Κόνιτσα – Βρυσοχώρι

Μια πολύ όμορφη πορεία διάσχισης στην βόρεια Τύμφη, με το μεγαλύτερο τμήμα της διαδρομής αυτής να γίνεται μέσα στο δάσος και με απαιτούμενο χρόνο πεζοπορίας γύρω στις 8 ώρες. Η ξεκίνημα της διαδρομής μας αυτής έγινε για άλλη μια φορά από το πέτρινο μονότοξο γεφύρι της Κόνιτσας (υψ.440μ). Από εκεί ακολουθήσαμε τον γνωστό δρόμο που πηγαίνει παραποτάμια, αντίθετα με τη ροή του Αώου και κατευθύνεται προς τη Μονή Στομίου.

Φτάνοντας στο μοναστήρι (υψ. 680μ.) η πορεία μας συνεχίζει. Ακολουθούμε τον δασόδρομο που στρίβει στην βρύση που βρίσκεται έξω από τον χώρο του μοναστηριού (η επόμενη πηγή θα τη συναντήσουμε προς το τέλος της διαδρομής μας) και αρχίσουμε ν’ ανηφορίζουμε.

Σε λιγότερο από μισή ώρα και αφού προηγουμένως έχουμε συναντήσει και αγνοήσει τη διακλάδωση  προς τη Νταβάλιστα ο δασόδρομος φτάνει στο τέλος του. Βρισκόμαστε στο ρέμα της «Κερασιάς» στη θέση «Δέση» και στην απέναντι πλευρά του ρέματος η ανάβαση μας θα συνεχιστεί ακολουθώντας πλέον ένα άριστα σηματοδοτημένο και ευδιάκριτο μονοπάτι, που ανηφορίζει διασχίζοντας το πυκνό δάσος της περιοχής. Σε μια περίπου ώρα η πορεία μας φτάνει στη τοποθεσία «Καλογερικό», έχοντας ανέβει υψομετρικά στα 1350 περίπου μέτρα.

Από τον χώρο αυτόν πού άλλοτε υπήρχαν «βακούφικα» χωράφια και σήμερα γίνεται δάσος, θα συνεχίζουμε την διαδρομή μας και ακολουθούμε το μονοπάτι (όπως μας υποδεικνύει η σχετική σήμανση) με προορισμό το «σιάδι της μύγας», το οποίο πλέον απέχει λιγότερο από μισή (½) ώρα.

Το «Σιάδι της Μύγας» (ή πάντε αλ μούσκα όπως λεγόταν παλιότερα στα βλάχικα), είναι ένας βοσκότοπος που βρίσκεται σε υψόμετρο 1462 μ. κάτω από την εντυπωσιακή κορυφή της Γκαμήλας και το ύψωμα του Αβάλου.

Από το Σιάδι της Μύγας το μονοπάτι μας φεύγει και ανηφορίζει αριστερά προς το διάσελο του Αβάλου (τούρκικο τοπωνύμιο που σημαίνει ο «υπερμεγέθης, ο ψηλός»). Θα χρειαστεί να περπατήσουμε μια περίπου ώρα για να φτάσουμε στο διάσελο (υψόμετρο περίπου 1850μ.). Κάπου πριν το μέσο αυτού του τμήματος της διαδρομής μας το μονοπάτι μας διακλαδώνεται. Εμείς ανεβαίνουμε ακολουθώντας την αριστερή του πορεία και όχι τη δεξιά του που πηγαίνει προς τα «λημέρια των κλεφτών».

Από το διάσελο του Αβάλου κατηφορίζουμε για να φτάσουμε μετά από πορεία μικρότερη της  μίας (1) ώρας στην «Λούτσα του Κάτσενου» (1685μ.). Εκεί στη τοποθεσία αυτή βρίσκεται και το μνημείο της ορειβάτισσας Βούλας Νικητίδου που τον Μάιο του 1999 έχασε τη ζωή της κατά τη διάρκεια ορειβατικής εξόρμησης της Ορειβατικής Λέσχης Θεσσαλονίκης στην Τύμφη.

Επιστρέφοντας στην διαδρομή μας και από το σημείο αυτό που άλλοτε βρισκόταν η στάνη του Κάτσενου ξαναμπαίνουμε στο μονοπάτι μας που ξεκινάει από το μνημείο προς το Βρυσοχώρι. Ιδιαίτερα κατηφορικό το τμήμα αυτό, με το μονοπάτι μας να ελίσσεται μέσα σ’ ένα από τα πιο όμορφα δασωμένα τμήματα το Ζαγορίου. Σε λιγότερο από 1 ½ πορείας φτάνουμε στη Νεραϊδόβρυση με τα δροσερά νερά της, τα οποία και απολαμβάνουμε για άλλη μια φορά. Μετά την απαραίτητη στάση ξεκινάμε και πάλι τη πορεία μας.

Ακολουθούμε για λίγα λεπτά το μονοπάτι μας που στην πορεία του διασχίζει δυο ρέματα πριν καταλήξει σε δασόδρομο. Από εδώ και ακολουθώντας πλέον τον χωματόδρομο κινούμαστε για το Βρυσοχώρι που απέχει κάτι περισσότερο από μια ώρα. Το τμήμα αυτό της διαδρομής έχει αραιή αλλά επαρκή σήμανση η οποία κάποια στιγμή μας οδηγεί στην είσοδο ενός μονοπατιού. Βρισκόμαστε στο τελευταίο τμήμα της διαδρομής μας και μπαίνουμε στο μονοπάτι που μας δείχνουν τα σημάδια. Αρχίζουμε να κατηφορίζουμε στο νέο αυτό κομμάτι της διαδρομής μας. Το μονοπάτι μας εξακολουθεί να έχει επαρκή σηματοδότηση, ενώ σταδιακά και όσο φτάνουμε προς το χωριό η κλίση του ομαλοποιείται.

Σε λίγα λεπτά φτάνουμε στο εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται ουσιαστικά στην είσοδο του Βρυσοχωρίου, ενός από τα πιο όμορφα χωριά του Ζαγορίου. Το Βρυσοχώρι (πρώην Λεσνίτσα) είναι ένα βλαχοχώρι που βρίσκεται κτισμένο σε υψόμετρο 960 μέτρων, κάτω από την εντυπωσιακή κορυφή της Τσούκα Ρόσια και είναι «πνιγμένο» από τα πολλά νερά και τη πλούσια βλάστηση της περιοχής.

 

Η διαδρομή αυτή έγινε τον Μάιο του 2020