Χρωματιστά ταξίδια

Στη Λάιστα της πραγματικότητας και των ονείρων μου

Οι χώροι σε καθηλώνουν με την ομορφιά και την ιστορία τους και καθώς ο χρόνος ήρθε και πρόσθεσε την δική του πατίνα, όλα έγιναν φανταστικά. Ακόμη και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε συνεπαίρνει και οι χαρές τους και οι λύπες τους, μαζί με τα πανηγύρια και τις άλλες εκδηλώσεις τους ντύθηκαν με το πράσινο-γκρι- κίτρινο χρώμα της πατίνας του καιρού.

Πάνω σε μια μικρή έκταση με σκεπασμένες πλαγιές από τεράστια δένδρα, στη κορυφή του Κλέφτη, βρίσκεται κτισμένη η Λάϊστα. Στην αρχή έρχεσαι σ’ επαφή μ’ ένα σύννεφο αδιανόητων χρωμάτων, τόσο σοφά εναρμονισμένα, ώστε κανένα να μη σκεπάζει το άλλο. Σίγουρα υπερτερεί το πράσινο με όλες τις αποχρώσεις του, αλλά αφήνει χώρο και στο κίτρινο της Λεύκας και στο κόκκινο της Οξυάς και σε όλα τα άλλα χρώματα των μικρών λουλουδιών στις αυλές και στα χωράφια. Κατακλύζεσαι από την ομορφιά. Σπίτια παλιά, όμορφα αρχοντικά από πέτρα και ξύλο. Νερά που κυλούν ελεύθερα στους δρόμους καθώς ξεφεύγουν με θόρυβο από τα πέτρινα αυλάκια. Μια, δυο, δέκα εκκλησίες με τα ίδια υλικά φτιαγμένα, με πέτρα και ξύλο. Ταπεινές, με ολόκληρες εποχές φορτωμένες στους ώμους των. Στο εσωτερικό φωλιασμένη η ευλάβεια, η ηρεμία, η ησυχία και καθώς το φις περνά από τα στενά παράθυρα, σε καθηλώνει για να γονατίσεις και να προσευχηθείς.

Παντού εικόνες με πλούσια χρώματα. Το δυνατό κόκκινο παρών, το πονηρό κίτρινο, μαζί με το επιθετικό μπλε. Το βασιλικό χρυσό και η πορφύρα ντύνουν τις εικόνες στο τέμπλο και τους τοίχους. Πλημμυρίζει η τέχνη των μεγάλων Ζαγορισιων Ζωγράφων. Το τέμπλο έργο τέχνης από μόνο του, σαν κεντημένο από χέρι τεχνητή του ξύλου, φέρει και την τέχνη της Βυζαντινής Ζωγραφικής.

Η θρησκεία φωλιασμένη εδώ. Είναι η ζωτική δύναμη των χιλιάδων κατοίκων που έζησαν και των λίγων που απέμειναν στη θεία αυτή γωνιά του τόπου μας.

Αυτές τις ημέρες, έχω την αίσθηση ότι μου λείπουν οι επιφάνειες για Ζωγραφική. Δεν έχω καμβάδες, ούτε παλιά ξύλα και άρχισα να ζητιανεύω από φίλους και γνωστούς να μου προμηθεύσουν με ότι έχουν. Καπάκια ξύλινων βαρελιών-παλιά εικονοστάσια κυψέλες μελισσών και μάζεψα τόσα πολλά που δεν ξέρω που να τα βάλω. Αχ αυτή η Ζωγραφική! Η Τέχνη της συνεχούς μοναξιάς και σχεδόν της απόλυτης σιωπής.

Πριν λίγο καιρό θέλησα να πάω μια βόλτα και πάλι στο χωριό μου τη Λάϊστα. Φόρτωσα στο αυτοκίνητο λίγα τρόφιμα και μαζί λίγα βιβλία και χρώματα, πινέλα, τελάρα και προσχέδια. Όταν με είδε η αδελφή μου ήρθε κοντά μου και χαϊδεύοντας με μου λέει «Τι τα θέλεις όλα αυτά; Βόλτα πας για λίγες ημέρες. Θα βρεις τους συγχωριανούς, τους φίλους μην απομονώνεσαι για λίγο καιρό».

Κι εσύ, να θέλεις να εμπνευσθείς, να σκιτσάρεις και να βάλεις όλες τις πολυάριθμες χρωματικές στρώσεις που έχεις στον νου σου σε κάποιον πίνακα. Όλα αυτά τα χρώματα που άλλοτε σε πλησιάζουν σαν τεράστια κύματα και άλλοτε ψάχνεις να τα βρεις, σαν να μη τα έχεις γνωρίσει ποτέ.

Το βράδυ, τα μάτια μου έγιναν ένας τεράστιος κρυστάλλινος διαθλαστικός φακός, που καθώς περνούσε από μέσα του ένα δυνατό λευκό φως, αυτό το διαθλούσε σε χιλιάδες χρωματιστές πυγολαμπίδες που χόρευαν. Όλα είχαν την δική τους κίνηση. Αυτήν που πίστευα ότι έλλειπε από τον πίνακα που ζωγράφιζα. Την έβλεπα και ήθελα να την παγιδέψω σ’ έναν κεραυνό, στο στροβίλισμα των σύννεφων και στην καταιγίδα. Στην φαινομενικά ήρεμη επιφάνεια ενός χωραφιού. Και τώρα πάλι ζω τον περιορισμό των ορίων μου να επεκταθώ στην Ζωγραφική. Ένα περιορισμό που τον βάζει το σχεδιαστικό περίγραμμα και που εσύ πρέπει να τον ξεπεράσεις, ή με πολύ γνώση ή με παιδιάστικη αφαιρετική διάθεση.

Έχασα και πάλι τις άπειρες προσδοκίες μου να σηκωθώ και να αρχίσω να ζωγραφίζω ατελείωτα. Και γέμισα με άπειρα κομμάτια μεταμορφωμένων προσδοκιών και αποτυχημένων προσπαθειών και να στο μυαλό ήρθε η μνήμη. Προσπάθησε είπα και βούτηξε σ’ αυτήν, κυνήγησέ την σαν ένα άλογο που καλπάζει και κουβαλά μαζί του όλη την Γη, τον ουρανό, τα βουνά και τις θάλασσες. Αυτήν που έχει για συντροφιά, τους ανέμους και την βροχή, τους θρύλους και τα γεγονότα, τους έρωτες, τους πόνους, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες. Αυτήν που πρέπει να χρησιμοποιήσεις γιατί η πραγματικότητά σου έγινε ζοφερή και χρειάζεσαι και πάλι τα χρόνια της παιδικής αθωότητας.

Ζω στο χωριό και τα περισσότερα μου φαίνονται πρωτόγνωρα. Ακροβατώ και πάλι ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Εξουθενωμένος στο σώμα, από την έλλειψη ύπνου βγήκα μια βόλτα στους ήσυχους δρόμους του χωριού. Στο απέναντι σπίτι και στο πλατό του κεφαλόσκαλου κάθεται μια ηλικιωμένη γειτόνισσα μου. Ηπειρώτισσα, βλάχα γιαγιά! Κρατά στην Αγκαλιά της τον μικρό εγγονό της και του μιλά γλυκά στο αυτί του «Ούνου νίκου φιτσόρου» ένα μικρό παιδί και δώστου φιλιά και χάδια στο σωματάκι του. Είναι χαρούμενη, ευτυχισμένη έχει μεταμορφωθεί κι’ αυτή σ’ ένα μικρό κορίτσι που κρατά και πάλι την κούκλα της αγκαλιά. Όλα έχουν ντυθεί με ζωντανά χρώματα. Βλέπει την Ζωή της γεμάτη, φωτεινή και ειδικά αυτό το καλοκαίρι που της έφερε τον εγγονό της με όλα τα χρώματα μαζί. Απέναντι οι κορυφές της Τύμφης κι’ επάνω ψηλά στον ουρανό ένα κατακόκκινο φεγγάρι καθώς κλέβει το φως από τον Ήλιο που έδυσε.

Ένα φεγγάρι του Λόρκα μονολόγησε. Έχει βγει επάνω από τις θεόρατες κορυφές των δένδρων και καθώς έσπαζε σε άπειρα κομμάτια από το βάρος των δυνατών χρωμάτων, έμπαινε στα σπίτια του χωριού από τα μισάνοιχτα παράθυρα και τις κεντητές κουρτίνες. Κάθονταν επάνω στα κρεβάτια στα έπιπλα και στα σώματα των νέων και τους σκανδάλιζε. Είχαν μεταμορφωθεί σε χείμαρρους έρωτες θεούς με χιλιάδες πρόσωπα που έριχναν παντού τα βέλη τους. Ο ένας είχε την μορφή ενός συμμαθητή τοξοβόλου, ο άλλος ενός μικρού φτερωτού θεού και ο τρίτος ενός μικρού πονηρού ερωτιάρη. Η γιαγιά βλέπει τον μικρό με τα κατακόκκινα μαλλιά στο κεφαλάκι του, καθώς όλα έχουν φωτισθεί μ’ αυτό το θείο φως του φεγγαριού. Το σπίτι, οι πόρτες, η πέτρινη σκεπή, η αυλή και τα δένδρα που βρίσκονται σ’ αυτήν.

Τον σηκώνει με τα δύο της χέρια και πάλι ψηλά κι’ εκεί του αφήνει ένα φιλί στο στεφανωμένο κεφαλάκι του. Σκύβει αμέσως στο αυτί του και του σιγοτραγουδά, ήρεμα απαλά.

Κούντου Λούνα βίνι (τραγούδι)

Ό.τι και να γίνει

Ό,τι και να λάχει

Κούντου λούνα βίνι

Τραγουδάν οι Βλάχοι

Θρύψαλα η Σελήνη

Στη μεγάλη ράχη

Κούντου λούνα βίνι

Κι ’ ότι θέλει ας γίνει

Όλοι στην Αγάπη

σύντροφοι στην μάχη

Κούντου λούνα βίνι

Τραγουδάν οι Βλάχοι

Και άντε τώρα να γυρίσω ήρεμος στο σπίτι μου. Να ψάξω να βρω όλα αυτά τα χρώματα και την αρμονία. Αυτήν την ηρεμία, την ησυχία, την ευτυχία και να θελήσω να την βάλω προσεχτικά σε κάποιο πίνακα. Κι’ εγώ να θέλω να με πιστέψετε ότι τα είδα.

Σας παρακαλώ, όμως, ψάξτε τα κι εσείς. Καληνύχτα.

Γ. Μυλωνάς

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Λαϊστινά Νέα», αρ. φ. 77, Β’  Εξάμηνο 2020