Διότι

Της Χρυσάνθης Ζιτσαίας

Κάθε Κυριακή απόγιομα, έπαιρνα τα σύνεργα – καλαμάρι, πέννα, λίγα φύλλα χαρτί – και ξεκινούσα, πότε λέγοντας για που και πότε όχι. Η δουλειά ήταν μυστική και ιερή συνάμα. Αυτό δε μου το είχε πει κανένας, όμως το ένοιωθα βαθειά, κι’ όλα εκεί που πήγαινα μου τ’ φώναζαν: Η λαχτάρα της Βάσως ως που να με ιδεί, τα χρώματα που άλλαζε, όση ώρα βρισκόμαστε κλεισμένες οι δυό μας στο μικρό καμαράκι, τα δάκρυα, τα χαμόγελα, πότε ποιημένα, πότε γλυκά, ανάλογα με τις ψυχικές καταστάσεις που εναλλασσόταν και δονούσαν το πλούσιο νεανικό της στήθος.

.. Μέσα μου θυμάμαι, αισθανόμουν και μια κάποια περηφάνια: Εγώ… μια μπουκιά άνθρωπος, να ξέρω τόσα μυστικά, και να μη λέω σε κανέναν τίποτα, τίποτα. Μα και τώρα ακόμα που το σκέφτομαι βρίσκω δικαιολογημένη την κρυφή εκείνη περηφάνια μου. Δεν ήταν και μικρό πράγμα αλήθεια!.. Να γράφω εγώ τα γράμματα, μιας νιόπαντρης για τον καλό της στην Αμερική!

Τι χώρα να ήταν τάχα αυτή που τη λέγαν Αμερική, και τι λογής άνθρωποι να την κατοικούσαν; Να ήταν από κει πού βγαίνει ο ήλιος, ή από κει πού βασίλευε; Η Βάσω ήξερε μόνο πώς τα καράβια για να τη φτάσουν, περνούν μια μεγάλη θάλασσα, σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες· και πως ο νους της, γοργοφτέρουγος, βρισκόταν εκεί την πάσα στιγμή … διότι … – είπα τώρα χωρίς να το καταλάβω κι ένα, διότι. Ίσως επειδή, αυτό το «διότι», ήταν μία σημαντική λέξη σε τούτη την Ιστορία. Χωρίς αυτό μάλιστα, θα την είχα κι αυτή ολότελα ξεχασμένη.

Μα ας είναι…

Όλα τ’ απογεύματα της Κυριακής ήταν κλεισμένα. Όχι βέβαια γιατί κάθε Κυριακή γράφαμε κι από ένα γράμμα. Όχι δα. Ούτε κι εμείς είμαστε ικανές για τέτοια, ούτε και συνηθιζόταν τέτοιες πολυτέλειες, εκείνη την εποχή, σε κείνον τον τόπο. Κι’ αν θα το γράφαμε, τί θα το κάναμε μετά; Πήγαινε και δεν πήγαινε μια φορά στις δεκαπέντε ο μπάρμπα Κώστας με το μουλάρι το ταχυδρομείο στα Γιάννινα.

Θα πείτε τώρα, τι κάναμε κάθε Κυριακή; -Τι κάναμε; Εμ, εύκολη δουλειά ήταν τούτη; Να! τη μία Κυριακή, χαρακώναμε το χαρτί και γράφαμε το φάκελο. Η Βάσω τον κρατούσε από τις δυό άκρες να μην κουνιέται, κι εγώ έγραφα. Την άλλη, λογαριάζαμε τί θα γράψουμε, τα βάζαμε στη σειρά, κάναμε το πρόχειρο σ’ ένα στρατσόχαρτο να μη χαλάμε το καλό και την παράλλη πια με το καλό, το γράφαμε και τ’ αφήναμε να στεγνώσει, για να μη βάλουμε στάχτη απάνω. Μετά σαλιώναμε καλά – καλά το φάκελο – όχι με σάλιο, μα συνήθως, με τα δάκρυα της Βάσως, πού κυλούσαν κόμπο κόμπο ως με τα χείλια, και τα μάζευε με τα δάχτυλα- και τον κλείναμε χτυπώντας τον δυνατά με την παλάμη.

Έπειτα, άλλες τόσες Κυριακές, διαβάζαμε το γράμμα από την Αμερική. Η Βάσω το μάθαινε απ’ έξω, μ’ όλα εκείνα τα ατελείωτα «διότι». Όταν μου ξέφευγε καμιά λέξη την έλεγε εκείνη. Όταν πάλι, τα μάτια μου, από το πολύ διάβασμα αντραλιζόταν κι έλεγαν καμία παραπάνω, με σταματούσε σαστισμένη.

-Αυτό, δεν τώπες άλλη φορά. Είναι κι αυτό μέσα; Κοίτα, γιέ μου, καλά. Μπορεί να λέει κι άλλα κι άλλα ακόμα.

Θεέ μου· ότι έγραφε κι’ ότι δεν έγραφε εκείνο το φτωχό χαρτί πού δε μπορούσε να το διαβάσει, κι όσα θάγραφαν μαζί, όλα τα αισθηματικά βιβλία του κόσμου, ο νους της Βάσως τα μάντευε κι η καρδιά της όλα τα χωρούσε με λατρεία. Το κοιτούσε ώρα με προσοχή σα να το διάβαζε. Έπειτα, δειλά και κοκκινίζοντας, με ρωτούσε. – Που λέει, σε γλυκοασπάζομαι;- Έδειχνα με το δάχτυλο τη λέξη και τη συλλάβιζα.- Σε γλυ-κο α-σπά-ζο-μαι. -Τόσο τόπο παίρνει;  Όλη την αράδα την πιάνει.- Την άλλη Κυριακή, η λέξη ήταν ξεθωριασμένη. Ίσως να τη φιλούσε η Βάσω. Μπορεί κι όλας νάπεφτε και κανένα δάκρυ επάνω…

*

Είπα ότι τα σύνεργα του γραψίματος, αυτά που ενδιέφεραν τη Βάσω, τα έπαιρνα εγώ. Τα άλλα πού ενδιαφέρον πολύ εμένα, τα ετοίμαζε εκείνη από νωρίς. Ένα πιάτο σταφίδες, ένα σύκα λιαστά, ένα μύγδαλα καθαρισμένα, μουσταλευριές, κι’ ότι φύλαγε στην κασέλα για τέτοιες πολύτιμες ώρες. Όσα φάω, και τ’ άλλα μου τα τρύπωνε πατηκωτά στις τσέπες, νάχω κι αύριο στο σκολειό.

Τάβαζε όλα πάνω σ’ ένα τραπέζι, μαζί μ΄ ένα χαρτονένιο κουτί, γιομάτο «διότι». Το τελευταίο αυτό, ήταν άυλο κι αθώρητο στην πραγματικότητα· όμως εγώ, έτσι το φανταζόμουν· σαν να υπήρχε εκεί μπροστά, γυαλιστερό, ξενοφερμένο, ανοιχτό και πρόχειρο. Γιατί όπως κάθε λίγο, έπαιρνε από τα πιατάκια και μπούκωνε το στόμα μου με γλυκά, έτσι έριχνε και στην άκρη της κουτσοπένας μου – πού πότε καβαλλικεύονταν η μύτη και πότε ίσιωνε- εκείνα τα περίεργα «διότι»: «Εψές σε είδα, διότι, στον ύπνο μου, σαν ζωντανόν. Ήμασταν, λέει, στο χοροστάσι. Μ’ εκρατούσες, διότι, από το χέρι, κι εγώ έσερνα το Ρόβα. Αναθυμιούμαι ολοένα τα γλυκά σου λόγια. Εγώ, διότι, μεγάλωσα ορφανή σε ξένα χέρια και δεν άκουσα ποτέ καλό λόγο διότι». – Εδώ Βάσω δεν πάει το διότι. Δεν έρχεται καλά.- Βάλτο εσύ, κι’ας είναι. Πάει και παραπάει. Άλλο είναι η κουβέντα κι άλλο τα γράμματα. Νάχουμε και κανένα Ελληνικό μέσα, να μη δείχνουμε ντιπ ζωντόβολα. Ύστερα … το βάζει κι’ αυτός. Θα πει, πώς συνηθιέται, πώς έτσι πρέπει.-Μπορεί, έλεγα κι εγώ μέσα μου, έτσι να πρέπει, αφού το έβαζε κ’ εκείνος από την Αμερική: «Δε θα γυρίσω διότι και τόσο ύγλήγορα. Λέω να μάσω παράδες πολλούς διότι να φτάσουν να χτίσουμε καλό σπίτι. Νάχει ένα νοντά, ένα λιακωτό, διότι, ένα μαντζάτο, κι’ ένα παράσπιτο για το φούρνο κι όλα τα σέα διότι…».-Καλό είναι και τούτο το σπίτι, έλεγε η Βάσω, να γράψεις, πως μας χωράει, κι έτσι και – να γυρίσει ογλήγορα. – Έπειτα μ’ έβαζε και το έσβηνα πίσω. – Ας το, γιέ μου, να μη τον κακοκαρδίσουμε. Ας κάνει καθώς καταλαβαίνει … μόνε … κοίτα τώρα· τούτο πως να το γράψουμε, έτσι, να το μάθει με τρόπο – και μούδειχνε ντροπαλά την κοιλιά της, πούβγαινε πάνω από το τραπέζι με τη ζώνη, ξεκούμπωτη. – Είκοσι μερών νύφη μ’ άφησε και τώρα περπατάω στους εφτά μήνες κι ακόμα δεν τώμαθε.

Τα παιδικά μου τότε μάτια ανοιγόταν εκστατικά, περίεργα, πασκίζοντας να διακρίνουν πίσω από ένα πυκνό πέπλο τα μεγάλα μυστικά της ζωής, που ξετυλιγόταν ξαφνικά όσο απλά, τόσο παράξενα και μυστηριώδη. -Πες τί θέλεις για να το γράψω- Κόμπιαζε η Βάσω, ξεροκατάπινε— Να, βάλε, πως . . . πάχυνα πολύ και. .. ξέρει αυτός.

Θέλεις τώρα γιατί δεν τόβρισκα σωστό αυτό, θέλεις γιατί ήθελα να μάθω κάτι παραπάνω, εγώ έφερνα αντιρρήσεις.- Τί λες πού θα βάλω έτσι; Να πει, πώς πάχυνες από τον καημό σου πού λείπει; Να βρεις κάτι άλλο-. Ι! τρομάρα μου! Καλά λες, είσαι έξυπνο, σκασμένο· καλά κάνω εγώ και σε παίρνω· μ’ ορμηνεύεις κι όλας. – Όμως η Βάσω δεν έβρισκε τίποτε άλλο, κι ο κλήρος έπεφτε στο τέλος σε μένα: «Ξέρεις, Αλέξη, με τους παράδες που μου έστειλες, θ’ αγοράσω από τα Γιάννινα μια σαρμανίτσα . . .», «διότι»… πρόσθεσε η Βάσω τελειώνοντας τη φράση ευχαριστημένη. Εκείνο το διότι, τόβαλα μ’ όλη την καρδιά μου. Βρήκα πώς έχει πήγαινε και με το παραπάνω,

*

Το γράμμα έκανε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες σε κείνο το δρόμο που η Βάσω το ξεπροβόδισε με την αγωνία και την τρεμούλα της καρδιάς.

Πέρασε τί μεγάλο τρομερό ωκεανό. Όλο ουρανός και θάλασσα, τίποτε άλλο. Οι άνεμοι ούρλιαζαν στ’ ανοιχτά. Βουνά τα κύματα ορμούσαν μανιασμένα, κι υστέρα πάλι γαλήνευαν και τραγουδούσαν οι Σειρήνες τί πλανερό τραγούδι της ξενιτιάς. Πότε τόπερναν να τ’ αφανίσουν, και πότε τί χάιδευαν, εκεί, τί μεγάλο και ωραίο μυστικό της ζωής, να σκίσει τα πέλαγα και να φτάσει, ακέριο, ελπιδοφόρο, στην άλλη καρδιά πού το περίμενε.

Εκεί θα το πήρε, σε κανένα υπόγειο και ανήλιαγο μαγέρικο, όπου έπλυνε τα πιάτα ο Αλέξης. Θα τραβήχτηκε μόνος σε μια γωνιά, θα το συλλάβισε αργά – αργά, κι η καρδιά του θα σκίρτησε και θα γιόμισε προσδοκίες και τρυφερότητα. Θα πήρε χαμογελώντας, τη Γιαννιώτικη σαρμανίτσα, θάβαλε μέσα απαλά το γλυκό εκείνο όνειρο, και θα το νανούρισε τρυφερά. Έπειτα, συνεπαρμένος και με καινούργιο κουράγιο για τη σκληρή δουλειά, θάγραψε την απάντηση.

*

Άλλες σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες – και με τις ίδιες δοκιμασίες – χρειάστηκαν για να φτάσει στη στεριά μας. Κι από κει, να περάσει τη φοβερή Κανέτα μέσα σ’ ένα αμάξι με δυο αλόγα: Κάτω να χάσκει ένας βαθύς, βαθύς γκρεμός, και τ’ αλόγα να τον περνούν με μαύρα χαρτόνια δίπλα στα μάτια, για να μη τον βλέπουν. Έπειτα μπήκε στο σάκο του μπάρμπα Κώστα, πέρασε το βουνό με τα χιόνια και τους λύκους, τις άσπρες και μαύρες πέτρες, τις μεγάλες χωνεύτρες- πού έσερναν στα σκοτεινά υπόγεια της γης τα κατεβασμένα νερά και τα χέλια της λίμνης, για να τα κατεβάσουν κατόπι στα ορμητικά ποταμιά κι’ από κει στα βαθιά πέλαγα, όπου θα γεννούσαν τα παιδιά τους -κι’ έτσι μακρυταξιδεμένο και χιλιοπόθητο, έφτασε μια νύχτα στο χωριό μας. Βούλες και παραβούλες απ’ έξω στο φάκελο, πούλια χρωματιστά με φιγούρες, λουρίδες κόκκινες και γαλάζιες, γράμματα σε ξένη γλώσσα κι ορνιθοσκαλίσματα στη δική μας. .. Ένα γράμμα φανταχτερό από την Αμερική στα χέρια της έρημης νιόπαντρης, με την καρδιά πλημμυρισμένη αγάπη και πόνο.

Το διαβάσαμε, κουνώντας ανάλαφρα με το πόδι, τη σαρμανίτσα με το μωρό. -«Να πάρεις μια καλή σαρμανίτσα διότι νάχει και ζουγραφιές. Να φασκιώνεις καλά μέσα το παιδί, μας διότι. Να τού λες και τραγούδια: – Κοιμάται αστρί, κοιμάται αυγή, κοιμάται το φεγγάρι, διότι».

Το μαντήλι της Βάσως εκείνη τη στιγμή, δεν έφτασε. Σήκωσε την κεντημένη ποδιά και σκέπασε τα μάτια. – Διάβαζε μωρ Ανθούλα παρακάτω μη τηράς εμένα, κι ας κλαίω,- είπε ανυπόμονη-. «Να μη μου γράψεις άλλο γράμμα Βάσω. Να περιμένεις διότι από μένα πρώτα. Θα πάω σ’ άλλο μέρος πιο μακριά. Το λένε Αυστραλία. Βγαίνουν πολλοί παράδες λένε έχει διότι. Υστέρα θα γυρίσω να χτίσουμε διότι το σπίτι. Τώρα έχουμε βλέπεις και παιδί να μας ζήση, και χάρηκα πολύ, διότι».

Η Βάσω χλόμιασε, τα χείλια πάνιασαν, τα δάκρυα στέρεψαν. Τα ρούφηξε όλα από την πηγή τους, ο μεγάλος πόνος. – Πώς; έχει κι άλλον τόπο, πιο μακριά κι απ’ αυτόν πού είναι; – Δεν ξέρω, Βάσω, δεν τον έχω ματακουστά. Η Αμερική, ξέρω πως είναι από κάτω από μάς.- Από κάτω; – Ναι! Να, κοίτα αυτό το κυδώνι. Εδώ στη μύτη είμαστε εμείς να πούμε, κι εδώ στο κοτσάνι είναι η Αμερική – ως αυτού έφταναν οι γεωγραφικές μου γνώσεις.

Όμως της Βάσως η καρδιά, έφτανε πολύ, πολύ πιο μακριά, κι αγκάλιαζε όλη τη σφαίρα της γης, ανήσυχη, μ’ όλους τους ωκεανούς της, μ’ όλες τις έρημες σαχάρες της, ως με τις άκρες του μεγάλου καημού, κι ως με τα βάθη τ’ ουρανού, που είναι του Θεού ο θρόνος, κι εκεί στα πόδια του, σταματούσε, να αναποθέσει την ελπίδα της, γιομάτη ηρωική εγκαρτέρηση, όπως όλες οι γυναίκες του τόπον της.

– «Μεγαλοδύναμε! φύλαξε τον και προστάτεψε τον!»,

*

Γράμματα δε γράφαμε, γράμματα δεν περνάμε. Όμως κάθε Κυριακή, η Βάσω, με παρακαλούσε και πήγαινα. Κλεινόμαστε πάλι στο μικρό καμαράκι. Όλα εκεί ήταν καθώς πρώτα: Τα πιατάκια με τις σταφίδες, τα σύκα, τα μύγδαλα. Μόνο εκείνο το αθώρητο κουτί με τα διότι, δεν το αισθανόμουνα πια εκεί. Αυτό, δεν το χρειαζόμαστε τώρα. Τώρα κουβεντιάζαμε μόνο … κι άλλο, βλέπεις, η κουβέντα, κι άλλο τα γράμματα. Μ’ αγκάλιαζε κλαίγοντας. Ήμουν στενά δεμένη με την αγάπη της καρδιάς της, και με της ξενιτιάς τον πόνο.

Μεγάλωνα κι’ εγώ, ξαφνικά, μπροστά στα ίδια μου τα μάτια, έμπαινα όλο και πιο πολύ στ’ αγκαθωτά μονοπάτια της ζωής. Συνέπασχα κι έκλαιγα μαζί της, -Πότε μωρ – Ανθούλα -θα το πάρουμε το γράμμα; Πόσον καιρό θέλει να ρθει; -Έτσι, σα ν’, αφορούσε, απόλυτα, και τις δυό μας.

Λογαριάζαμε τις μέρες, τις βδομάδες, υστέρα τούς μήνες… κι υστέρα το χρόνο και τον άλλο χρόνο… και τον άλλο … διότι … ποιος ξέρει τι νάγινε εκεί σ’ εκείνον τον άγνωστο τόπο που τον λένε Αυστραλία, και που ένας φτωχός άνθρωπος, ξεκίνησε να φτάσει κάποια μέρα, νανουρίζοντας τρυφερά ένα γλυκό όνειρο, μέσα σε μια μικρή Γιαννιώτικη σαρμανίτσα.

Η Βάσω, το περίμενε σ’ όλη της τη ζωή.

Εγώ δεν πήγαινα πια. Το ξεχνούσα. Τις Κυριακές μου, τις χρειαζόμουνα, μετά.

Με περίμενε ανυπόμονη η δική μου ζωή … διότι …

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό της «Ηπειρωτικής Εστίας», τεύχος 16, Αύγουστος 1953

Advertisements