Στην κοιλάδα του Άδη

Του Βασίλη Κραψίτη

Ψιλοβρέχει… Περνάμε τα χωριά στα ριζά του βουνού. Μας χαμογελάει το βαθύ πράσινο και κάπου-κάπου το σταχτί. Λίγο πιο δω, κάτω απ’ το χωριά Χόικα, μας σταματάνε κάποια ερείπια. Είναι τόσο άυλη η παρουσία της παλιάς Εύροιας, της πολιτείας πού πορεύονταν αισιόδοξα στον ίδιο χώρο. Τα λίγα αυτά κατάλοιπα αφήνουν πίσω τους μια φωτεινή βολίδα. Τη μορφή του Άη Δονάτου, πού σαν επίσκοπος Ευροίας έλαβε το 381 μέρος στη Δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη , όπου και επιβλήθηκε με τα θαύματα του.

Πάνω σε κάτι τέτοια ερείπια ολοκληρώνομαι, ταυτίζοντας την αναπνοή μου με τούς στεναγμούς του κόσμου. Πιο πέρα, κατά το χωριό Γλυκή κάτω απ’ το βουνό Ζαβρουχάκι, σταματάμε σε κάποια άλλα φτωχικά ερείπια. Είναι από την Ισωρία ή Σωρεία, μια μικρή πολιτεία της περιοχής της Εύροιας, πούγινε από κείνα τί παλιά χρόνια γνωστή σαν τόπος του θανάτου. Σήμερα το παρελθόν τους τα έχει εγκαταλείψει. Όμως από εκείνους τούς πρώτους μετά Χρίστον χρόνους ακούγεται ο ρυθμός κάποιων αόρατων βημάτων, πού προσπαθούν να σώσουν τη ζωή από τις αβύσσους του θανάτου.

Η περιοχή όλη της Παραμυθίας διατηρεί ακόμη το μύθο για κείνον τον φοβερό δράκοντα, πού ζούσε στη σπηλιά, κάτω απ’ τη σκάλα της Τζαβέλαινας, κατάντικρυ της Σωρείας, μολύνοντας τα νερά και καταστρέφοντας τον τόπο : «πρόβατα καί αιγας, ίππους τε και ανθρώπους εξήρπαζε». Σ’ αυτό το ανθρωποφάγο θεριό εναντιώθηκε επίμονα ο άγιος Δονατος, ως που τελικά το σκότωσε: «Εν δε τη αύτη πόλει χωρίον ήν, όνομα αυτώ Σωρεία, έν ώ ήν πηγή ύδατος και όσοι αν εξ αυτής έπινον πικρω θανάτω παρεδίδοντο. Μαθώνδέτουτο ο άγιώτατος επίσκοπος Δονατος αφίκετο προς την πηγήν, μετά των σύν αυτώ κληρικών· και άμα τω καταλαβειν αύτόν βροντή γέγονεν· και ευθύς εξελθών ζώον θανατηφόρον, όπερ ενεφώλευε τη πηγή, συνήντησε τω μακαρίω και επειράτο τη ούρα αυτού συμπαραλαβεΐν τους πόδας του όνου, ώ επωχεΐτο ο μακάριος. Ο δε επιστραφείς και ίδών το θηρίον, το φραγγέλιον, δι ου το υποζύγιον έτυπτε, κατά νώτον του θηρός θέμενος, καιρίαν μάστιγα δι’ αύτου τούτω υπήνεγκεν· ο και παρευθύς πεσόν απέψυξε. Τότε συλλέξαντες ξύλα οι αυτόπται του θαύματος κατέκαυσαν το θηρίον· ούδείς δε ετόλμα του ύδατος άψασθαι. Ο δε άγιος εύχήν ποιήσας και την πηγήν εύλογήσας και πρώτος πιών, επέτρεψε και τοις πάσιν άδεώς πίνειν, εξ ού πιόντες και ευφρανθέντες αβλαβείς εις το έξης, εις τα ίδια επορεύοντο» .

Αυτή η επικοινωνία του μύθου μας φέρνει κάποιες άλλες ερμηνείες για τον αγώνα του Άη Δονάτου σε εξυγιαντικά έργα, με τα όποια έσωσε την περιοχή από την ελονοσία, που τη δυνάστευε και γλύτωσε έτσι τους ανθρώπους, που καθημερινά έπεφταν στο στόμα του θανάτου, του φοβερού εκείνου δράκοντα. Κι ό τόπος από τότε κράτησε ιερή τη μνήμη του άγιου τούτου, πού δεν ήταν ο Άδης, όπως πολλοί υποστηρίζουν, συσχετίζοντας το όνομα του Άη Δονάτου με τον πανάρχαιο μύθο του Αϊδωνέα, ποιητική έκφραση του Άδη, του μυθικού βασιλιά πού κυριαρχούσε στα νεκρικά εδώ ανάκτορα της Αχερουσίας. Ήταν ο νικητής του Άδη. Ο ιστορικά υπαρκτός Άη Δονατος, που είναι από τότε ο φόβος, η αγάπη και η ελπίδα αυτής της περιοχής.

Περπατάμε στον Ομφάλιον τόπο, στα κράσπεδα του χωρίου Γλυκή. Το λιγοστό φως του συννεφιασμένου πρωινού φωτίζει τα ερείπια ενός ναού. Εδώ υπήρχε η παλαιοχριστιανική εκκλησιά, που έκτισε ο Άη Δονατος με την οικονομική βοήθεια του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου του Μεγάλου. Τούτα όμως τα ερείπια της βυζαντινής βασιλικής δεν έχουν καμιά σχέση με την εκκλησία του Άη Δονάτου. Οι πρόσφατες ανασκαφές «έφεραν εις φως και παλαιοχριστιανικόν και έτι άρχαιότερον ύλικόν, όπερ πιθανώτατα προέρχεται έξ αρχαιοτάτων οικοδομημάτων της περιοχής. Εκ του υλικού τούτου το μεν παλαιοχριστιανικόν δεν αποκλείεται να προέρχεται εκ της θεοδοσιακής βασιλικής του Δονάτου το δ’ έτι άρχαιότερον, χρησιμοποιηθέν, ως φαίνεται, και κατά τούς παλαιοχριστιανικούς χρόνους εκ δευτέρου, δεν αποκλείεται να προέρχεται εκ του αρχαίου Ομφαλίου, του οποίου την παραχώρησιν εκ μέρους του Μ. Θεοδοσίου επέτυχεν ο Δονατος διά να κτίση επί τούτου εκκλησίαν» .

Οι πεσμένες κολώνες λούζονται για μια στιγμή στο φως. Η φαντασία μας τις υψώνει να στολίζουν έναν καλλιμάρμαρο ναό, όπου από τα υλικά του ειδωλολατρικού κόσμου στεριώνονταν ο χριστιανικός κόσμος. Κάτω απ’ αυτόν το ναό, όπως και από τόσους άλλους του ελληνικού χώρου και οι παλιοί θεοί κι αυτός ο άγιος, πρόσφεραν τον τραγικό τους λόγο σαν αχνάρι της πορείας της ζωής. Τα ιδανικά απωθούνταν και ξανάσμιγαν, υψώνονταν και σωριάζονταν. Οι κοινωνίες διαδέχονταν η μια την άλλη κι αυτοί οι ναοί ξαναγύριζαν ερειπωμένοι στη μάνα γη. Για νάρχεται σε μια συγκινητική στιγμή η ποίηση του τοπίου να μεταβάλλει τα λευκά φτερουγίσματα των περιστεριών πάνω στις κολώνες, σε φτερουγίσματα του Αγίου Πνεύματος, πού έρχεται να χαράξει την παρουσία του ιερού χώρου, πού ευλόγησε ο άγιος των καρδιών, ο επίσκοπος Δονάτος…

Το ποτάμι που πηγάζει από τα σουλιώτικα βουνά έχει θεριέψει. Νοιώθουμε την υγρασία του να κολλάει στα ρούχα μας. Ο καιρός που σφίγγει έχει καταδικάσει τον κόσμο σε απραξία. Η δεντροστοιχία από τα πλατάνια είναι τόσο ειδυλλιακή!

Το μυθικό ποτάμι, ο Αχέροντας, έτσι, όπως πηδάει από βρυσομάνες σπηλιές και τρέχει ανάμεσο σε δέντρα, πλατάνια και λυγαριές, μας προξενεί δέος. ‘Ένας γέρος, πού μας συνοδεύει, κοιτάζει το θόλωμα του νερού και ψιθυρίζει:

-Τί παλιόκαιρος!

Δεν του αποκρίνεται κανένας. Κοιτάμε το νερό, που κυλάει κάπως ήρεμα μπροστά μας και νοιώθουμε τους ψαλμούς του να μας δονούν. Νομίζουμε πώς προχωρούμε από οπτασία σε οπτασία.

Παίρνουμε σιγά – σιγά την άκρο ποταμιά. Σταματάμε σ’ ένα δεντρόκηπο. Ο γέρος ρίχνει επίμονη τη ματιά του σ’ ένα καρποφόρο δέντρο. Τα λυγερά κλωνιά του μουσκεμένα βουτούν τα λεπτά του φύλλα μέσα στη λάσπη. Σκέφτεται πώς μέσα στις φουρτούνες πολλές φορές θέλησε να το κόψει. Όταν όμως ο κίνδυνος περνούσε κι η άνοιξη μπουμπούκιαζε τα κλαδιά του, το χαιρόταν τόσο που παραιτιόνταν από την προσπάθεια του γκρεμίσματος του.

-Έτσι είναι η ζωή μας εδώ, συνεχίζει ο γέρος. Το μεγάλο ποτάμι, ο μύθος, το χώμα, η λάσπη και τα γέρικα δέντρα.

-Βλέπω τόσα καινούργια δέντρα, του λέω.

– Από το φύτρωμα τους σ’ αυτό το χώρο τα αφεντεύει, χιλιάδες χρόνια, ο θάνατος. Εδώ είναι το βασίλειο του Αχέροντα. Ως πρόσφατα ο θάνατος εδώ ήταν τα έλη. Τώρα είναι η ξενιτειά. Είναι δύσκολη η νίκη του.

Ο  λόγος του ανταμώνεται με το ρόγχο του Αχέροντα, που γκρεμίζει βράχια στους μικρούς καταρράχτες πού σχηματίζει, ως που ξαπλώνει σε φαρδιές αμμουδιές και στενεύει σκίζοντας την πεδιάδα, για να χαθεί στα σπλάγχνα της. Ο Αχέροντας, όπως ξαφνικά τινάζεται με μεγαλοπρέπεια, φιδοσέρνεται πάλι στο μεγάλο καλαμόφυτο κάμπο του Φαναριού, σμίγει με το άλλο ποτάμι της Παραμυθίας, τον Κωκυτό, εκεί όπου στα παλιά χρόνια σχηματίζονταν η Αχερουσία λίμνη και μας ξυπνάει την οδύνη.

Έχουμε την παραίσθηση πως ακούμε τους οδυρμούς των ψυχών, που κουβαλούσε στον Άδη με το ακάτιο του ο Χάρος, αναδεύοντας τα χαλκοπράσινα νερά της Αχερουσίας. Οι καλαμιές έγερναν θλιμμένες. Κατά το ηλιόγερμα, την ώρα πού χλόμιαζε κι έσβηνε η ζωή, ο Χάρος, με τη βάρκα του στην ακρολιμνιά, έπαιρνε απ’ τον ψυχοπομπό Έρμη τις ψυχές για το αγύριστο ταξίδι. Κ’ έλαμνε τα κουπιά.

Κάποτε στην αγωνία αυτού του ταξιδιού ξεπηδούσαν μερικές ατομικές αρετές, που σύνθεταν την τραγική τιμή του ανθρώπου. Η ζωή είναι πάντα μια θέση και ο άνθρωπος παλεύει αιώνια με το Χάρο. Έτσι κι ο Ανάργυρος Μένιππος, στο νεκρικό διάλογο του Λουκιανού, αρνιέται να πληρώσει τα πορθμεία. Ο άνθρωπος θέριεψε κι έλαβε τη δύναμη να χτυπηθεί με τη μοίρα κι ύστερα να πέσει από κατάφαση και λογισμό, μια που ο θάνατος είναι πηγή του λογισμού.

Η βροχή σταμάτησε. Διασχίζουμε τον κάμπο. Το φως λιγοστό πέφτει στα φυλλώματα. Διατηρούσαμε από τα παιδικά μας χρόνια την εικόνα του θανάτου της κοιλάδας του Φαναριού. Πολλά έχουν από τότε αλλάξει. Τις αχυρένιες καλύβες, όπου μέσα στη δυστυχία μεγάλωναν οι πολυάριθμες οικογένειες, τις έχουν πια αντικαταστήσει τα περιποιημένα πέτρινα σπιτάκια πού χαμογελούν. Τα σύγχρονα μέσα του πολιτισμού έχουν φωλιάσει στις «εστίες» των εργατών μας της Γερμανίας. Στους λαχανόκηπους με τους λουλουδιασμένους φράχτες διαθλάται η αισιοδοξία. Στον ασφαλτοστρωμένο αυτοκινητόδρομο κυκλοφορούν πολυτελή αυτοκίνητα. Έτσι αγγέλλεται σ’ όλη την περιοχή η μεγάλη είδηση της επιστροφής μερικών από τους ξενιτεμένους μας.

Περνάμε την όμορφη δεντροστοιχία του Κανελλακιού. Η πεδινή τούτη κωμόπολη βαδίζει τα τελευταία χρόνια ανοδικά. Με το Γυμνάσιό της, το αγροτικό ιατρείο, τα πλουτισμένα απ’ όλα τα μέσα του πολιτισμού σύγχρονα καταστήματα, με την πλακόστρωτη πλατεία, τον κινηματογράφο, τα αναψυκτήρια και το πεντακάθαρο ξενοδοχείο «Αχέρων», όπου αναπαυόμαστε για λίγο.

Μόλις έχει περάσει το μεσημέρι και προχωρούμε στην κοιλάδα. Κάπου εδώ, που σμίγουν ο Αχέροντας με τον Κωκυτό, υπήρχε ως εδώ και εκατό χρόνια η Αχερουσία λίμνη. Η καταχνιά πού πέφτει αρχίζει να τα σκεπάζει όλα. Ακούγονται βήματα από τα περασμένα. Ζωντανεύει ο μύθος και κυριαρχούμαστε από το φόβο. Μέσα στη θολωμένη στιγμή ακούγεται ο στίχος του Ομήρου με τη φωνή της Κίρκης, που συμβούλευε τον Οδυσσέα για να φτάσει στα παλάτια του Άδη: «Όταν ο βοριάς θα έχει πάει το πλοίο σου ανάμεσα απ’ τα κύματα του ωκεανού, στις ταπεινές ακτές και το ιερό δάσος της Περσεφόνης, μες τις μεγάλες λεύκες και τις άκαρπες ιτιές, έβγα στη στεριά και πήγαινε στο βασίλειο του Άδη. Εκεί ενώνονται με τον Αχέροντα ο Περιφλεγέθων και ο Κωκυτός, που πηγάζει από τη Στύγα. ‘Ένας βράχος δείχνει τη συμβολή αυτών των δύο πολυθόρυβων ποταμιών». Ταξίδι για την Έφυρα, για τη χώρα των Κιμμερίων και για την Αχερουσία λίμνη. Τούτη η αναστημένη φαντασία μας κάνει ν’ ακούμε τη φωνή του Οδυσσέα που διηγείται αυτό το ταξίδι του: «Μια ολόκληρη ημέρα ταξιδεύαμε με γεμάτα πανιά. Την ώρα πού βράδιαζε και τα σκοτάδια σκέπαζαν όλους τούς δρόμους, φτάσαμε στην αντικρινή όχθη του ωκεανού με τις βαθιές αβύσσους. Εκεί έχουν την πολιτεία τους οι Κιμμέριοι, λαός σκεπασμένος πάντα με σύννεφα και ομίχλες. Ποτέ οι ακτίνες του ήλιου δε φτάνουν ως αυτούς, ούτε όταν το άστρο της μέρας ανεβαίνει στον έναστρο ουρανό, ούτε όταν κατεβαίνει στη γη. Θλιβερή νύχτα σκέπαζε πάντα αυτούς τους δυστυχισμένους θνητούς».

Σ’ αυτό τον τόπο έσβηνε η ζωή. Εδώ, σε μια ώρα που οργίαζε η φύση, η κόρη της Δήμητρας, η Περσεφόνη, σταμάτησε το παιχνίδι με τις φίλες της, για να κόψει έναν όμορφο νάρκισσο που από τη ρίζα του έβγαιναν εκατό μίσχοι και από το άρωμα του ευωδίαζε όλη η πλάση. Η γη άνοιξε τα σπλάχνα της. Ο Άδης, που φανερώθηκε, άρπαξε την όμορφη κόρη στο χρυσό του άρμα και την έφερε στα παλάτια του. Έτσι και οι θεοί έκλαψαν. Μα μεσολάβησε ο Έρμης. Κι η Περσεφόνη κανονίστηκε να μένει πότε στα βάθη της γης και πότε πάνω στη γη. Με τον τρόπο αυτό η ζωή συμφιλιώθηκε με το θάνατο.

Η καταχνιά κατακάθεται στους ασφοδελούς, στις μέντες και στις λεύκες που γεμίζουν το τοπίο. Πώς να μη θυμηθείς τις δυό νύμφες που συμπάθησαν το φοβερό αυτόν εδώ θεό; Η μιά ήταν η Μίνθη, πού για να τη σώσει ο Άδης από την εκδίκηση της Περσεφόνης, τη μεταμόρφωσε σε φυτό, στη γνωστή μέντα. Η άλλη ήταν η Λεύκη, η κόρη του Ωκεανού, που την άρπαξε ο Άδης από τα βασίλειά του και σαν πέθανε τη μεταμόρφωσε σε δέντρο την «αργυρόχρουν λεύκην», με τα φύλλα της οποίας έπλεξε ο Ηρακλής το στεφάνι, που φορούσε σαν γύρισε από τον Άδη, λευτερώνοντας το φίλο του Θησέα. Και πώς να μη θυμηθείς ότι στη χώρα αυτή των ασφοδελών, όπως τη λέει ο Όμηρος, ξαναγύρισε αργότερα ο Ηρακλής εκδικητής του κακού, κατορθώνοντας να σκοτώσει το σκυλί του Άδη, τον Κέρβερο, πού φύλαγε την είσοδο του υποχθόνιου κόσμου!

Όλες αυτές οι μυθολογικές μνήμες έρχονται με το φύσημα του ανάλαφρου αέρα. Μέσα μου κάτι ανασαλεύει. Χορεύει ο πόθος στο ρυθμό αυτής της βάρκας του Χάρου. Όλα δονούνται· ο πόθος με δυναστεύει. Δεν έχω έτοιμη τη απόκριση της ποιότητας αυτού του πόθου. Ο αέρας, που δυναμώνει, με βγάζει από την αγωνία. Ο πόθος αυτός που τινάζεται μέσα μου είναι ό αιώνιος πόθος του ανθρώπου, για τη νίκη του θανάτου …

Δε δέχτηκε ποτέ ο άνθρωπος πώς με το θάνατο όλα τελειώνουν. Πέρα από το σώμα υπήρχε η ψυχή, πού ήταν αθάνατη. Κι αυτή η ψυχή ήταν πολύ παλιά η δοξασία ότι συχνά πλανιόταν γύρω από τούς ζωντανούς. Εύκολη, λοιπόν, η γέννηση της ελπίδας για την επικοινωνία μαζί της. Ασάλευτη πια η πίστη πως η επίκληση των ψυχών θα μπορούσε να γίνει και με την απλή θέληση, κυριότερα, όμως, με τη βοήθεια μυστηριωδών τελετών (νέκυια). Έτσι στους τόπους των μεγάλων νεκροταφείων υψώθηκαν τα πρώτα νεκρομαντεία ή νεκυιομαντεΐα, όπου γινόταν η πνευματική επικοινωνία με τούς νεκρούς, για να φανερωθούν τα απόκρυφα και τα μελλοντικά πράγματα.

Βαδίζουμε για ένα από τα πιο ονομαστά νεκρομαντεία της αρχαιότητας. Το νεκρομαντείο της Έφυρας της Θεσπρωτίας. Ολόγυρα η έκφραση ενός κόσμου, πού φοβόταν τη χαρά και αρνιόταν την ευτυχία με τη διδαχή του θανάτου.

Βρισκόμαστε πάνω σ’ ένα κωνικό βραχώδη λόφο του χωρίου Μεσοπόταμου του Φαναριού. Πάνω του τα ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Πρόδρομου, πού ήταν μετόχι του Σινά. Πάνω, λοιπόν, στο λόφο με τα χρώματα στέκει ορθός ο χριστιανικός κόσμος. Κάτω του, λησμονημένος αιώνες στα βάθη του, ο γκρεμισμένος ειδωλολατρικός κόσμος. Ανάμεσα τους το ατεμάχιστο νήμα πού πλέκει η πίστη της αθανασίας της ψυχής.

Προχωρούμε στον υπόγειο χώρο τον αφιερωμένο στο θάνατο, όπως φανερώθηκε από τις τελευταίες ανασκαφές. Αυτούς τους τόπους τους έστηνε ο πόνος αγαπημένων προσώπων, η επιθυμία εξαγνισμού, η κοπιαστική αναζήτηση του εαυτού, η ανάγκη της ελευθερίας και του φωτός. Έρχονταν εδώ οι άνθρωποι με τροφές και αρώματα, προσφορές τους στους νεκρούς, για να ρωτήσουν και να μάθουν για όσα αγωνιούσαν. Ήρθε εδώ κάποτε και ο τύραννος της Κορίνθου Περίανδρος, για να μάθει από τη νεκρή γυναίκα του, τη Μέλισσα, τον τόπο που ήταν κρυμμένες μερικές ξένες παρακαθήκες.

Πόσες σκοτεινές και πολυδαίδαλες διαβάσεις! Τις περνάμε με αργά βήματα. Φανταζόμαστε εκείνον τον πιστό που «γονυπετής» και υστέρα από πολυήμερη κάθαρση σε αφώτιστα κελιά, πορευόταν το δρόμο για την αναζήτηση της αλήθειας και, μέσω αυτής, της λύτρωσης. Από τούς διαδρόμους τούτους και το κύριο ιερό με τα πολλά δώματα, που επισκεπτόμαστε, μας έρχεται αμείωτη η έκφραση του μυστηρίου της ζωής και του θανάτου, του φόβου του κακού και της ελπίδας για λύτρωση, μια που «ο λαβύρινθος είναι σαν τη ζωή και η ζωή σαν λαβύρινθος».

Με τις πληροφορίες για τους πεθαμένους του ο άνθρωπος, υστέρα από την πρώτη έκσταση, συνειδητοποιούσε την αλήθεια της ζωής και την αλήθεια του θανάτου. Και τότε γίνεται πολύ περήφανος για την ανθρώπινη υπόστασή του. Ήταν αυτό το προσκύνημα στους χώρους του Άδη μια μαθητεία της γνώσης του να ζει. Τον έσπρωχναν σ’ αυτή τη σπουδή οι ομορφιές της φύσης, η καρδιά που σκιρτούσε από νιάτα, τα γεμάτα τρυφερότητα σκηνικά τ΄  ουρανού και της γης. Και μάθαινε πως η ζωή δεν έπρεπε να χάνεται.

Είμαστε τώρα στην υπόγεια αίθουσα, το ανάκτορο του Αϊδωνέα και της Περσεφόνης. Η πέτρινη οροφή του, πού αποτελεί το δάπεδο της από πάνω μεγάλης αίθουσας, φέρεται πάνω σε δεκαπέντε πέτρινα τόξα. Μέσα σε τούτο το ανάκτορο, με τη βοήθεια των ιερέων, φανερώνονται τα είδωλα των νεκρών, τα «αμενηνά κάρηνα», τα όποια άρχιζαν το διάλογο με τους ζωντανούς. Κι ήταν τόση η ψυχική προετοιμασία του προσκυνητή με τη νηστεία και τη γενική κάθαρση, με την πολύωρη διαδρομή αυτών των σκοτεινών λαβυρινθοειδών διαδρόμων, ως που να φτάσουν στο σκοτεινό άντρο του Άδη, κι ήταν τόσο δυνατή η υποβολή, που βγαίνοντας τούτοι κάποτε στο φως της μέρας, ομολογούσαν πως είδαν και άκουσαν τον αγαπημένο τους νεκρό.

Πολλά τα ευρήματα στο χώρο αυτόν. Πολυτιμότερα όλων δυο πήλινα ειδώλια: του Κέρβερου, του άγρυπνου φύλακα της εισόδου του Άδη, και της θεάς Περσεφόνης. Η Περσεφόνη με τα σύμβολα της χθόνιας φύσης της, τον πόλο, στολισμένο με καρπούς, σύμβολο της ευφορίας και την καλύπτρα, παρουσιάζεται με όλη τη μεγαλοπρέπεια της βασίλισσας του κάτω κόσμου.

Αγγίζω τις χορδές της άρπας της καρδιάς μου. Ακούγεται μια μελωδία, που απευθύνεται σ’ αυτή τη χθόνια θεά.

-Πες μας, Περσεφόνη, ποιος είναι ο σωστότερος δρόμος της ζωής;

-Να μη χάνετε τη ζωή σας ζώντας.

Ακούστηκε η φωνή της θεάς. Ίσως να μίλησε κι η σοφία, που αναδίδει ο τόπος αυτός της επικοινωνίας με τους νεκρούς. Όμως ακούστηκε μια αλήθεια. Καιρός να μη χάνουμε τη ζωή μας. Μας το παραγγέλλει ο Άδης.

Η μέρα τελειώνει. Στο θλιμμένο ουρανό φαίνεται αβέβαιο τό πρώτο αστέρι. Τώρα ανάβουν ένα-ένα όλα τ΄ άστρα. Μες στη γαλήνη όλα μπαίνουν σε ρυθμό και μουσική.

Η καρδιά μου αγγίζει τη βουβή θλίψη. Η νύχτα που έφτασε σπαταλάει τα άνθη της. Το φεγγάρι πού προβάλλει παίζει με τα κλώνια. Πάνω στη χλόη μένουν ασάλευτες οι σκιές. Μένουμε σιωπηλοί μπροστά τους. Το φεγγάρι, που τώρα όλα τα φωτίζει, κάνει τις σκιές να χάνονται μιά – μιά.

Το παρόν έχει πια εγκαταλείψει αυτό εδώ το παρελθόν. Γυρίζουμε στο δικό μας κόσμο. Το νεκρομαντείο μένει πίσω μας με τα γκρεμισμένα σύμβολά του. Ανοίγουμε τα βήματά μας. Βιαζόμαστε για την κατάκτηση της ζωής. Στο θετικό αυτό βηματισμό μάς συντροφεύουν το μελωδικό τραγούδι του πουλιού, ποΰρχεται απ’ την άλλη μεριά του λόφου και οι μικρές φωνές των ανθρώπων που γυρίζουν από το μόχθο του κάμπου…

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Βασίλη Κραψίτη «Ταξίδι στην Ήπειρο», Αθήνα 1970

Advertisements