Χριστούγεννα της Στρουγγοκάλυβας

Του Κώστα Κρυστάλλη

– Ολόβολη μια κερασιά, ξερίζωσε ο Θανάσης.
– Τα περιβόλια, ορέ παιδί μ’ επήγες να χαλάσεις;
– Πλάνεψα ως την Τριανταφυλλιά, γύριζα όλη τη χώρα
από το γιόμα ως τώρα.


– Κι ο Πλάτανος τι τόφταιγε του Θόδωρου, πατέρα;
Για τήρα τον ξαπλωταριά από το τσάρκο ως πέρα,
γι’ απόψε ο έρμος τράνευε, χόντραινε τόσα χρόνια
στον ήλιο και στα χιόνια.

– Τον εύρηκα στην ποταμιά, στον πόρο του Τζοβάρα·
νιος είναι, όμως τον ξέρανε παράκαιρα η κατάρα,
τ’ αστροπελέκι αυλάκωσε τη μαλακιά του φλούδα,
τόφαε τη ρίζα η σούδα,

– Α, νάτος κι ο Καρκάντζαλος, στον ώμο του έχει πάρει
και μας το φέρνει στο μαντρί χιλιόχρονο πουρνάρι·
καλά τον λεν Καρκάντζαλο, τι ασυσταγιά δεν έχει,
μέρα και νύχτα τρέχει.

– Ταχ’ από που το κουβαλάει ο χριστογεννημένος;
– Δεν με φοβίζει ο Ζάλογγος, ας είναι χιονισμένος,
σαν αντρειωμένος τον πατώ, τα δέντρα όλα του παίρνω
και στο μαντρί τα φέρνω.

– Ο Δίπλας πάλι ο μορφονιός πουθ’ έρχεται εδώ κάτου;
– Έρχεται από τα Φλάμπουρα, πόχει συγγενικά του·
αυτός για τα χριστόψωμα, επήγε οχ’ την αυγούλα,
και για καμιά ξανθούλα.

– Ρίχνετε ακόμα στη φωτιά κλαρούδια, ρίχνε Χρήστο·
σ’ έκαψε κείνο το δαυλί, Γεροκαψάλη, σβύστο·
Νάσο, πετάξου εσύ να ιδής τα ζωντανά στη στάνη
και τι καιρός θα κάνει.

– Κυρ Γάκη, ξεφεγγάρωσε και με τα χιόνια, τώρα
απ’ άκρη σ’ άκρη μια χαρά ασπρίζει η Βαλαώρα,
κ’ είναι μια βούβαση βαθιά στη γη, στα ουράνια πάστρα
και λάμπουν πλήθια τ’ άστρα.

Τα ζωντανά μες στο μαντρί κλειστά καταλαγιάζουν,
στον τσάρκο κάπου μοναχά μικράκια αρνιά βελάζουν.
Είναι τα γρέκια τους ζεστά και τρων κλαρί τα πράτα
κομμένο οχ’ τα Ζερβάτα.

– Τώρα στρωθείτε ολόγυρα, παιδιά μ’ κι ακουρμαστήτε·
του κόσμου ο αφέντης ο Χριστός -να μη το λησμονείτε-
γεννήθηκε σε μια σπηλιά που ζωντανά μαντρίζαν,
τ’ αρνιά τον χουχουλίζαν.

Μες από κείνη βλόγησε κάθε βοσκού κοπάδι
και σαν απόψε αόρατος γυρνά μες στο σκοτάδι
και παίρνει αράδα τα μαντριά, κοπάδια οπού φυλάνε,
ρωτώντας πώς περνάνε.

Για δαύτο την Παραμονή να μην πεινάν τα πράτα,
νάχουν περίσσια τη θροφή, νάναι ζεστά, χορτάτα,
να μην τα βρίσκει ο αφέντης μας τα μαύρα παγωμένα
και νηστικά αφημένα.

Και τούτο ακουρμαστήτε το -δεν είναι παραμύθι-
κατόπι οχ’ τα μεσάνυχτα και με το πρώτο ορνίθι
στη μάντρα ένα χριστόψωμο να γλύφουν φέρτε γύρα
γαλάρια, αρνιά και στείρα.

Τί έμαθαν τον αφέντη μας οπόγλυφαν στα γέννα
και το θυμούνται χρονικής, παιδιά, τα βλογημένα·
κι αν δεν το γλύφουν το ψωμί την ώρα αυτή βελάζουν,
σα γνωστικά ανακράζουν.

Και τώρα φέρτε τα δέντρα και το κρασί, το λάδι,
για να παντρέψω τη φωτιά, ακόμ’ αυτό το βράδυ,
τί γέρασα κ’ είναι άγνωρο του χρόνου τί με βρίσκει,
λίγη ζωή μου μνίσκει.

Πρώτα παντρεύω σε φωτιά, με τούτο το πουρνάρι,
οπόχει το κορμί στοιχειό και δράκο το κλωνάρι,
ωσάν αυτό χιλιόχρονη να ζας, να μη γεράζεις,
να καις παντού, να βράζεις.

Σου δίνω και τον πλάτανο με τα πλατιά τα φύλλα,
παντού ν’ απλώνεις γύρα σου και στα ψηλά καπνίλα,
να δείχνεσαι πώς πάντα ζας και ζαν μαζί σου άνθρωποι
σε πόλη ή βοσκοτόπι.

Τρίτα, φωτιά, την κερασιά σου δίνω συγγενάδι,
να σε φυλά’ από Παγανά ως των Φωτών το βράδυ
και με παλιό τριέτικο κρασάκι σε ποτίζω,
με λάδι σε ραντίζω.

Από τη στρουγγοκάλυβα ποτές να μη μου λείπεις,
τί μου είσαι της χαράς ζωή κι οχτρός τρανός της λύπης,
νι σ’ ανακράζω να μ’ ακούς, να βάζεις, να μου κρένεις,
γλυκά να με θερμαίνεις.

– Να ζήσετε χρόνια πολλά κι απίκραντα, παιδιά μου,
σαν τα ρουπάκια του Ζυγού, σαν τα βουνά του Γράμμου,
να μη σας εύρουνε ποτές τα έρημα τα γέρα!
– Να ζας και συ Πατέρα!

 

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εστία» στις 2 Ιανουαρίου του 1894

Advertisements