Αφορισμός

Βασίλης Γκουρογιάννης

Γεννήθηκα στα 1912. Ο πατέρας μου έφυγε στην Αμερική. Με άφησε δυο χρονών, στα τέσσερα ορφάνεψα και από μάνα. Απόμεινα με τη γιαγιά μου. Ήταν τότε τα χρόνια της μεγάλης αγωνίας. Έφευγε ο κόσμος για την Αμερική να ζήσουν, να καζαντίσουν και να βοηθήσουν αυτούς που άφηναν πίσω. Να όπως γίνεται τώρα με τη Γερμανία. Το ταξίδι κράταγε μήνα και βάλε. Τα εισιτήρια ήταν ακριβά, δανείζονταν με βαρύ τόκο, υπόγραφαν χαρτί, υποθήκευαν σπίτια και χωράφια κι αν χάνονταν στην Αμερική και δεν έστελναν τα δανεικά με τον τόκο χάνονταν και οι δικοί τους εδώ πίσω.

Εκείνα τα χρόνια γινόταν η Εξώνηση, αυτή ήταν ένας νόμος , όποιος δεν έστελνε πίσω τα δανεικά στη συμφωνημένη ημερομηνία, η περιουσία του πήγαινε σ’ αυτόν που τον δάνεισε, δίχως άλλο. Ο πατέρας μου δε ματαφάνηκε, δεν έστειλε τα δανεικά και μου ήρθε η Εξώνηση κατακέφαλα . Μετά πέθανε και η βάβω μου. Έφαγα περισσότερες μπάτσες απ’ όσες τρώει το ντέφι. Ξεσπιτώθηκα. Μικρό κορίτσι , πεντάρφανο έφκιαξα με τα χεράκια μου ένα καλυβάκι που χωρούσε εμένα και μια άσπρη γιδούλα, κοιμόμασταν αγκαλιασμένες σαν αδερφούλες να ζεσταίνει η μια την άλλη, το κλάμα που έκανα όταν την έδωσα στο χασάπη δε λέγεται! Ακόμα δεν περνάω από τα σφαγεία κάτω στη λίμνη, με τα χρόνια μου φαίνεται σα να πούλησα την αδερφή μου στο χασάπη και την έσφαξαν εκεί. Μετά πήγα υπηρέτρια στους Κ…. Ήταν σόι με δικηγόρους. Την πάλεψα την Εξώνηση και το Δικαστήριο μου γύρισε πίσω μόνο το αμπέλι. Κάτι ήταν κι αυτό. Ένα καλό αμπελάκι στη μέση του χωριού με πηγάδι στην άκρη και ροδιές, καλό και για σπιτότοπος. Αυτοί όμως ένα βράδυ μπήκαν με κλαδευτήρια και κασάρες και το έκαναν κουτσούμπι. Ποιος τους είδε όμως να μαρτυρήσει και να δικαστούν; Ανάλαβε τότε η Δικαιοσύνη του θεού. Ο παπάς χτύπησε την καμπάνα μέρα καθημερινή, μαζεύτηκαν οι χωριανοί από τις δουλειές με την ψυχή στο στόμα. Γύρισε την κολυμπήθρα στη μέση της εκκλησιάς, ανέβηκε απάνω, έβγαζε αφρούς. Φοβέριζε την Αγιά- Παρασκευή «Αη-_ Παρασκευούλα, σε περετεύω πιστά πενήντα χρόνια. Αν δε βρεις τους αίτιους θα μαζέψω ξύλα και θα σε κάψω! Άλλο τίποτε δε σου γύρεψα τόσα χρόνια». Έβαλε τον αφορεσμό για τους αίτιους που έβλαψαν την ορφανή να φανερωθούν σε σαράντα μέρες αλλιώς να τους πιάσουν οι κατάρες του αφορεσμού. Πέρασαν οι σαράντα μέρες, τίποτε δε φανερώθηκε. Πέρασαν χρόνια. Όλα ξεχασμένα. Μια μέρα φάνηκε στην πόρτα μου η Λάμπρω του Π… Μπα! Απόρεσα. Η Λάμπρω που δεν αλλάζαμε ούτε καλημέρα! Τα μάτια της έτρεχαν βρύσες και έσταζαν στη γκαστρωμένη κοιλιά της. Καθίσαμε στο πεζουλάκι. Μου τα ξομολογήθηκε όλα, μου γύρεψε να της βαφτίσω το αγέννητο, εγώ το δέχτηκα και με το ναι με έλεγε κουμπάρα σαν για να μη μετανιώσω. Το χωριό κάτι μυρίζονταν για τις γέννες της αλλά όχι σ’ αυτό το σημείο! Άμα τα άκουσα όλα αυτά τρεις μέρες έκανα να κλείσω μάτι. Πόνεσε η καρδιά μου σα να τα γέννησα εγώ. Η κακομοίρα μου τα’πε και ξαλάφρωσε η καρδούλα της. «Ο πατέρας μου κουμπάρα με πήρε στο λαιμό του. Εγώ τι ήξερα, κι’ εγώ μικρό παιδάκι ήμουν. Πλήγιασαν τα χέρια μου από το κλαδευτήρι. Όλη νύχτα χούχιαζε ‘άιντε και άιντε θα φωτίσει η μέρα’ Αυτά που τράβηξα δεν έχουν μολογημό! Στην πρώτη αγκαστριά το’ νιωθα να κολυμπάει μέσα στην κοιλιά μου σα να ήταν ψάρι σε στέρνα. Και μήπως δεν ήταν; Δεν ησύχαζε ούτε μέρα ούτε νύχτα. Κάτι με ξεσήκωνε κουμπάρα όταν έβρεχε να θέλω να βγαίνω όξω στην ερημιά χωρίς κατσούλι, να γίνομαι μούσκεμα πατώκορφα. Αυτό με αγάλιαζε. Με την κοιλιά στο στόμα πήγαινα σαν το βρυκόλακα στο ποτάμι, στην Τύρια, ξάπλωνα με την κοιλιά στα τρεχούμενα νερά, κι όταν ήρθε η ώρα του να βγει με ξέσκισε. Ερχόταν ανάποδα και τα λέπια του μ’ έσφαξαν. Στράγγιξε όλο το αίμα μου. Μακάρι να χανόμουν τότε. Κι όμως κουμπάρα το βύζαξα κοντά τρεις μήνες. Ορκίσαμε τη μαμή να μη πει κουβέντα. Της κόπηκε η ανάσα κι αυτηνής της συχωρεμένης που είχε δει τόσα και τόσα. Από το στηθάκι και κάτω δεν το ξεφάσκιωσα μέχρι το ξόδι του. Όταν άκουγε τη βροχή στα τσίγκια σπαρτάραγε να λυθεί. Το κλάμα του δεν το ακούσαμε μόνο ανοιγόκλεινε το στόμα όπως τα άλλα τα αληθινά ψάρια. Στο δεύτερο το μαρτύριο παρατράβηξε. Κλείσαμε το σπίτι μας κοντά δυο χρόνια. Γίναμε απόκοσμοι. Αυτό κουμπάρα βγήκε από το λαιμό και κάτω σαν το χελιδόνι! Ένα χελιδόνι να τόσο!!! σαν μεγάλο κοράκι, με τις φτερούγες του, με τα όλα του. Στην αγκαστριά νόμιζα πως θα πετάξω. Στεκόμουν στην άκρη του γκρεμού, ζυγιζόμουν να πέσω κάτω να γλυτώσω αλλά δε σιγορευόμουν ότι θα σκοτωθώ κι’ αν ακόμα έπεφτα από τόσο ψηλά! Σκοτώνονται τα πουλιά από πέσιμο; Ήξερα τι κλωσάω. Ένιωθα ότι ο θεός ακόμα με τιμωράει. Για ένα αμπέλι κι’ αυτός ο Μεγαλοδύναμος πολύ με βασάνισε ενώ ο πατέρας μου ο κύριος αίτιος χόρτασε ρακιά και όταν τού ήρθε η ώρα του έβγαλε την ψυχή του ευχαριστημένος σαν ρουφηξιά από τσιγάρο. Δε μπορώ να κρίνω τον Μεγαλοδύναμο, ούτε τι έχει μέσα στο μυαλό του. Δυο καταδίκες μεγάλες για μια αμαρτία, ποιός δικαστής δικάζει δυο φορές, μια φορά δικάζει ο νόμος. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να κρίνω τα θελήματα Του, είμαι ακόμα στα χέρια Του. Τι θα βγει πάλι από δω μέσα; Δε θα το πιστέψεις κουμπάρα ας ήταν όπως ήταν όταν όμως έρχονταν η ώρα και καρφώναν το κασόνι να τα θάψουν πέρα στο Πουρνάρι όπου θάβαμε τα αβάφτιστα γινόμουν σαν τη σκύλα και χύμαγα να τα ξεκαρφώσω με τα δόντια. Που λες , στο δεύτερο ο Μεγαλοδύναμος μου φύλαγε τον πιο μεγάλο παιδεμό. Δύο χρόνια το κράτησε στη ζωή και ένα στην κοιλιά κοντά τρία. Τα μεγάλα μαρτύρια γινόσαντε όταν έρχονταν και όταν έφευγαν τα χελιδόνια. Το χειμώνα τον έβγαζε με ύπνο μέρα, νύχτα μα την άνοιξη φτεροκοπούσε σαν πουλί, μάτωνε, έχωνε το κεφάλι στις σιδεριές των παραθυριών να βγει , να σμίξει με τ’ άλλα χελιδόνια. Φράξαμε τα παραθύρια, χαλούσαμε τις χελιδονοφωλιές στο χαγιάτι να μη το ξεσηκώνουν με τα τσιρίγματά τους. Το φθινόπωρο λες και ένιωθε ότι τα χελιδόνια φεύγουν κι αυτό θα απομείνει πίσω και δεν ησύχαζε, χτυπιόταν ως πέρα τον Αη-Δημήτρη. Γι αυτό κουμπάρα είμαι στην πόρτα σου, έχεις μικρά παιδιά και ξέρεις, ελπίζω κουμπάρα σε τούτο ο θεός να με λυπηθεί. Ένας που ξέρει από τέτοια θεοτικά με συμβούλεψε να το βαφτίσεις εσύ κι αν γεννηθεί άνθρωπος θα βγω στο μεσοχώρι να το φωνάξω, θα τα πω όλα με το νι και με το σίγμα για να βάλουν μυαλό όλοι οι πλεονέκτες. Ο άντρας μου συμφωνεί. Βάλε το όνομα της μάνας σου αν γεννηθεί τσούπρα ή του πατέρα σου αν γεννηθεί παιδί. Ποιός ξέρει τι του έλαχε κι αυτουνού εκεί πέρα και δεν έστειλε πίσω τα δανεικά…».

Εμπνευσμένο από μια παλιά διήγηση.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η φωνή του Ελληνικού», αρ. φ. 135.