Δυο ληστείες στο Βρυσοχώρι Ζαγορίου στις αρχές του 20ου αιώνα

Του Νικολάου Εξάρχου

Στα χρόνια της αναρχίας εκείνης καμιά ασφάλεια δεν υπήρχε. Οππιανού έκοβε η πάλα, τότε, και τώλεγε η καρδιά του έβγαινε στο κλαρί κλέφτης αψηφώντας κάθε εξουσία. Μόνον οι φτωχοί… είχαν ασφάλεια ζωής και περιουσίας.


Μόλις νυκτώνε εμφανίζονταν οι λησταί στα χωριά, πήγαιναν στα σπίτια των πλουσίων, παραβίαζαν τις πόρτες και ζητούσαν τις λίρες, διότι αλλιώς το τηγάνι με το λάδι έμπαινε στη φωτιά και αυτό ήταν το προχειρότερο και τρομερότερο μέσον εξαναγκασμού. Με το ζηματιστό λάδι απειλούσαν και συχνά πραγματοποιούσαν την απειλή οι κακούργοι, για να εξαναγκάσουν τα θύματα να μαρτυρήσουν τους κρυψώνες των χρημάτων τους. Τέτοιες ληστείες γίνονταν συχνά στους πλουσίους και ιδίως στους μπακάληδες του χωριού μας.
Η μεγαλυτέρα τοιαύτη έγινε στο σπίτι του Γεωργίου Μπλήντα, όπου είχε και το παντοπωλείον του, το έτος 1904. Καπετάνιος της ληστοσυμμορίας αυτής ήτανε ο Νικόλαος Χελιδώνης από την Σαμαρίνα. Ηπρώτη απόπειρα έγινε την νύκτα. Δεν κατόρθωσαν όμως να παραβιάσουν την μεγάλη πόρτα που ήτανε ασφαλισμένη από μέσα με τον χονδρό σύρτην και άρχισαν να πυροβολούνε στα παράθυρα προς εκφοβισμόν. Αλλά ο Μπλήντας ψύχραιμος τους απήντησε πυροβολώντας και αυτός από τις βίγλες του μέσα τοίχου με το γκρα του. Τότε δύο κλέφτες ανέβηκαν στη στέγη του σπιτιού, γκρέμισαν τον καπνοδόχο του τζακιού και ενώ ετοιμαζότανε να πηδήσουν μέσα τους επυροβόλησεν ο Μπλήντας και τραυμάτισε θανασίμως έναν απ’ αυτούς. Απαγοητευθέντες οι κλέφτες ετράπησαν σε φυγή παραλαβόντες και τον τραυματίαν.
Δύο μήνες αργότερα οι ίδιοι λησταί ξανάρθαν, αλλά με άλλα σχέδια αυτή τη φορά. Διάλεξαν την ημέρα αντί της νύκτας. Ήλθανε την Κυριακή που ο Μπλήντας θα πήγαινε στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους. Ταμπουρώθηκαν οι κλέφτες από νωρίς στο δάσος «Μικρό Λειβάδι» πάνω απ’ την εκκλησία. Κάτω στον πλάτανο στείλανε έναν κολαούζο να παρακολουθεί και την ώρα που θα έμπαινε στην εκκλησία ο Μπλήντας να τους δώσει το σύνθημα. Και αυτό ήτανε να πηδήσει δύο φορές το νερό του αυλακιού. Έτσι και έγινε. Μόλις αντελήφθησαν το σύνθημα κατέβηκαν οι λησταί κύκλωσαν την εκκλησία και τρεις απ’ αυτούς μπήκανε μέσα. Τους αντιλήφθηκεν ο Μπλήντας προτού ακόμη μπούνε μέσα και έφυγε να κρυφθεί στο κοιμητήριον που είναι συνέχεια του γυναικωνίτη. Χώθηκε στην καταπακτή μέσα στα κόκκαλα. Μαζί του, από φόβο, πήγε και ο Μήτρος Τσααμπαλής και κρύφθηκε.

Ενώ οι λησταί στέκονταν όρθιοι μπροστά στο παγκάρι με τρόπο χωρίς να διακόψουν και την Θεία Λειτουργίαν κοίταζαν μαζί με τον κολαούζον, σκηνίτην, ν’ αναγνωρίσουν το πρόσωπον, κάποια περίεργη γυναίκα μίλησε στην άλλη βλαχιστί «μη σώσουν και ψάξουν τίποτε στα κόκκαλα». Ένας απ’ αυτούς, ή μάλλον οι περισσότεροι που ήξευρεν τα βλάχικα, άκουσε την στιχομυθία ρώτησαν και πήγαν στο Κοιμητήριον, όπου τους βρήκαν και τους ανέσυραν. Τότε ο ληστής είπε στον Μπλήντα:
Ζωντανός, κυρ Γιώργη, μπήκες στο Κοιμητήριο; Έχουμε καιρό ακόμη.
Πήραν τον Μπλήντα δεμένον και μαζί του τον Μήτρο Τσιαμπαλή, στον όποιον είπανε:
Αμ για να κρυφθείς και εσύ με τους πλουσίους κάτι βαστάς. Πάμε πρώτα στο σπίτι σου.
Πράγματι εκεί που πήγαν ο Τσιαμπαλής άνοιξε το σεντούκι του και έδωσε στους απαίσιους ληστάς τον θησαυρόν του, ο όποιος αποτελείτο από 30 λίρες χρυσές και τα χρυσαφικά της γυναικός του και τον άφησαν ελεύθερον στην Nεραϊδόβρυση.
Οδήγησαν και τον Μπλήντα στο σπίτι του, τον φοβέρισαν μη το καυτό λάδι, άλλα δεν μαρτύρησε τον κρυμμένον θησαυρόν του. Άρπαξαν από το μαγαζί του πολλά πράγματα που τους χρειάζονταν, σχεδόν το λεηλάτησαν και μετά ταύτα τον πήραν μαζί των και τον οδήγησαν στα βουνά μέχρι τον Κοζακό, όπου και τον κράτησαν ως όμηρον επί τρεις μήνας και τελευταία εξηνάγκασαν την σύζυγον του Μαρία να στείλει για εξαγορά 300 χρυσές λίρες και τοιουτοτρόπως αφέθη ελεύθερος.

…………

-Μια παρόμοια απόπειρα ληστείας, που δεν επέτυχε, έγινε και επί των ήμερων μας το καλοκαίρι του έτους 1916 στο παντοπωλείον του Χριστοδούλου Μπιζακίδη. Προτού ακόμη νυκτώσει καλά (με τα γίδια) κατέβηκαν οι λησταί από το «Λειβάδι» μπήκαν στην αυλή του σπιτιού, όπου βρήκαν την πρώην γυναίκα του Μαρίαν, η όποια ασχολούνταν με την τακτοποίηση των γιδιών, ενώ η πόρτα του σπιτιού ευρίσκετο ανοικτή, μπήκαν μέσα, όπου και το παντοπωλείον, και άρχισαν την λεηλασίαν. Ο Χριστόδουλος ευρίσκετο στη βρύση «Κυριάκα» για νερό. Τους ληστάς τους αντελήφθηκε ο γείτονας αείμνηστος Απόστολος Καπράντζιος, παιδί τότε, έτρεξεν αμέσως στο Μεσοχώρι και ειδοποίησεν τους ευρισκομένους εκεί άνδρας. Αμέσως οι χωριανοί έτρεξαν στα σπίτια τους, άρπαξαν τα ντουφέκια τους και άρχισαν να πυροβολούν στον αέρα. Οι λησταί τρομοκρατηθέντες δεν επέμεναν να βρουν τον θησαυρόν αλλ’ έφυγαν άπρακτοι. Άρπαξαν όμως και πήραν μαζί τους ολίγα πράγματα εκ του παντοπωλείου και μερικά ζευγάρια τσαρούχια τελατίνας.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Νικολάου Εξάρχου «το Βρυσοχώρι Ζαγορίου»

Advertisements