Ένα προαπελευθερωτικό υπόμνημα

Του Γεωργίου Γάγαρη

«Δημοσιεύουμε κατωτέρω άγνωστο μέχρι σήμερα υπόμνημα του παλαιμάχου Ηπειρώτη αγωνιστή, σεβαστού μας Γ. Γάγαρη, από το οποίο αποκαλύπτονται άγνωστες πτυχές του προαπελευθερωτικού και ελευθερωτικού αγώνα».

‘Εν Αθήναις τη 13—26 Ιουνίου 1911

Προς το Γενικόν Επιτελείον του Στρατού

Λαμβάνω την τιμήν να υποβάλλω  Υμίν αντίγραφον υπομνήματος, όπερ υπέβαλον ήδη και εις την Α.Ε. τον πρωθυπουργόν κ Βενιζέλον με την διαφοράν ότι εις το Υπόμνημα εκείνο δεν περιείχοντο τα κεφάλαια Β και Γ’.

Κατά Νοέμβριον π.ε. επεσκέφθην τα Τζουμέρκα, επειδή δε έλαβον μέρος και εις τον πόλεμον του 1897, και ηδυνήθην να εκτιμήσω τας ελλείψεις αποφάσισα, καίτοι ιδιώτης και άμοιρος στρατιωτικών γνώσεων να διατυπώσω τας γνώμας μου περί του μέλλοντος πολέμου εν  Ηπείρω.

Παρακαλώ δε όπως ευαρεστηθήτε να εξετάσητε εάν περιέχει σκέψεις χρησίμους.

Μετά πάσης υπολήψεως Γ. Κ. Γάγαρης

 

Περί κατασκευής, στρατιωτικής οδού από Πέτα (Άρτης) μέχρι Αγνάντων, Πραμάντης, Καλαρρυτών.

Είναι πλέον γνωστόν ότι η Τουρκική Κυβέρνησις εγκατέλειψε την ιδέαν της αντιστάσεως, εν περιπτώσει νέου Ελληνοτουρκικού πολέμου, εν Πρεβέζη και τη πεδιάδι της Φιλιππιάδος. Τούτου ένεκα οχύρωσε τα μεταξύ Φιλιππιάδος και Ιωαννίνων (και παρά τα Πέντε Πηγάδια) μέρη και κατασκεύασεν οχυρώματα πέριξ των Ιωαννίνων. Όπως δε μη έχει ανάγκην της Πρεβέζης προς επισιτισμόν των Ιωαννίνων και εν γένει του εκεί συγκεντρωθησομένου στρατού ίδρυσε το παρελθόν έτος, εις την τοποθεσίαν της Ηγουμενίτσης απέναντι της Κερκύρας, έναν πόλιν η ονόμασε Ρεσσαδιέ και κατέστησε ταύτην έδραν Μουτεσαρίφου. Μεταξύ δε της πόλεως ταύτης και των Ιωαννίνων κατεσκευάσθει ευρύχωρος οδός. Όθεν εάν συμβεί σύρραξις ηΤουρκία έσεται ασφαλέστατη εν Ηπείρω μη φοβουμένη εισβολήν των Ελληνικών στρατευμάτων εις Ιωάννινα διότι θα χρειασθεί να πέσωσι 30 χιλιάδες άνδρες όπως κατορθώσει ο Ελληνικός στρατός να προελάσει από Γρίμποβον μέχρι Φιλιππιαδος-Πέντε Πηγαδίων και Ιωαννίνων. Εν τοιαύτη περιπτώσει η Ελλάς θα ευρεθεί και αύθις εις ην θέσιν ευρέθει και κατά το 1897, τουτέστιν να εκτελεί πολεμικάς επιχειρήσεις μόνον διά της γέφυρας Άρτης και της όδου Άρτης – Φιλιππιάδος – Ιωαννίνων, ήτις προστατεύεται υπό του Γριμπόβου και άλλων στενών και οχυρών θέσεων, αίτινες καθιστώσι δυσχερεστάτην την δι’ αυτών προέλασιν του Ελληνικού στρατού.

Ο Ελληνικός στρατός δεν δύναται – ως έχουσι ατυχώς νυν τα πράγματα- να δράση εκ Πραμάντων, Αγνάντων και Καλαρρυτών, όθεν τα Ιωάννινα απέχουσιν 6-7 ώρας μόνον. Διότι ουδεμία αμαξιτή οδός συνδέει την Άρταν μετά των Τζουμέρκων. Μία μόνον ημιονική οδός υπάρχει εις αθλιεστάτην κατάστασιν, από Άρτης μέχρις Αγνάντων και Καλαρρυτών βαίνουσα κατά μήκος του Αράχθου ποταμού και ούσα εις την διάκρισιν ουχί βολής τουφεκίου των απέναντι Τουρκικών σταθμών αλλά απλής κουμπούρας.

Εάν όμως κατασκευασθεί τελεία αμαξιτή οδός αρχομένη από Πέτα και διά Βουργαρελίου (μετά διακλαδώσεων προς την Θεσσαλίαν) φθάσει εις Άγναντα και Πράμαντα, ο Ελληνικός στρατός θα δύναται να θέτει μεταξύ δύο πυρών τους Τούρκους και να επιτίθεται ευθύς εξ αρχής, προς άλωσιν των Ιωαννίνων εξουδετερών τα οχυρωματικά πλεονεκτήματα των Τούρκων.

Εάν κατά το 1897, ότε συνεπεία πανικού εξεκενώθησαν τα Ιωάννινα υπό των Τούρκων υπήρχε η προτεινομένη προς κατασκευήν οδός, ο Ελληνικός στρατός θα κατελάμβανεν αμέσως τα Ιωάννινα.

Σημειωτέον δε ότι η κατάληψις των Ιωαννίνων υπό τού Ελληνικού στρατού θα επιδράσει σπουδαίως επί των Αλβανοτούρκων της Παραμυθίας, Αργυροκάστρου, Αυλώνος και Βερατίου ως και της κυρίως Αλβανίας (Άνω Ήπειρος) της πέραν του Γενούσου ποταμού, διότι η περιώνυμος καταστάσα πρωτεύουσα της Ηπείρου έλαβε μέγα γόητρον πια, από τους Τουρκαλβανούς, από της εποχής της τυραννίας του Αλή πασά. Οι Τουρκαλβανοί οίικειότερον και πλησιέστερον εύρισκονται (των άνω μερών) προς την εποχήν του Αλή Πασσά ή προς την του Σκενδέρμπεη. Εξυμνούσι δε αυτήν δι’ασμάτων και ονειρεύονται να καταστήσωσι και πάλιν τα Ιωάννινα έδραν της αυτονόμου σατραπείας των. Εκεί λοιπόν πρέπει να δοθεί το κτύπημα. Όταν δε τα Τουρκαλβανικά πλήθη μάθωσι ότι εις το Φρούριον των Ιωαννίνων υψωθεί η κυανόλευκος θα αποβάλωσι αμέσως πάσαν ιδέαν αντιστάσεως· ου μόνον τούτο αλλά και θα σπεύσωσιν να έλθωσι εις συμφωνίας μετά του Ελληνικού στρατού όπως μη πάθει ο τόπος των.

Τα ανεγειρόμενα νυν εν Άρτη οχυρώματα δεν θα έχωσι σπουδαιότητα άνευ της κατασκευής της άνω οδού, διότι είναι γνωστόν ότι οι Τούρκοι εισίν αποφασισμένοι να τηρήσωσιν εν Ηπείρω όλως αμυντικήν στάσιν.

Β’. Εάν αποφασισθεί η κατασκευή της οδού ταύτης δέον η κατασκευή να μη αρχίσει από Πέτα, διότι θα αντιληφθώσιν αμέσως οι Τούρκοι. Να κατασκευασθώσι πρώτον τα διάμεσα τμήματα και εις το τέλος το τμήμα Πέτα και Πράμαντα.

Γ’.  Εν περιπτώσει Ελληνοτουρκικού πολέμου δέον το Επιτελείον να έχει υπ’ όψιν ότι σώμα εξ 100 – 150 ανδρών να καταλάβει  τους διόδους τ ου Αώου, ήτοι τας γέφυρας Μεσογεφύρων και Βοϊδομάτι, να φέρει δε μέθ’ εαυτού και όπλα προς διανομήν.

Το σώμα τούτο δύναται να φθάσει ασφαλώς και να καταλάβει τας θέσεις ταύτας διερχόμενον διά Ζαγορίου, θα έχει δε ως σκοπόν να εμποδίζει την έλευσιν του στρατού εκ Μακεδονίας.

Έτερον σώμα ολιγάριθμον δέον να καταλάβει την γέφυραν Ζαραβίνης, επί της οδού Ιωαννίνων –Αργυροκάστρου- Αγίων Σαράντα. Το σώμα τούτο θα εμποδίζει την έλευσιν στρατού εκ των άνω μερών ή και άτακτων σωμάτων Λιάπηδων.

Γ. Κ. Γάγαρης

Συμπληρωματικά επιλεγόμενα

Όταν, κατά τας αρχάς του 1911 επέδωκα το υπόμνημα εις τον πρωθυπουργόν Ελευθ. Βενιζέλον, μου εδήλωσεν: Σας λέγω υπό απόλυτον εχεμύθειαν ότι δεν θα πολεμήσομεν εις την Ήπειρον. Δεν έχομεν στρατόν αρκετόν διά δύο μέτωπα.

Το Γενικόν Επιτελείον Στρατού και ο Γάλλος Επιτελάρχης εις ο υπέβαλον αντίγραφον ενέκριναν την κατασκευήν της οδού μέχρι Πραμάντων και Καλαρρυτών και είχον σταλεί αξιωματικοί προς μελέτην.

Και αφού η Κυβέρνησις δεν είχε σκοπόν να πολεμήσει εις Ήπειρον πως κατέλαβε την Φιλιππιάδα και την Πρέβεζαν; Εις την Ηπειρωτικήν φάλαγγα ήτις απεβιβάσθη το 1897 εις τας εκβολάς του Λούρου με Κέντρον το Μιχαλίτση ήτο μαζί μας και ο ανθυπολοχαγός του Μηχανικού Παναγ. Σπηλιάδης. Ούτος το 1912 ευρέθη εις το Επιτελεΐον της Στρατιάς Ηπείρου και κατώρθωσε να πείσει τον Σαπουντζάκην να επιτρέψει μίαν αναγνώρισιν. Και επειδή, ως εκθέτομεν εις το υπόμνημα, υπήρχεν ασήμαντος Τουρκική δύναμις κατελήφθη η Φιλιππιάς και η Πρέβεζα άνευ θυσιών.

………………….

Αθήναι, 13 Δεκεμβρίου 1912

Προς τον συν/ρχην κ. Πατρ. Κοντογιάννην παρά το Επιτελείο Στρατού

Ενταύθα λαμβάνομεν την τιμήν να αναφέρω· μεν Υμίν, ότι κατά τας αρχάς του 1911 υπεβάλομεν εις το Επιτελικόν Γραφείον σημείωμα δι’ ου υπεδεικνύομεν ληπτέα μέτρα εν ώρα πολέμου εν Ηπείρω. Και την αναγραφήν μεν αυτών παραλείπομεν ως περιττήν πλέον. Λαμβάνομεν όμως το θάρρος να φρονώμεν ότι η θέσις του εν Ηπείρω προ τον Ιωαννίνων, μαχομένου Στρατού θα διευκολυνθεί μόνον εάν ο Στρατός Κορυτσάς προελάσει μέχρι Λικσκοβικίου ή και πέραν τούτου. Το Λιεσκοβίκιον δύναται να καταλάβω άνευ δυσκολιών εάν δε δυνηθεί να επεκτείνο την κατάληψιν και εις την κοιλάδα του Αώου, τα Μεσογέφυρα, κόπτεται η επικοινωνία μετά Βερατίου-Αυλώνος όθεν επισιτίζεται ο στρατός, εν πάσει περιπτώσει η κατάληψις του Λιεσκοβικίου θα εξαναγκάσει τον στρατόν των Ιωαννίνων εις ταχείαν παράδοσιν.

Μετά της εξαίρετου προς υμάς υπολήψεως

Γ. Γάγαρης»

 

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία» , τεύχος 10, Φεβρουάριος 1913

Advertisements