Η Καθαροδευτέρα

Του Χρήστου Χρηστοβασίλη

Ήμουν τότε πολύ μικρός· όχι πλειότερο από οχτώ χρόνων. Όταν ξύπνησα είχα μέσα μου το συναίσθημα, ότι είχε ξημερώσει η Καθαροδεύτερα. Μια μεγάλη λύπη είχε δεμένη την παιδική μου καρδιά και δεν τολμούσα να τιναχθώ πέρα από τα στρώματά μου, με την ψεύτικη ελπίδα, ότι ήταν ψέματα, ότι δε είχε ξημερώσει η ανήλεη Καθαροδευτέρα. Αλλά λίγο – λίγο έλαβα το θάρρος να παραδεχθώ, ότι δεν ήταν ψέματά, κι ότι αληθινά εκείνο το φως κι εκείνες οι αργυρόχρυσες αχτίδες, που έμπαιναν από τες χαραμάδες των παραθυριών κι από τούς φεγγίτες της στέγης ήταν της φοβερής Καθαροδευτέρας.


Θυμήθηκα, ότι την περασμένη βραδεία είχαμε αποκριές τυρινές, θυμήθηκα ότι είχαμε φάγει γκουλιάστρα, αυγά τηγανισμένα, τυρί, ψάρια κι ομορφοφκιασμένη αυγοτυρόπιτα. Θυμήθηκα, ότι υστέρα από το φαγητό τραγουδήσαμε και χορέψαμε. Θυμήθηκα, ότι τρυπήσαμε εν’ αυγό μισοψημένο με το βελόνι, του περάσαμε εν’ άσπρο ράμμα και το δέσαμε στη μύτη ενός βεργιού, κι έτσι κάναμε το χάψαρη, και περιχύθηκε με το ασπράδι και με τον κρόκο του αυγού ο Ζήκος, το κοπέλλι μας, που άνοιξε διάπλατα το στόμα πλειότερο από τους άλλους να το χάψει και να κερδίσει το ασημένιο κέρασμα. Θυμήθηκα, ότι υστέρα από τον χάψαρη βγήκαμε στο μεσοχώρι, όπου είχαν αναμμένη μια μεγάλη φωτιά από τούφες πουρναρίσιες κι οι νυφάδες του χωριού είχαν στήσει το χορό. Θυμήθηκα τον γκούλιαρα, που στριφογύριζε τρίζοντας ένα τρίξιμο σα μουγκριτό θεριού. Θυμήθηκα, ότι έτρεχα γύρα στη φωτιά του μεσοχωριού με τα συνομήλικά μου και βάναμε ψιλές τούφες πουρναρίσιες για να φέγγει καλυτέρα, και να φωτίζεται πλειότερο το χοροστάσι.
Όλες αυτές οι ενθύμησες περνούσαν από την φαντασία μου, σαν εικόνες φωτόλουστες, χαρωπές, όμορφες, γεμάτες τέρψη κι ευθυμία, σαν κύμα, πού διαδέχεται το κύμα, αλλ’ η Καθαροδευτέρα γριά αναμαλλιάρα και ξεδοντιασμένη με αυστηρό πρόσωπο και κάτασπρο φακιόλι, παρουσιάζονταν στην στιγμή μπροστά μου και μου χαλούσε όλες εκείνες τες εικόνες και με φοβέριζε μ’ ένα κρανίσιο ραβδί, που κρατούσε στα χέρια της, απαράλλακτη, όπως μου την είχε παραστήσει η μάννα μου την περασμένη χρονιά, που ήθελα να φάγω τ’ απομεινάρια της κίτρινης αυγοτυρόπιτας ανήμερα της.
Γύρισα και ξαναγύρισα μέσα στα στρωματά μου, συλλογίστηκα και ξανασυλλογίστηκα, μελαγχόλησα και ξαναμελαγχόλησα, πικράθηκα και ξαναπικράθηκα και θέλοντας και μη, σηκώθηκα τρεκλά τρεκλά, βγήκα έξω στο πεζούλι της κρεββάτας κι εκεί στήριξα τους αγκώνες μου, έβαλα ανάμεσα στες παλάμες μου το κεφάλι μου κι αισθανόμουν τες λαμπερές και θαλπερές ακτίνες του ήλιου μ’ ευχαρίστηση άρρητη να με θερμαίνουν. Εκείνη τη στιγμή, που έπλεα σε πέλαγο μελαγχολίας, άκουσα τη μάννα μου να μαυλάη το σκυλί μας με ήμερη φωνή: – Κω, Μούργκα, κω!
Σήκωσα το κεφάλι μου και βλέπω στην αυλή την μάννα μου να χύνει καταγής από το μεγάλο τεψί κάτι πιθαμιάρικα κομμάτια πίττα και τον σκύλο μας τον Μούργκα να τα καταπίνει, ενώ παρέκει οι γάτες μας έτρωγαν με τις ουρές σηκωμένες τ’ απομεινάρια των ψαριών.
Ξακολούθησα για κάμποσες στιγμές να βλέπω αυτό το σκυλογατοπανήγυρο, σαν που βλέπει κανείς το σπίτι του να κατατρώγει η φωτιά, ή να το συμπαίρνει το ποτάμι, χωρίς να μπορεί να κράξει βοήθεια. Μου έρχονταν όρεξη να κλάψω, να κλάψω, να κλάψω……κι’ αν μου παρουσιάζονταν η Καθαροδευτέρα μπροστά μου με τ’ άσπρο της το φακιόλι και την κρανίσια τη βέργα στο χέρι της, θα περνούσε πολύ άσχημα μαζί μου.
Αιστάνομουν την πείνα να μου θερίζει τ’ άντερα, αλλ’ όχι πείνα για ψωμί ξερό ή το πολύ -πολύ ψωμί και κρομμύδια, άλλα πείνα για γκουλιάστρα, γι’ αυγά τηγανισμένα, για τυρί για πίττα για -ψάρια, και ζήλευα τη θέση των γατιών και του σκυλιού, πού ετρώγανε εκείνη την στιγμή, χωρίς να φοβούνται το ραβδί της Καθαροδευτέρας.
Είπα στη μάννα μου με παράπονο γεμάτο φαρμάκι:
– Ωρ μάννα! Η Καθαροδευτέρα μόνο για τους ανθρώπους είναι; Δεν είναι για τα σκυλιά και για τες γάτες;
Εκείνη (Θεός σχωρέσ’ τι) μ’ απολογήθηκε αμέσως:
– Για τους ανθρώπ’ς, γιέ μ’ είναι μοναχά. Για τους ανθρώπ’ς πώχουν ψυχή και καρτερούν Δευτέρα Παρουσία! Τα καημένα τα ζώα δεν έχουν ψυχή, κι ούτε Καθαρή Δευτέρα φοβούνται, ούτε Δευτέρα Παρουσία καρτερούν. Αυτά τα κακομοίρα παιδί μου δεν πεθαίνουν … ψοφούν.
Κι άλλο κακό! Κοντά στην Καθαρή Δευτέρα, μου παρουσιάστηκε κι’ η Δευτέρα Παρουσία! Μ’ έπιασε ένας κρύος φόβος κι’ είπα στη μάννα μου δειλά δειλά.
– Τί λογής είναι η Δευτέρα Παρουσία, μάννα;
– Αυτή, γυιόκα μ’ είναι πού είναι!
Μου αποκρίθηκε Η μάννα μου, ενώ έξυνε το τεψί με το μαχαίρι για να βγουν τα κολλημένα πέτρα.
– Πως είναι μάννα;
– Είναι μια γυναίκα ψηλή ως τη σκεπή του σπιτιού, χωρίς κρέας απάνω της, σαν ξέρακας, με τα κόκκαλα μοναχά. Το όλο της από το κεφάλι ως τα ποδάρια είναι μι’ αρμάθα κόκκαλα μες σ’ ένα ποκάμισο. Βαστάει στο χέρι της μια ζυγαριά μεγάλη, κι όταν θα σωθεί ο κόσμος και κρίνει ο Θεός τους ανθρώπους, αυτή θα ζυγιάζει τον κάθε άνθρωπο με τη ζυγαριά της, κι’ όσοι θα είναι βαριοί θα πάνε στην Κόλαση και στα σκοτεινά, που βράζει ακατάπαυστα ή πίσσα και το κατράνι, κι’ όσοι θα είναι αλαφροί θα πάνε στον Παράδεισο, στον ήλιο στον προσήλιο!
– Και ποιοι θάναι βαριοί, μάννα, και ποιοι αλαφροί;
Της είπα τρέμοντας.
– Όσοι έχουν αμαρτίες θάναι βαριοί. Αμαρτία είναι να λες ψέματα, να κλέφτης, να σκοτώνεις, να ορκίζεσαι, να φθονάς, να μην είσαι Χριστιανός, και ν’ αρταίνεσαι τα τετραδοπαράσκευα και τες σαρακοστές.

Στάθηκα κάμποση ώρα συλλογισμένος από την εντύπωση, που μου έκαναν τα λόγια της μάνας μου και πλειότερο εκείνη η εικόνα της Δευτέρας Παρουσίας, που ήταν ψηλή ως τη σκεπή του σπιτιού και δεν είχε κρέας απάνω της ολωσδιόλου, αλλά το όλο της ήταν μι’ αρμάθα κόκκαλα, ντυμένα μ’ εν’ άσπρο ποκάμισο από το κεφάλι ως τα ποδάρια.
Έχασα στη στιγμή την επιθυμία, πού είχα για την γκουλιάστρα, τ’ αυγά τα τηγανισμένα, το τυρί, την πίτα, και τα ψάρια, και πήγα να νιφτώ και να χτενιστώ, και να βγω έξω να βρω τους συντρόφους μου να παίξω, ενώ η μάννα μου με την αδερφή μου και τες υπηρέτριες καταγένονταν να πλένουν και να καθαρίζουν όλα τα χαλκώματα και τα πιάτα του σπιτιού με δυνατή λεσίβα.
Βγήκα έξω, αντάμωσα τούς συντρόφους μου, τους προσκάλεσα να παίξουμε, αλλά ήταν ανόρεχτοι για παιγνίδια. Περάσαμε από το μεσοχώρι, είδαμε τη σβησμένη φωτιά της αποκριάς και τον τσακισμένον τον γκουλιάρα και μας έπιασε το παράπονο. Μας φάνηκε σα να βλέπαμε εκεί το μνήμα της χαράς μας, και κατρακυλούσαν από τα μάτια μας τα δάκρυα κόμποι-κόμποι, σα μαργαριτάρια.
Αφού φέραμε ακόμα κάμποσους γύρους στους δρόμους του χωρίου, βγήκαμε στη ράχη, που ήταν η εκκλησιά. Ο νάρθηκας της εκκλησίας μας κι άλλο δυσάρεστο, πολύ δυσάρεστο, το σχολειό. Τί κακό πράγμα καθαροβδομάδα και σκολειό μαζί. Το καλό ήταν ότι ο δάσκαλός μας ο παπάς, είχε πάει στο χωριό του από το Σάββατο για ν’ αποκρέψει σπίτι του και μπορούσε ν’ αργήσει κάνα δυο μέρες ακόμα.
Καθίσαμε στο νάρθηκα κάμποσο, κι εκεί ο καθένας μας με την αράδα εκανέ το δάσκαλο στους άλλους και τους χτυπούσε με τη βέργα, αλλ’ ανάλαφρα κι όχι όπως μας χτυπούσε ο δάσκαλος.
Απ’ εκεί γυρίσαμε ο καθένας σπίτι του με το ζωνάρι πλατύχειρο από την πείνα. Μπαίνοντας στο μαγειρείο του σπιτιού μου, είπα στη μάννα μου μελαγχολικά:
– Πεινάω, μάννα!
– Άνοιξε την κασέλα (μου είπε) και πάρε ψωμάκι και φάε!
– Τίποτε προσφάγι;
Της είπα με παράπονο . . .
– Σήμερα προσφάγι, παιδί μ’, σε καλό σ’! (Μου απολογήθηκε). Σήμερα, είναι τρίμερα! Ξέρ’ς τι θα πει τρίμερα; Να μη φας καθόλου τρεις μέρες!
– Δεν τρων τίποτε άλλο σήμερα από ψωμί;
Την ξαναρώτησα.
– Τίποτε! Τίποτε!
Μου ξανά είπε εκείνη διαταχτικά.
– Κανένα σύκο, κάνε μ’!… Καμιά σταφίδα…
– Όχι, μοναχέ μ! Δεν κάνει ! Την Τετράδη θα σου δώσω σύκα και σταφίδες. Σήμερα κι αύριο δεν κάνει να φάμε κανένα γλυκό πράμμα! είναι αμαρτία …
– Πώς να κάνω, εγώ που θέλω προσφάγι; Καμιά ελιά δεν κάνει;
– Μπα! μπα! Φτύσε γλήγορα μη μαγαρί’ς το στόμα σ’, πού και τ’ αναβαν’ς ακόμα.
– Πώς να κάνω, που θέλω προσφάγι;
Έκανε πως συλλογιέται κι υστέρα από λίγο, μου είπε.
– Αν θέλ’ς καλά και σών’ προσφάγι, ένα πράμμα μπορείς να κάν’ς … Να πας πλαγινά και να βρεις περδικοφωλιές…
– Κι ύστερα, θα φάω προσφάγι;
– Θα φας τα περδικαύγα, που θα βρεις στες περδικοφωλιές.
– Τρών’ περδικαΰγα σήμερα;
– Τρων βέβια!….
– Τα θέλω και τηγανισμένα ….
– Α ! όχι! Μόνο ψημένα ή βρασμένα κάν’. . .
– Ας είναι κι έτσι . . . (είπα με χριστιανικώτατη συγκατάβαση). Άλλ’ είναι καλά τα περδικαΰγα, σαν τα κοταΰγα;
– Καλύτερα ακόμα!
– Δεν μου τώλεγες, καημένη, τόση ώρα, παρά μ’ άφηνες να τυραγνιοΰμαι;
Πετάχτηκα στη στιγμή έξω από τον αυλόγυρο του σπιτιού μας, σα ζαρκάδι τρομαγμένο. Σκέφτηκα να πάω πλαγινά μόνος μου, αλλ’ ήθελα και συντροφιά. Επιθυμούσα νάχω μαζί μου και τον αχώριστο φίλο μου τον Γιάννη.
Σιμόνω στον αυλόγυρο του σπιτιού του και φωνάζω:
– Γιάν’ ! Γιάν’!
– Όρσε!
Μ’ απολογήθηκε ο Γιάννης, μ’ έναν κόμματο ψωμί αραποσίτικο, στο χέρι του.
– Έλα γρήγορα!
– Τί με θέλ’ς;
– Έλα γλήγορα! σ’ λέω!
Βγήκε ο Γιάννης στο δρόμο, δαγκάνοντας ξέκαρδα ένα κομμάτι ψωμί, σα να ήταν ζυμωμένο μ’ αγκάθια.
– Τί με θέλ’ς ;
Μου είπε μελαγχολικά.
Αφ’σε το ψωμί (του είπα σοβαρά) κι’ άιντε να πάμε για περδικαΰγα στα πλάγια,
– Τί να τα κάνωμε τα περδικαΰγα:
Μ’ ερώτησε μ’ απορία.
– Τί να κάνωμε; (Του λέγω) Να τα φάμε!
– Και τρων αυγά τώρα τη μεγάλη σαρακοστή;
– Από τ’ άλλα τ’ αυγά δεν τρων, αλλά περδικαΰγα τρων! Μου το είπ’ η μάνα μου.
Η μάννα μου ήταν η πλειό πολύξερη του χωρίου, και το μόνο, που δεν ήξερε, ήταν τα γράμματα. Δεν ήξερε ούτε να διαβάζει, ούτε να γράφει. Όλα τ’ άλλα τα ήξερε. Ήξερε όλες τες γιορτές με τες ημερομηνίες, και ποιες ήταν βαρείες, που κάνουν και τα γαϊδούρια σχόλη, που λέγει ο λόγος, και ποιες ήταν αλαφρές. Ήξερε πότε είναι δρύμες, πότε είναι χάση του φεγγαριού, πότε γιόμωση και πότε πιάση. Ήξερε πότε ήταν δυσεφτιά και πότε ο Φλεβάρης είχε είκοσι οχτώ και πότε είκοσι εννιά μέρες. Ήξερε ποιά τετραδοπαράσκευα είναι άρτσι – βούρτσι. Τέλος πάντων η μαννούλα μου (Θεός σχωρέσ’ τη) (….λείπει το ρήμα…) πολλά για το χωριό της, και ο φίλος μου ο Γιάννης άκουσε ότι το είπε ήη μάννα μου, ότι τρων περδικαΰγα την Καθαρή Δευτέρα, πέταξε το ψωμί από τα χέρια του στες κότες, που έβοσκαν γύρα μας κι έτρεξε μαζί μου για περδικαΰγα.
Πήραμε ίσια τα πλάγια, πότε εγώ μπροστά κι αυτός πίσω, πότε – πότε αυτός μπροστά κι εγώ πίσω. Εδώ να βρούμε περδικαΰγα κι’ εκεί να βρούμε, τρέχομε δεξιά, τρέχομε αριστερά, πότε ίσια κάτω, πότε ίσια πάνω, μέσα στα βράχια και στους γκρεμούς, στες γούβες και στις σπηλιές, στα πλάγια και στες νεροσυρμές, παντού σ’ όλους τους γνώριμους τόπους του χωνιού μας, βγάλαμε αλεπές από τες τρύπες τους, λαγούς από τες τούφες τους, προντίσαμε γεράνια από τες φωλιές τους, περδίκια από τες βοσκές τους, άλλα πουθενά περδικοφωλιές και περδικαΰγα !
Όλη την ήμερα ψάξαμε χωρίς να βρούμε τίποτε! Μήπως μου είχε ειπεί ψέματα η μάννα μου; Αλλ’ αυτή δεν λέγει ποτέ ψέματα, κι οι παραγγελίες της κάθε τόσο ήταν!
– «Μην κλέψεις, μη φόνεψες, μην ψευδομαρτυρήσεις …»
Ψάχνοντας, ψάχνοντας όλη την ήμερα, βρεθήκαμε βασίλεμα ήλιου σε μια βαθειά λακκιά, πού είχαμε ένα φοβερό ανήφορο για να βγούμε στο χωριό. Τα ποδάρια μας ήταν κομμένα, κι από την κούραση κι από την πείνα. Άλλα τι πείνα! Πείνα με δόντια, που μπορούσε να ροκανίσει και πουρνάρια ! Πώς να βγάλωμε τον ανήφορο και να πάμε στο χωριό; Δοκιμάσαμε ν’ ανηφορήσωμε, αλλά τα ποδάρια μας έκαμαν προς τα πίσω, αντί να κάνουν προς τα εμπρός. Έτσι αποφασίσαμε, θέλοντας και μη, να μείνωμε στη λακκιά, μισή ώρα μακριά από το χωριό, και δεν ήταν η απόσταση της μισής ώρας, που έκανε το χωριό να μας είναι μακριά, όσο ήταν ο ανήφορος.
Σε λίγο ακούσαμε να μας φωνάζουν από μια ράχη.
Μας είχαν χάσει οι μάνες μας κι έβαλαν τον πορτόγυρο του χωρίου να φωνάζει απ’ όλες τες ράχες του χωρίου για να μας βρουν.
Καλά ακούαμε τα ονόματα μας, αλλά δεν είχαμε την δύναμη ν’ απολογηθοΰμε στο φώναγμα του πορτόγυρου και να του δώσωμε να καταλάβει που βρισκόμαστε.
Εκεί πού καθόμαστε απελπισμένοι και βλέπαμε με τρόμο να μαυρίζει πλειότερο η νύχτα και να σφίγγει το κρύο, ακούμε κοντά μας ένα δυνατό γκάρισμα: «γκάρρ». Μάλιστα καταλάβαμε από τη φωνή, ότι ήταν το γαϊδούρι της γειτόνισσάς μας της Τσίταινας. Πλειό χαρμόσυνο άγγελμα δεν μπορούσε να γίνει. Εκείνο το γκάρισμα μου φάνηκε γλυκύτερο κι από τ’ αηδονολάλημα! Ήταν γκάρισμα γεμάτο ελπίδα και χαρά για μας τους δυό, τους αποκαμω μένους.
Βάλαμε και την τελευταία μας δύναμη να μπορέσωμε να πάμε κοντά του. Τον βρήκαμε που βοσκούσε ξεσαμάρωτο και ξεκαπίστρωτο, πράγμα, που μας εκανέ να σκεφτούμε λίγο, πως να οικονομήσουμε τον δρόμο μας. Τέλος αποφασίζομε να το καπιστρώσωμε με τα ζωνάρια μας, να καβαλικέψει ο ένας κι’ ο άλλος να κρατιέται τον ανήφορο από την ουρά του, κι ετσι να ξεκινήσωμε για το χωριό.
Για λόγους οικογενειακούς, παρά σωματικής υπεροχής, καβαλίκεψα εγώ, ο δε σύντροφος μου ο Γιάννης πιάστηκε από την ουρά.
Έτσι η ανθρωπογαϊδουροσυνοδεία ξεκίνησε γάλι – γάλι για το χωριό. Προχωρούσαμε αγάλι – αγάλι και σε μιαν ώρα είμαστε στα πρόθυρα του χωριού.
Το χωριό ήταν άνω-κάτω για τον χαμό μας, κι’ ο ζευγίτης ρωτούσε τον πιστικό όλη την ήμερα κι ο πιστικός τον ζευγίτη, αν είχαμε φανεί πουθενά! Κοντά στες μάνες μας και στους σπιτιακούς μας, που στενοχωριούνταν κι’ έτρεχαν απ’ εδώ κι απέκει ήταν κι’ η γειτόνισσά μας η Τσίταινα, που είχε χαμένον τον σωτηρα μας, το γαϊδούρι της. Μια τσιούπρα, που μας πρωτόειδε και τους τρεις, έτρεξε να το ειπεί στες μάννες μας για να πάρει συχαρίκια. Σε μια στιγμή, και πριν να φτάσωμε στο μεσοχώρι, έτρεξε όλο το χωριό να μας ιδεί, σαν τίποτε καινούργια φαινόμενα, ή σαν ναρχόμαστε από πολύχρονο και μακρινό ταξίδι και μας ρωτούσαν με περιέργεια πώς είχαμε χαθεί όλη την ημέρα.
Μέσα στα σκοτάδια κάποιος με πήρε στην αγκαλιά κι έχασα το γαϊδούρι από κατωθιό μου. Ήταν η μαννούλα μου, που με φιλούσε κλαίοντας και ρωτώντας με.
– Τί μώγεινες σήμερα, ψυχούλα μου, που νάσκαζα; …
– Πήγαμε για περδικαΰγα με τον Γιάννη …
– Χαλασιά μ’ και φουρτούνα μ’ παιδάκι μ’!
– Ψωμί, μάννα!
Της είπα λιγοθυμισμένος.
Είχαμε μπει στην αυλή τού σπιτιού μας.
– Ένα κομμάτι ψωμί!
Φώναξε η μάννα μου χουγιαχτά στες υπηρέτριες, και πρώτη η αδερφή μου ένα χοντροκόμματο ψωμί μου παρουσίασε κλαίγοντας.
Άρχισα αμέσως να το καταπίνω. Νόμιζα ότι έτρωγα όχι ψωμί ξερό, αλλά ψωμί ζυμωμένο με μέλι.
– Μάννα! (ρώτησα) με μέλι το ζύμωσες σήμερα το ψωμί;
– Όχι, παιδί μ’!
– Αλλά τάχα, γιατί είναι έτσι γλυκό;
– Έτσι είναι, παιδί μ’, το ψωμί της Καθαροδευτέρας για τα καλά παιδιά!…

 

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 10, Φεβρουάριος 1953.

Advertisements