«Απλουταριά»

Γράφει ο Χρήστος Α. Τούμπουρος

Ομολογώ ότι τη λέξη αυτή, απλουταριά, την πρωτοάκουσα μικρός, πολύ μικρός. Είχα κάνα δυο χρόνια καβαλικέψει την πρώτη δεκαετία της ζωής μου. Ήταν απόγιομα, όταν είχα αναλάβει εγώ και ο ξάδερφός μου να φυλάμε τα γίδια της γειτονιάς, εργολαβικά. Μιλάμε για μεροκάματο. Βγάζαμε το χαρτζιλίκι μας. Εμείς, όμως στην ουσία δεν τα φυλάγαμε. Τα παρατούσαμε στις λάκκες και «όποιος θα έσκουζε το χωράφι του». Το έκαναν «καλοκαιρινό!». Ήμασταν φυσικά απασχολημένοι, καθόσον επιδιδόμασταν στο άθλημα της χαρτοπαιξίας. Μια – δυο – εκατόν δύο φορές, ώσπου ξεκάμπισε η Αποστόλαινα με κάτι στούμπια στα χέρια, άλλο πράμα. Είχε και μεγάλη δύναμη και δυνατή φωνή. Άχαξε ο τόπος. «Μωρέ διαολοσκυλ(ι)σμένα αφήκαταν τ’ς γίδις απλουταριά και δεν άφ’σαν τίποτε στο χωράφ’. Θα σας στ(ου)μπίσω στο γ’δί μωρέ ζαλοταραμένα».

Το είπε, αλλά δεν το έκανε. Σταμάτησε, όταν εμείς ικετευτικά και με περίσσιο θράσος της είπαμε. «Δεν επιτρέπεται κυρία Αποστόλαινα, εσείς μια μορφωμένη γυναίκα να κάνετε αυτό». Και αυτοστιγμής άλλαξε. Ηρέμησε. «Παιδιά να έρθετε από το σπίτι. Έχω φτιάξει εξαιρετικό νεραντζάκι, να σας φιλέψω, ένα και δύο και όσα θέλετε». Είχε σφόδρα συγκινηθεί, γιατί τη χαρακτηρίσαμε «μορφωμένη». Και έτσι αποκτήσαμε άριστες σχέσεις με την Αποστόλαινα, «τη μορφωμένη» αυτή γυναίκα! Και δεν θυμάμαι πόσες φορές πήγαμε σπίτι της και άλλες πόσες δοκιμάσαμε το γλυκό της. Πραγματικά το είχαμε κάνει το σπίτι της αληθινή απλουταριά!

Τη λέξη όμως απλουταριά συνεχώς την άκουγα. Απλουταριά παντού. «Εδώ να κάνουμε το πανηγύρ’. Σ’ αυτή την πλατεία, γιατί έχ’ καλή απλουταριά. Αλλού δεν χωράμε. Θα κουτριόμαστε αναμεταξύ μας». Αυτά ήταν τα λόγια χωριανού μου, η επιχειρηματολογία του δηλαδή να ορίσει το χώρο του πανηγυριού. Απλουταριά για το πανηγύρ’, απλουταριά στη βοσκή, απλουταριά σ’ όλο το χωριό. Ακόμα και στο σπίτι. «Σκορποχώρ’ τόκανες όλο το σπίτ’. Αμάζευτος είσαι. Απλουταριά παντού». Αρκετές φορές τη μπέρδευα με το απλοχέρ’ς. Έκανα και δική μου ετυμολογία. Απλωμένο χέρι, άρα όπως και η απλουταριά, απλωμένος τόπος, όλα στο σιάδ’. «Τι να πεις και τι να μολοήσεις! Αυτά τα κοριτσούδια, τα πέταξαν όλα πέρα. Τα έβγαλαν στο σιάδ’. Μια απ’θαμή φούστα. Τι να κρύψ’. Όλα απλουταριά. Θα μας αποδοκιμάσ’ο Θεός!» Δεν μας αποδοκίμασε ο Θεός! Ο Θεός είναι φιλεύσπλαχνος! Το άκουσα μια φορά και σε συνοικέσιο. Καθορίζονταν το ύψος της προίκας. Συζητήσεις επί συζητήσεων, ώσπου ακούστηκε και το περίφημο επιχείρημα: «Αυτή είναι απλουταριά. Θέλ’να δώσ’ το μισό χωριό προίκα ο πατέρας της για να την παντρέψ’. Ατέλειωτ’ απλουταριά σ’λέω».

Είχε καταχωθεί στο βάθος της μνήμης μου η λέξη. Δεν την άκουσα, δεν τη διάβασα σε κανένα βιβλίο. Βρισκόταν εν υπνώσει. Μού την επανέφερε στη μνήμη ο μυλωνάς του χωριού. Νέος άνθρωπος, αληθινός φύλακας και τοποτηρητής των ηθών και εθίμων του χωριού και άξιος συνεχιστής της παράδοσης και της ντοπιολαλιάς. Εκεί που πήγαμε όλοι τα ρούχα για πλύσιμο στη νεροτροβιά και προσπαθούσε να μας βάλει σε τάξη, «ο καθένας με η σειρά του και ο νεροφόρος στο αυλάκι του», άκουσα να λέει: «εδώ, θα τα βάλετε αραταριά!» και θυμήθηκα τη λέξη. Οι γυναίκες όμως του δημιουργούσαν προβλήματα. Μία τα έβαζε εδώ, η άλλη εκεί. Τότε τον άκουσα να λέει: «Θα τα βάλετε με τη σειρά, δεν είναι απλουταριά εδώ». Δεν ξέρω γιατί αλλά συγκινήθηκα μόλις την άκουσα αυτή τη λέξη που μου οδήγησε τη μνήμη μου σε παλιά, παιδικά και γλυκά μονοπάτια.

Μια λέξη πολύ γλυκόφωνη, πολύσημη και με πλαστικότητα που αποδίδει ενίοτε κυριολεκτικά την πραγματικότητα. Χάνεται… «Μετά των άλλων».

 

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Η Φωνή του Ελληνικού», αρ. φ. 127