«Πιάσανε τον κώλο του Αράπη !!!»

«…Ο Αλή πασας, ή λιοντάρι όπως ήταν το όνομά τον, κάθε χρόνο, όπως προείπαμε έπαιρνε αμπάριζα τα χωριά και τις πόλεις της επικράτειας του και εκεί έλυνε τα δικαστικά και άλλα προβλήματα των υπηκόων τον. Πάντα σε αυτές τις περιοδείες έκανε και το καθιερωμένο παιδομάζωμα. Όχι βέβαια το θεσμοθετημένο από το Διβάνι, αλλά το προσωπικό. Αν παρουσιαζόταν μπροστά του κορίτσι ή αγόρι που του άρεσε, το ζητούσε και ο γονιός ευχαρίστως του το παραχωρούσε, αφού ο Ραγιάς δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Άλλοτε, οι προύχοντες τον τόπου που επισκέπτονταν, του έκαναν δώρα σκλάβους, συνήθως μαύρους που τους είχανε αγοράσει στα σκλαβοπάζαρα ή και νεαρά παιδιά. Αυτό το είδος του δώρου ήταν συνηθισμένο εκείνη την εποχή. Αν ο γονιός έφερνε αντίρρηση, και προκειμένου να δώσει θέαμα στο χωριό, γιατί ο άρτος και το θέαμα είναι η τροφή του λαού, διοργάνωνε παλαιστικούς αγώνες.

Και καλούσε τους τοπικούς προύχοντες να ορίσουν τον πιο δυνατό άντρα της περιοχής τους να παλέψει με τον Αράπη, και να προσπαθήσει νικώντας τον να του πιάσει τον κώλο. Αν ο Αράπης είχε την ατυχία, πράγμα σπάνιο να ηττηθεί τότε ο Αλής αποχωρούσε χωρίς να πάρει τίποτα από το χωριό, και το νέο έφτανε ως τα πέρατα τον κράτους τον. –Έπιασαν τον κώλο του Αράπη ! ! ! –Έπιασαν το κώλο του Αράπη ! ! ! Τότε ο Αράπης, για να σώσει ότι απέμεινε από την τιμή του και να δικαιολογηθεί έλεγε: όποιος έχει μάτια βλέπει, και επιδείκνυε τα μπράτσα του.

Και οι Ρωμιοί χαίρονταν που επιτέλους βρέθηκε κάποιος να τούς κάνει να νοιώσουν δυνατοί, και να ελπίζουν μία μέρα στη λευτεριά τους. Να ονειρεύονται το ξανθό γένος που θα’ ρθει από το βορρά να τους ελευθερώσει, και τον μαρμαρωμένο βασιλιά. Αντίθετα οι Αρβανίτες έβαζαν κάτω το κεφάλι και στεναχωριόταν που βρέθηκε Ραγιάς να τους πιάσει τον κώλο. Γιατί την ήττα του Αράπη, την θεωρούσαν προσβολή για όλη τους την ράτσα. Είναι γνωστό το παρακάτω περιστατικό από την τοπική παράδοση: «Η τοποθεσία Στέyκος συνδέεται και με τοπική παράδοση, κατά την οποίαν ο πασάς των Ιωαννίνων εισπράτων τους φόρους, εζήτησε και δέκα κορασίδας από το χωριό, εκτός αν εις πάλην ο σωματοφύλαξ Αράπης υπέκυπτε προ της τυχόν υπερτέρας δυνάμεως εντοπίου ανδρός. Εις Άμπλιανη παρουσιάστηκε τότε νέος 35 ετών, υψηλού αναστήματος και πολύ δυνατός, ονομαζόμενος Τυλιyάδας, όστις εις θέσιν «Στέγκος», επάλαιε μετά του Αράπη, τον οποίον κατανίκησε δι υψώσεως τρις κατ καταθέσεως εις την γην με τελικήν τοποθέτηση του δαχτύλου τον εις τον πρωκτόν τον Αράπη. Ο πασάς όχι μόνο απήλλαξε τους κατοίκους της υποχρεώσεως να δίνουν 10 κορασίδας, αλλά εχάρησε και τους φόρους εις τους Αμπλιανίτας, εις τους οποίους εδώρησε 125 γρόσια (ένα γρόσι 400 στρέμματα) της περιοχής από τον Ντερεντέρε (ολάραχα), Αγκάθι ως το Τσερλοκότρωνο, κατ άλλα που εν συνεχεία περιήλθον εις την κυριότητα τον Γερογιαννάκη, ο οποίος τα διένειμε εις τα πέντε τέκνα του» (Κουφός, 1964: 385).

Μια άλλη φορά που ο Αράπης έδωσε ρέστα, ήταν στην Τούργια Κρανιά. Ήταν απόγευμα όταν άρχιζε το φως της μέρας να λιγοστεύει και οι ξωμάχοι και οι προύχοντες τον χωριού άρχισαν να μαζεύονται στο τσαΐρι του Αχμέτ Ντίνου, κατά πως λάλησε ο τελάλης, και να ετοιμάζονται να παρακολουθήσουν το θέαμα. Αύγουστος ήταν και το φως της μέρας κρατούσε ως αργά, πριν οι κωλοφωτιές φωτίσουν τα μαύρα σκοτάδια. Ο πασάς όπως το’ χε συνήθεια πέρασε από το χωριό τους να λύσει τα τοπικά προβλήματα και να μαζέψει τους φόρους. Οι κάτοικοι τον υποδέχτηκαν με χορούς και τραγούδια, όπως αρμόζει στον αφέντη και πατέρα τους. Και του ‘φεραν πεσκέσι πέστροφες από την πέτρα του Μεσίρη, ένα μέρος που συνήθιζαν να ψαρεύουν αυτό το ψάρι, το οποίο βρίσκονταν σε αφθονία στον παραπόταμο που πηγάζει από τις Μπάλτσες. Εκεί έστηναν παγίδες (σλπί), και έπιαναν το παχύ αυτό ποταμίσιο ψάρι. Το χωριό ήταν κεφαλοχώρι και σταθμός καραβανιών που πήγαιναν για τη Μεγάλη Βλαχιά. Σταματούσαν εδώ να ξαποστάσουν τ’ άλογα και να πιούνε νερό από τη βρύση τον Μουσταφά που ήταν κάτω από το δέντρο της κρανιάς και έβγαζε καλό και χωνευτικό νερό. Οι κάτοικοι του ήταν κυρίως Βλάχοι και λίγοι Αρβανίτες. Είχε περί τα πενήντα κεραμοσκέπαστα σπίτια χαμάμ, και καραβάν σεράι.

Στο τσαΐρι, πέρα από τους ντόπιους, μαζεύτηκαν και πολλοί ταξιδιώτες να παρακολουθήσουν τον αγώνα που θα άρχιζε σε λίγο και ήταν αγώνας τιμής, καθώς ο πασάς έπιασε το πανέμορφο αγόρι του προύχοντα Σαμπλαούρα. Σε παλιότερη επίσκεψη του πριν κάμποσα χρόνια ζήτησε να του δώσουν τη Ζαφειρένια, κόρη ενός φτωχού αγροφύλακα, εκείνη προτίμησε να πέσει από το μονότοξο γιοφύρι τον Καραλέου και να αυτοκτονήσει, παρά να ατιμαστεί από λιάπη.

Ήταν θα λέγαμε ένας προάγγελος τον χορού του Ζαλόγγου που θα επακολουθούσε αργότερα. Για τούτο και οι τζοχανδαραίοι έπιασαν το παιδί και το κρατούσαν στο καραβάν σεράι του χωριού, μη τυχόν λακίσει, ή αυτοκτονήσει. Ο πατέρας, αφού προσκύνησε τον άρχοντα, τον παρακάλεσε να δώσει στο παιδί του μια ακόμα ευκαιρία, και ο πολυχρονεμένος δέχτηκε, ορίζοντας παλαιστικό αγώνα όπως όριζαν τα έθιμα και οι παραδόσεις του τόπου που εκείνος διαφέντευε. Τον Αράπη θα αντιμετώπιζε ο Ράκιας που ήταν φημισμένος για τη δύναμη του. Κάποτε πάλεψε και στραγγάλισε μια άγρια αρκούδα, της οποίας το τομάρι φορούσε στους τοπικούς αγώνες σαν άλλος Ηρακλής. Ήταν πλανόδιος αθλητής, και γύριζε όλη την Ήπειρο και Αρβανιτιά κάνοντας επίδειξη δύναμης: λυγίζοντας σίδερα, σπάζοντας κοτρόνια και τραβώντας με τα δόντια μεγάλα κάρα. Ο Ράκιας αν και δεν κατάγονταν από την Κρανιά, και ήταν επαγγελματίας αθλητής, δέχτηκε ο πασάς να παλέψει για την τιμή του χωριού. Σαν συνάχτηκε ο κόσμος και πήρε τις καθορισμένες θέσεις του κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Βεληγκέκα, που ήταν επικεφαλής της φρουράς και το μαστίγιο του πολυχρονεμένου σε όλο το πασαλίκη της Αλβανίας, όπου η εξουσία πέρασε το όνομα του στο θέατρο Σκιών, για να συμβολοποεί τη βία κατά των ανυπάκουων υπηκόων τον. Σαν έκανε την εμφάνιση του ο πολυχρονεμένος βεζύρης, όλοι προσκύνησαν. Πέρασε ανάμεσα τους αγέρωχος και κάθισε σε ένα είδος άμαξας-θρόνου, που ήταν σκεπασμένη με χρυσομέταξο ύφασμα και ακριβό κασμίρι. Τότε ο σαλπιγκτής σάλπισε την έναρξη του αγώνα. Πρώτος εμφανίσθηκε ο Αράπης και δέχτηκε από το πλήθος ένα παγερό χειροκρότημα. Δυο, τρεις εγκάθετοι Αρβανίτες που είχε ορίσει ο Μουσταφά μπέης, ο πρώτος κατά την τάξη τον χωριού, πρωτοστατούσαν σε φωνές και χειροκροτήματα προς τον Αράπη δίνοντας του θάρρος και κουράγιο.

Αντίθετα, σεισμός έγινε με την εμφάνιση του Ράκια, ο οποίος έκανε μερικά πηδήματα για να αποκτήσει το σώμα τον την απαιτούμενη θερμότητα και άφησε το τομάρι της αρκούδας στο έδαφος. Μετά, σήκωσε τα μάτια προς τον ουρανό σαν να προσεύχονταν κι ύστερα αντίκρισε τον Αράπη. Ήταν και οι δύο τους περίπου της ίδιας ηλικίας, δεν ξεπερνούσαν τα εικοσιπέντε, με δυνατά ωραία αθλητικά κορμιά και μορφές εξαίσιες. Θα αγωνίζονταν σε ένα αγώνα μέχρις εσχάτων, ώσπου ο ηττημένος να δηλώσει αδυναμία συνέχισης του αγώνα. Η τεχνική που χρησιμοποιούσαν οι αθλητές σε τούτους τους αγώνες έμοιαζε με το αρχαίο παγκράτιο, δηλαδή μία σύνθεση πάλης και πυγμαχίας, όπου όλα επιτρέπονταν εκτός από την θανάτωση τον αντιπάλου, γιατί η πολεμική ικανότητα χωρίς όπλα θεωρούνταν από τον πασά μεγάλη αρετή. Σαν δύο λιοντάρια άγρια αρπάζονται απ’ τη μέση, κι ο ένας τον άλλον πολεμά τη νίκη να κερδίσει. Μούγκρισε της Αρβανιτιάς ο δράκος και βρυχάται, λογάριαζε με μια μπουνιά να τον χειροκροτείτε. Ο Ρακίας εις το κούτελο ευθύς ανταποδίδει, κι έβγαλε σπίθες εκατό του μαύρου το κασίδη. Σαν δυο λιοντάρια άγρια αρπάζονται απ’ τη μέση κι ο ένας τον άλλον πολεμά τη νίκη να κερδίσει, Πολύ μεγάλη δύναμη έχει ο Αρβανίτης, αλλά τεχνίτης άριστος ο Ράκιας δυναμίτης. Έχει μεγάλη υπομονή και πολεμά με γνώση, και γύρευε τον ανοιχτό για να τον λαβώσει. Και οι Ρωμιοί στεκότανε με φόβο και θωρούσαν, και να κερδίσει ο Ρωμιός, όλοι παρακαλούσαν. Για να γλιτώσει το παιδί ο ωραίος Σαμπλαούρας, και να μην πάθει και αυτός, ό,τι προσφάτως έπαθε του Σουρβαλή ο γιος.

Κι Αρβανίτες από κει πεισμώθηκαν κομμάτι και θέλανε τους άπιστους, να τους κάνουν ζάφτι. Δίνει ο Ράκιας κοπανιά με το βαρύ τον χέρι το μαύρο ρίχνει ανάσκελα, τη νίκη για να φέρει. Αμέσως με τα χέρια τον μπρούμυτα τον γυρίζει. Πιάνει τον κώλο τρεις φορές και νικητής γυρίζει..

Τον Σαμπλαούρα το παιδί δε θάνε ντροπιασμένο, και το σπαθί του στην Κρανιά, θα είναι δοξασμένο. Κι ο Ρωμιός ανάσανε, γελάει και σφυρίζει. Κι απ’ άκρη σ’ άκρη στο ντουνιά μια κραυγή γυρίζει. Πιάσανε τον κώλο του Αράπη !!! Πιάσανε τον κώλο του Αράπη !!!

Και ο Αράπης με κατεβασμένο το κεφάλι μουρμουρίζει… όποιος έχει μάτια βλέπει».

 

Το απόσπασμα που αναδημοσιεύουμε (ο τίτλος του είναι δικός μας) είναι από το βιβλίο του Αντώνη Λ. Πέππα «Αλή Πασάς, ο Αρβανίτης ηγεμόνας, Λαογραφική μελέτη της ζωής του Τεπελενιώτη Αλή Πασά (1740-1822)».