Η Μαλέκω Τάτσαινα

Του Τάσου Βιδούρη

Όπως κάθε χρόνο έτσι κι’ εκείνη τη χρονιά, η μάνα του πατέρα μου, η μαλέκω Τάτσαινα που -μ’ όλο πούχε περάσει τα εκατό- ήταν ακόμη καλοστεκούμενη, άφησε το ήσυχο σπιτάκι της στα Καλύβια του Βούρκου κι ήρθε στο χωριό μας, στη Δρόβιανη, για να περάσει τις χρονιάρες τούτες μέρες κοντά στο γιό της Βασίλη και στ’ αγγονάκια της που κάθε χρόνο αυγάταιναν κι από ένα κεφαλάκι. Δεν ήταν μονάχα η ανάγκη να φυλάει το κτήμα του γιού της, που κράταγε τη μαλέκο Τάτσαινα μακριά μας. Είχε στα Καλύβια θαμμένο το νοικοκύρη της και δυό από τα παιδιά της κι’ ήθελε να μην τους αφήνει μοναχούς. Τις μεγάλες όμως μέρες της Χριστιανοσύνης, άναβε στους τάφους των τα κεράκια της κι’ έπαιρνε το δρόμο για κοντά μας…


Την παραμονή εκείνης της πρωτοχρονιάς έπλασε μόνη της τον «πεντάρτο», όπως συνήθιζε κάθε χρόνο, κι η νύφη της, που λέγονταν κι’ εκείνη Βασιλική, έφκιασε τις πίτες με τον «κοφτό».
Σαν καθίσαμε το βράδυ να φάμε στο χαμηλά στρογγυλό, σουφρά κι εκόψαμε την πίτα, το γρόσι έπεσε στο κομμάτι του πατέρα μας κι όλοι του ευχήθηκαν «καλή χρονιά», με υγεία και χαρά και «μ’ όλα τ’ αγαθά του Αβράμ και του Ισάκ». Οι μεγάλοι, σαν αποφάγαμε, επήγαν να κοιμηθούν στους οντάδες τους, ενώ η μαλέκω έστρωσε να πλαγιάσει κοντά σ’ εμάς τα παιδιά, κάτω από το κόνισμα, όπου το καντήλι έριχνε το σύθαμπο φως του.
Κάθε φορά που έρχονταν στο σπίτι –κι αυτό γίνονταν μονάχα τις μεγάλες γιορτές- εμείς τ’ αγγόνια της θέλαμε να πλαγιάζαμε κοντά της για ν’ ακούμε τις ωραίες ιστορίες που μας έλεγε. Κι αλήθεια, η μαλέκω Τάτσαινα ήτανε ζωντανή ιστορία. Δεν μας έλεγε παραμύθια ψεύτικα σαν τις άλλες γριές, αλλά πραγματικές ιστορίες παρμένες από τη ζωή της κι από τις λαϊκές παραδόσεις, για τις όποιες εμείς αισθανόμαστε ξεχωριστή ευχαρίστηση.
Εκείνο που μας έκανε να κρεμόμαστε από τα χείλη της ήταν όταν μας μιλούσε για τον Άγιο Κοσμά και τις προφητείες του και προ πάντων όταν μάς έλεγε για το «ποθούμενο» που θάρχονταν το δίχως άλλο κι αυτό θα γένονταν αφού τα «άλαλα και τα πάλαλα» θα κυβερνούσαν τον τόπο μας σαν όργανα του Σατανά . . .
Δεν είχε ακόμα ξημερώσει όταν η μαλέκω Τάτσαινα σηκώθηκε από το στρώμα, πλύθηκε, έκανε την προσευχή της στο κόνισμα κάνοντας πολλές μετάνοιες κι άναψε τη στιά στο παραγώνι. Ύστερα σηκωθήκαμε κι εμείς κι αφού πλυθήκαμε κι’ εκάναμε το σταυρό μας στο κόνισμα, καθίσαμε σταυροπόδι γύρω στο παραγώνι να πυρωθούμε. Αυτή σηκώθηκε, φόρεσε τη χοντρή σιάρκα της και βγήκε στον κήπο. Σε λίγο γύρισε κρατώντας στην αγκαλιά της φρέσκοκομμένα κλωνάρια από ελιά. Ξανακάθισε στη θέση της, που από σεβασμό δεν την πείραζε κανένα. Και σαν ξύπνησαν κι οι μεγάλοι κι εκάθισαν ολόγυρα στο παραγώνι, επήρε μερικά κλαριά και τάρριξε πάνω στη φωτιά λέγοντας:
Μπρούσια αυγά, μπρούσια πουλιά,
μπρούσια γίδια, μπρούσια αρνιά
μπρούσια γρόσια και φλωριά
Παραμέρισε κατόπι με την πλατιά σιδερένια μασιά τη χόβολη και άφησε ανοιχτό ένα μικρό μέρος και μαδώντας ένα – ένα ελιόφυλλο από τα απείραχτα κλαριά τορίχνε στο άδειο μέρος για την υγεία του καθενός μελετώντας το όνομα του.
– Τούτο είναι για το Βασίλη, είπε. Το φύλλο τσίριξε λίγο και πετάχτηκε μακριά «πρατσαλίζοντας». Με γεια σου, με χαρά σου, γιόκα μου. θα βγάλεις με υγεία τον καινούργιο χρόνο, είπε χαρούμενα. Το ίδιο έγινε για τη μάνα μας και για όλα τα παιδιά.
Στο τέλος σαν κάτι να την έκανε να μη βιάζεται μήπως συμβεί εκείνο που φοβούντανε, έκοψε ένα φύλλο και τώρριξε σαν τάλλα μελετώντας το όνομα της.
– Και τούτο τώρα είναι για μένα, είπε.
Το φύλλο όμως αντίς να πεταχτεί σαν τ’ άλλα έκαμε ένα αδύνατο «φις» και έμεινε ακίνητο για να καεί σε λίγο.
– Αχ, η έρημη! έκαμε η γριά, πάει μου σώθηκε το λάδι εφέτος, δεν θα τον βγάλω ντότι τον καινούργιο χρόνο. Εφέτος θα σας αφήκω γεια, παιδιά μου, θα πάω να βρω τούς άλλους που με καρτεράνε εκεί ψηλά και θα θιαμαίνωνται κι αυτοί που άργησα τόσο.
Κι επειδή τα μάτια μας εβούρκωσαν από τα δάκρυα που άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλα μας:
– Μην κλαίτε, ψυχούλες μου, μας λέει. Νισάφι πια, αρκετά εκάθισα στον ψεύτικο τούτο ντουνιά. Σας ευχιέμαι από τα φυλλοκάρδια μου να φτάσετε κι εσείς τα χρόνια μου και να τα περάσετε…
Από τη μέρα εκείνη μια βαριά μελαγχολία επλάκωσε την καρδιά της μαλέκω Τάτσαινας. Δεν ξαναπήγε πια στα Καλύβια, αλλά κάθισε κοντά στους δικούς της για να τους χορτάσει …
Σε λίγες μέρες αρρώστησε βαριά από πούντα και μ’ όλα τα ρέουλα που της έκαναν δεν βάσταξε και μια βραδιά του ίδιου χειμώνα, ξημερώνοντας Καθαρή Δευτέρα, η μαλέκω Τάτσαινα παράδινε την καθαρή ψυχή της στον Πλάστη.
Το ελιόφυλλο δεν είχε λαθέψει. . .

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 9, Ιανουάριος 1953

Advertisements