαροδευτέρας.

Συνέχεια