Βάραθρο της Νύφης (Σπεάρα αλ Νιβεάστα)

Του Γιώργου Μέρτζιου

Ο αγέρας λυσσομανά και ψιλοβρέχει. Ο παππούς καθισμένος κοντά στη σάμπα με ξύλα, αποτελειώνει το ζεστό τσάι του. Τα εγγόνια καθισμένα αντίκρυ του και δίπλα στο Χριστουγεννιάτικο δένδρο αλληλοπειράζονται. Περιμένουν ανυπόμονα να ακούσουν μια παλιά ιστορία. ‘Έξω τα μεγάλα παιδιά, του χωριού δημιουργούν πανδαιμόνιο, καθώς υποδύονται τα παγανά. Ο παππούς αφού χαϊδεύει το γκρίζο μουστάκι του αρχίζει την αφήγηση.

–  Όταν στην Αμερική γιόρταζαν, τα τριαντάχρονα από την ανεξαρτησία της, τη Φιλαδέλφεια δονούσαν τα πυροτεχνήματα που έλουζαν τον σκοτεινό ουρανό και τη Νέα Ορλεάνη αναστάτωναν οι νέγρικες μπάντες που παιάνιζαν ενώ το ρούμι έτρεχε άφθονο, στα βλάχικα κονάκια ο ήλιος έστελνε τις πρώτες του ηλιαχτίδες. Τ΄ άστρα νυσταγμένα αποτραβιούνται σιωπηλά και η κιτρινωπή σελήνη ασπρίζει ανάλαφρα. Σε μια ώρα θα ξεκινήσει η πομπή που θα συνοδέψει τη νύφη στην περιοχή του Βραδέτου για να την παντρέψουν. Στο ροδοχάραγμα πρόχειροι οργανοπαίκτες προσπαθούν να πάρουν γλυκούς σκοπούς. Το Λενιώ γονατισμένο στο εικονοστάσι προσεύχεται. Κόρη ηλιοψημένη, ξανθιά, καστανομάτα, λυγερόκορμη και ροδομάγουλη μοιάζει με μια από τις τρεις χάριτες. Ένα δάκρυ χαράς ξεπετάγεται από το ζερβό μάτι της και αργοκυλά στο ζεστό μάγουλό της. Ο μολοσσός της ο Μάρκος ιχνηλατεί έξω από το κονάκι της. Τα καλιγωμένα άλογα περιμένουν να φορτωθούν τα χρυσοποίκιλτα προικιά. Το παιδολόι χαριεντίζεται. Τρέχει ασυνάρτητα πότε δω, πότε εκεί. Προσπαθεί να τα προφτάσει όλα. Να δει το φόρτωμα των προικιών, τα τελευταία κεράσματα, το στόλισμα της νύφης, το καλίγωμα και τα όργανα που σιγοπαίζουν. Μερικά χαιρέκακα παιδιά έδεσαν στην ουρά ενός κουτσού σκυλιού σιδερικά. Στην αγωνιώδη του προσπάθεια ν΄ απαγκιστρωθεί, μένουν κυκλοθυμικοί παρατηρητές. Οι τελευταίες αναμμένες λάμπες σβήνουν στα κονάκια.

Η Λενιώ πάγκαλη, ξεπροβάλλει με χρυσοκεντημένη φορεσιά χαμογελαστή, ανήσυχη και κουρασμένη. Πωγωνάτοι συνοδοί ετοιμάζονται να καβαλικέψουν τα καφετιά και μαυριδερά άλογα. Άλογο κάτασπρο με πορφυρή σέλα ήσυχα περιμένει την ωριόπλουμη κόρη. Μοιάζει ουρανόσταλτο και δυο μαύρες βούλες στο δεξί αυτί του φαντάζουν παράξενα. Με ακκισμούς η λυσίκομη Λενιώ ανεβαίνει στο άλογο της βοηθούμενη από τον αλογολάτη. Το αποσπόρι της οικογένειας αποχαιρετά φιλώντας την νύφη και τρέχει να βγάλει τα πρόβατα από τη στάνη. Η Λενιώ στα κοντυλένια δάχτυλά της κρατεί μυρωδάτο βασιλικό. Αλογόμυγες έρχονται να την περιτριγυρίσουν σαν κακόσταλτες ερινύες. Πολύς ορμαθός συνοδεύει τη ρηγοπούλα, τους γονείς, τους συγγενείς, τους βλάμηδες, τους νιους με τα φλάμπουρα και τα όργανα μέχρι την ρεματιά.

Στο πέρασμα της νύφης από τα λιβάδια τα λησμοβότανα ξυπνούν, οι ανεμώνες ζηλεύουν, οι μέλισσες σταματούν να ρουφούν την γύρη και στον αγέρα οιωνοί ροδόχρωμοι ομφαλοσκοπούν. Ο πλατύστερνος πατέρας της νύφης αστειεύεται με ένα ονυχοφάγο νιο για ην κακιά συνήθειά του. Ένας άλλος νιος σταματά να περιεργαστεί μια περδικοπαγίδα. Στο βάθος του δάσους διακρίνονται λαθροϋλοτόμοι φορτωμένοι με ζαλίκια από το Τσεπέλοβο. Η νύφη με τα ροδοδάχτυλα της κρατάει, ένα τζαμπί σιδερίτη και γεύεται αργά τις ρώγες του. Η ζέστη του μεσοκαλόκαιρου και η λειψυδρία κουράζει όλους. Και αφού προχώρησαν αρκετά, στο βάθος μόλις που διακρίνεται μια βρύση. Βρίσκονταν η πομπή μεταξύ Τσεπελόβου και Βραδέτου. Η μελιστάλαχτη νύφη νιώθει ανακούφιση. Ένας μηλάδελφος της νύφης από άλλη μάνα άφηνε από χαρά το ψωμί από τα χέρια του να πέσει κάτω. Αμέσως ντροπαλά αλλά φιλεργατιικά μερμήγκια σχηματίζουν υπομονετικές ουρές. Ο δρόμος σε τούτο το σημείο είναι δύσβατος αλλά ανθόστρωτος. Δεν χωράει δύο άλογα μαζί. Στο τρεχούμενο νερό είναι ένα ασπροπούλι που προσπαθεί να δροσιστεί.

Πρώτοι στη βρύση φτάνουν οι νιοι με τα φλάμπουρα, οι γονείς και η νύφη. Όμως πριν προλάβουν να βρέξουν τα χείλη τους, στο άκουσμα του νερού να υπόλοιπα άλογα αφήνιασαν. Έγινε τέτοιος συνωστισμός, τέτοια αναταραχή ώστε το άλογο της νύφης γλίστρησε προς τον γκρεμό. Η πανώρια Λενιώ ξάφνου βλέπει το κενό. Βγάζει μια δυνατή κραυγή. Ζαλίζεται και καταγκρεμίζεταιι στο βάραθρο. Εκεί κατασυντρίβεται σι’ αφιλόξενα βράχια. Όνειρα, ελπίδες και προσδοκίες με μιας εξαφανίστηκαν στο συννεφόκαμα. Ο θεός Υμέναιος δεν πρόλαβε να δώσει την ευχή στους νεόνυμφους. Ο Πλούτωνας ο γιος του Κρόνου και της Ρέας περίμενε στα υποχθόνια νεκρομαντεία. Εκεί ο Χάρωνας ο βαρκάρης θα μεταφέρει με την βάρκα του το Λενιώ όπως πριν καιρό τις δεκαεπτά Γιαννιώτισσες που έπνιξε στην Παμβώτιδα ο σμιχτοφρύδης και κοιλιόδουλος Αλή πασάς. Ο Χάρωνας με αδιαφορία πάντα φορτώνει την βάρκα του με τ’ άψυχα κορμιά. Στη συνέχεια διαβαίνει κωπηλατώντας αργά την Στύγα, το μεγάλο αυτό ποτάμι που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από τον κόσμο των νεκρών. Η ηχώ από τις κραυγές της νύφης για ώρα πολύ αντηχεί στην χαράδρα.

Ένα ασπροπούλι μονολογεί πάνω στην βρύση. Το πεπρωμένο δεν γροικά, είναι αστόχαστο, τυφλό, το κισμέτ σε ταξιδεύει πάντα γοργά σαν έχει οδηγό μεθυσμένο, το ντεστίνο σε νιώθει, δεν σε γνωρίζει, η συγκατάθεσή σου ασήμαντη και το μοιρόγραφτο έχει σταθμούς πολλούς και παράγοντες αστάθμητους.

Βράδιασε και οι συνοδοί σπαράζουν. Λυγμοί και αναφιλητά ταράζουν την βραδινή γαλήνη. Πρόχειροι πυρσοί άναψαν και οι φρύνοι κράζουν ασταμάτητα στα λασπόνερα. Απόψε η σελήνη είναι φωτολουσμένη. Άθελα της φωτοστεφανώνει την πλημμυρισμένη στο αίμα κόρη. Στο βάθος του γκρεμού στέκει ανάσκελα πάνω στα μυτερά βράχια. Εκεί καθηλωμένη και κομματιασμένη τη συντροφεύει ένα αγριολούλουδο που μοσκοβολά. Τούτος ο θρήνος δεν φαίνεται να επηρεάζει την αδιάφορη χελώνα που σιγανοπερπατά στο μονοπάτι.

Λίγα μαβιά λουλούδια ρίξανε στο βάραθρο στο μνημόσυνο της κόρης και το στερνοπαίδι ψέλλισε «σπεάρα άλ Νιβεάστα».

Μήνες μετά το δεξί χέρι της νύφης με όλα τα δαχτυλίδια εξήλθε με υποχθόνιο ρεύμα και βρέθηκε στο ποτάμι του Βίκου και γι’ άλλους στον Καλαμά πλησίον της Βελλάς. Οι θεοί του Κάτω Κόσμου μετάνιωσαν για τον άδικο χαμό της όμορφης δεκαεπτάχρονης κόρης. Για να εξιλεωθούν άφησαν το δεξί χέρι της με όλα τα δαχτυλίδια να γυρίσει στον Πάνω Κόσμο και με τη ροή του νερού να ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο. Να γνωρίσει χώρες μάκρυνες, αλαργινές και παράξενες.

Ο παππούς σταματά εδώ την διήγηση και τα εγγόνια θλιμμένα και αμήχανα τρώνε αργά το μελομακάρονό τους. Ρίχνουνε ένα ξύλο στη σόμπα και τραβάνε την κουρτίνα. Έξω ο αγέρας λυσσομανά και ψιλοβρέχει.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», αρ. φ. 121, Απρίλιος 1988