Λορέντζος Μαβίλης

Του Alberto Savinio

Η μελέτη αυτή του Ιταλού λογοτέχνη Alberto Savinio για τον Λορέντζο Μαβίλη προδημοσιεύτηκε στο Ιταλικό φιλολογικό περιοδικό «ΡΑΝ» (1935, XIII, Φεβρουάριος) κι από κει μεταφράσθηκε από την κ. Αγάθη Νικοκάβουρα (Ιόνιος Ανθολογία, 1938, τεύχος 120, σελ. 28-35). Αργότερα, μαζί με άλλες σύντομες μελέτες, μεταξύ των όποιων και μια για τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο συγγραφεύς την τύπωσε σε βιβλίο με τον τίτλο «Narrate, uomini, la vosrta storia» (1942, σελ. 143-158) (Διηγηθείτε, άνθρωποι, την ιστορία σας) συμπληρωμένη και με μια σύντομη έξυπνη επισκόπηση του ελληνικού γλωσσικού ζητήματος. Η προσθήκη αυτή στην καινούργια δημοσίευση της μελέτης, κάποιες σημαντικές αλλαγές και το γεγονός ότι το τεύχος της «Ιονίου Ανθολογίας» είναι δυσεύρετο, συνηγορούν για τη νέα αυτή μετάφραση, πού δίνεται σαν προσφορά τιμητική στην επέτειο του θανάτου του Μαβίλη.

Η μορφή του Λορέντζου Μαβίλη ξαναζεί σε μια παιδική ανάμνηση μου. Ήταν στα 1906. Ο πατέρας μου είχε πεθάνει πριν ένα χρόνο. Το σπίτι μας ήταν κλειστό, τα έπιπλά μας σκορπισμένα και στο τέλος του καλοκαιριού μπήκαμε στην Πάτρα στο «Romania» της Γενικής Ιταλικής Θαλασσοπλοΐας. Άφηνα τη γη πού είχα γεννηθεί κι είχα περάσει τα μυθικά χρόνια της ζωής μου κι έφευγα για μια άλλη χώρα, με την οποία δεν είχα παρά μια πνευματική γνωριμία, μα με την οποίαν ένιωθα πώς ήμουν δεμένος με δεσμούς αίματος και σκέψεως. Η  πρώτη επαφή μου με την Ιταλία έγινε στο καράβι εκείνο, ανάμεσα σ’ εκείνους τούς ναυτικούς, πού απ’ τον καπετάνιο μέχρι τον τελευταίο μούτσο μιλούσαν όλοι Ιταλικά, δηλαδή των ίδια εκείνη γλώσσα που εμείς εκεί κάτω στην Ελλάδα δεν μιλούσαμε παρά ανάμεσα στους τοίχους τού σπιτιού. Ήταν σαν μια δεύτερη γέννηση, πιο πραγματική απ’ την πρώτη. Καταλάβαινα πως μια καινούργια ζωή άρχιζε για μένα. Το «Romania» έπιασε στην Κέρκυρα. Κατεβήκαμε και πήγαμε να βρούμε το Λορέντζο Μαβίλη, που ο πατέρας μου ήταν στενός φίλος του.

Το σπίτι ήταν ένας λαβύρινθος από σκάλες, σκοτεινούς διαδρόμους, κάμαρες γυμνές. Σαν για να απαλύνουν την κάψα τού καλοκαιριού μικρά δάση και ποταμάκια λάμπανε διάφανα ανάμεσα απ’ τις κατεβασμένες κουρτίνες των παραθυριών. Τα έπιπλα ήταν αραιά και είχαν μια όψη νεκρή. Κανένας μας δεν τόλμησε να βεβηλώσει εκείνες τις νεκρές καρέκλες, τις νεκρές πολυθρόνες. Ένας άνδρας με στολή προξένου, με δυό μάτια ανέκφραστα, με κόκκινα μουστάκια, μας κοίταζε απ’ τη μέση του τοίχου. Μούχαν πει πώς το σπίτι εκείνο ήταν του Μαβίλη, απομεινάρι μιας μεγάλης πατρικής περιουσίας. Μα με είχαν γελάσει: ο αληθινός κύριος του σπιτιού εκείνου ήταν η σιωπή. Μια σιωπή πού δεν κόπηκε ούτε με την ξαφνική εμφάνιση του Μαβίλη πού βρέθηκε αιφνίδια μπροστά μας, χωρίς να καταλάβω από που είχεν έλθει.

Μας χαμογελούσε με πίκρα, σχεδόν με παράπονο. Η διαχυτιχότης του ήταν μετρημένη. Υποψιάσθηκα κάπρια ψυχρότητα ανάμεσα σ’ αυτόν και στην οικογένειά μου, μα κατόπι κατάλαβα πώς εκείνη η συγκρατημένη θλίψη ήταν η φυσική του έκφραση.

Είχα ακούσει να εγκωμιάζουν την ομορφιά του Μαβίλη. «Ο Μαβίλης, έλεγε ο πατέρας μου, είναι ένας Απόλλωνας». Κι επειδή ήξερα ότι ο Μαβίλης ήταν ποιητής, συλλογιζόμουν πώς η ομοιότητα μ’ αυτόν το Θεό ήταν όρος απαράβατος για κάθε ποιητή. Μα ήταν ένας Απόλλωνας γερασμένος, παχύς και ντυμένος φτωχικά. Λίγες τρίχες ξάνθιζαν ακόμη στα γένια του. Τα μάτια του ήταν γαλανά, γλυκύτατα και απόκοσμα. Μιλούσε αργά, σαν να τον εμπόδιζε άσθμα. Πρόφερε αργά και που τις λέξεις κι όταν αποφάσιζε να τις προφέρει, άφηνε να εννοηθεί πώς δεν ήταν ή λέξη πού είχε σκαφθεί, άλλα κάποια άλλη. Φαινόταν σαν να εξομολογιόταν κι έπασχε λέγοντας τις αμαρτίες του. Η συνομιλία προχωρούσε οργά. Κι όταν δεν απαγγέλλει στίχους του ένας ποιητής μιλεί για ποίηση. Έτσι νόμιζα εγώ. Αλλά η ποίηση ήταν ένα πλήκτρο πού κανένας δεν τολμούσε να τ’ αγγίξει.

Όταν στο σπίτι μας έλεγαν ότι ο Μαβίλης εγραφε ποιήματα, ήταν σαν να λέγανε ότι ο Μαβίλης είχε κλέψει!

  • Κι η Εσθήρ; ρώτησε ή μητέρα μου, υστέρα από μια διακοπή, κατά την όποια η συζήτηση είχε πέσει χαμηλά και δεν έδειχνε πώς θα ξαναζωντανέψει.
  • Τώρα έρχεται, αποκρίθηκε ο Μαβίλης και πρόσθεσε: Η καημένη!

Την αίτια αυτού του επιθέτου της συμπαθείας την κατάλαβα σε λίγο όταν η Εσθήρ μπήκε με μικρά αθόρυβα βήματα στο σαλόνι εκείνο, πού έμοιαζε με τάφο.

Η Εσθήρ ήταν η αδελφή του Μαβίλη. Φορούσε με τιμή τη στολή των γηρατειών. Τ’ άσπρα μαλλιά της ήταν χωρισμένα στη μέση· φορούσε ένα φόρεμα με πιέτες και στο στήθος έπεφταν πολλές σειρές μαύρων μαργαριταριών. Σαν από μιά συνθήκη, που ο  πρακτικός νους δεν μπορεί να εξηγήσει, η Εσθήρ κι ο Λορέντζος είχαν θυσιάσει αμοιβαία τη ζωή τους. Ούτε καν είχαν σκαφθεί να παντρευθούν και να δημιουργήσει καθένας τους οικογένεια. Πιστή στην άγονη συνθήκη τους η Εσθήρ είχε φθάσει στα γηρατειά και ο Λορέντζος στο κατώφλι τους. Και μ’ όλο πούταν αδελφή, η Εσθήρ ήταν και μιά μάνα για τον Λορέντζο και εν μέρει μια σύζυγος. Υπήρχε και στους δυό κάτι το κλειστό, το ανέκφραστα βουβό. Στις μονότονες μέρες τους τούς περίμενε το κενό και το μηδέν. Τους στήριζε ακόμα μιά κλωστή ελπίδας.

Γυρίζω πίσω εννιά χρόνια. Παραθέτω ένα γράμμα, πού αναφέρεται στον ελληνοτουρκικό πόλεμο τού 1897. Ο Λορέντζος Μαβίλης ήταν εθελοντής στο Σώμα των Γαριβαλδινών:

Άρτα, 4 Απριλίου 1897 Εσθήρ μου,

Σου στέλνω τους χαιρετισμούς μου μιά φορά ακόμα προτού να πάω εκεί, όπου δεν θα μπορώ πια να σου γράψω : ατά βουνά της περιοχής αυτής και στα φτωχοχωριά των συνόρων. Σκέπτομαι εσένα και τη μοναξιά σου και μου σχίζεται η καρδιά. Ξέρω ότι χάνοντάς με τα χάνεις όλα, ακόμη κι αυτό πού σου θύμιζε τη φτωχή μας μητέρα. Τα ξέρω όλα αυτά και κλαίω, Κι, η καρδιά μου σπαράζει στη σκέψη, ότι στη ζωή μου δεν μπόρεσα να’ σου ανταποδώσω το ελάχιστο από τα τόσα καλά που μου έχεις κάμει. Ποιός ξέρει! Ίσως μπορέσωμε πάλι να ζήσωμε μαζί, ευτυχισμένοι σε μια πατρίδα ευτυχισμένη, τιμημένοι σε μια πατρίδα τιμημένη.

Εννιά χρόνια ύστερα απ’ αυτό το γράμμα, ο Λορέντζος Μαβίλης ήταν ζωντανός απέναντι μου, φορτωμένος λύπη. Είχε γυρίσει απ’ τα βουνά της Ηπείρου, απ’ τα φτωχά χωριά των τουρκικών συνόρων, μα ή επιθυμία του να ζήσουν ευτυχισμένοι σε μιά πατρίδα ευτυχισμένη, τιμημένοι σε μιά πατρίδα τιμημένη, δεν είχε πραγματοποιηθεί.

Το Απόγευμα, ύστερα από ένα πρόγευμα αντάξιο της οικίας της Εμαούς (ποτέ σαν εκείνη τη φορά δεν είχα καταλάβει την Αγιότητα τού ψωμιού), ανεβήκαμε με το αμάξι στο Αχίλλειο. Η Εσθήρ είχε δέσει στο πηγούνι τες κορδέλες τού καπέλου της είχε φορέσει τα δαντελένια της γάντια. Ο Λορέντζος φορούσε ένα ψάθινο, πολύ μεγάλο για το κεφάλι του. Ο Απόλλωνας με ψάθινο! Θέμα για τον Simplicissiinus και για τους βαυαρούς γελοιογράφους…

Επισκεφθήκαμε την έπαυλη εκείνη πού είχε φιλοξενήσει τη μελαγχολία μιας αυτοκρατόρισσας, την έπαυλη πού ο Καίζερ αγαπούσα να μένει, την έπαυλη πού η Κυβέρνηση Θεοτόκη εμπόδισε να γίνει Μόντε Κάρλο της Ανατολής. Από το ύψος μιας ταράτσας απ’ όπου οι αιολικές άρπες πάλλονται υποβλητικά, ο Λορέντζος έδειξε το Ποντικονήσι μέσα στη θάλασσα.

  • Το Ποντικονήσι, είπε ο Μαβίλης, ενέπνευσε στον Bocklin, το «Νησί των Νεκρών».

Αργότερα, στα ταξίδια μου στις χώρες της Ευρώπης, πείσθηκα ότι οι τοποθεσίες πού ενέπνευσαν στον Boklin, το «Νησί των Νεκρών» είναι τόσες, όσα και τα κρεβάτια, στη όποια κοιμήθηκε ο Ναπολέων ο Α’. Φθάσαμε στο άγαλμα του Heine. Μπροστά στο μνημείο αυτό, που διαιωνίζει τί φήμη ενός ποιητή, τα μάτια του Μαβίλη λάμψανε κι ένα φαιδρό χαμόγελο του φώτισε το πρόσωπο: ήταν το πρώτο και το τελευταίο της ημέρας. Έπειτα, χωρίς πια να πούμε λέξη, κατεβήκαμε στο λιμάνι, όταν 0 ήλιος βασίλευε.

Όταν τελειώσαμε τους αποχαιρετισμούς ο Λορέντζος είπε :

  • Ευτυχισμένοι εσείς πού πάτε στην Ευρώπη!, κι έστρεψε το βλέμμα του προς τη δύση.

Ενώ το «Romania» έσχιζε τα κύματα, έβλεπα να σβήνουν στο ακρογιάλι εκείνες οι δυο μορφές, πού ήταν χωρίς μέλλον και χωρίς ελπίδες: εκείνη με το καπέλο της, εκείνος με το φαρδύ ψάθινο του.

Την άλλη μέρα ξύπνησα για πρώτη φορά στην Ιταλία.

*

Τις χώρες που αρχίζουν στην Ιταλική πλευρά της Αδριατικής και φθάνουν ως τις ακτές του Ατλαντικού, ο Έλληνας τις ονομάζει χωρίς διάκριση Δύση ή Ευρώπη. Σε πείσμα της γεωγραφικής αλήθειας ο έλληνας τοποθετείται έξω απ’ αυτήν την ήπειρο. Η Δύση ή η Ευρώπη ασκούν πάνω του μια ιδιαίτερη γοητεία. Ο Έλληνας που έχει τα μέσα να κάμει ένα ταξίδι «στην Ευρώπη», είναι ένας ευνοούμενος των θεών. Εκεί ο πολιτισμός λάμπει στην πιο μεγάλη αίγλη του. Ευτυχισμένος ο Έλληνας πού υποφέρει από δυσπεψία και μπορεί να πάει για θεραπεία στο Βισύ. Ευτυχισμένος εκείνος πού έχει απόστημα και μπορεί να κάμει εγχείρηση στη Βιέννη ή στο Βερολίνο. Εκεί απολαμβάνει κανένας τις πιο λεπτές χαρές, τις πιο τέλειες ηδονές.

Για τη μεγάλη αγάπη που ο Έλληνας έχει για την Ευρώπη, η Ευρώπη δεν τον ανταμείβει με το ίδιο μέτρο. Ακόμη λιγότερο η Ευρώπη ανταποδίδει τον αληθινό έρωτα που ο Έλληνας έχει για την ποίησή της. Όταν μιλάμε για νεοελληνική ποίηση, το μόνο όνομα πού έρχεται στο νου μας είναι του Ζαν Μορεάς. Η Ευρώπη γνωρίζει τον Μορεάς, γιατί έζησε και πέθανε στο Παρίσι, γιατί συνύφανε την τύχη του με την τύχη των Παρνασσιστών, γιατί έπαψε να λέγεται Παπαδιαμαντόπουλος, γιατί διάλεξε ένα ψευδώνυμο, πού μέσα απ’ τη γαλλική φωνητική του θύμιζε την ιδιαίτερη πατρίδα του, το Μόρια!

Κρίμα! Η νεοελληνική ποίηση αξίζει να γίνει γνωστή μέσα στις ίδιες τις πηγές της και στη γλώσσα της. Εγώ, που είχα την τύχη να γεννηθώ στην Ελλάδα και να ζήσω στην Ελλάδα την περίοδο πού μαζεύονται οι πιο ζωντανές και πιο διαρκείς αναμνήσεις, μπορώ να πω ότι η ποίηση είναι φυσικό χάρισμα στο σημερινό Έλληνα, όπως και στους εξόχους προγόνους του. Αν η φήμη των Νεοελλήνων ποιητών δεν φθάνει τη φήμη του Ανακρέοντος, αυτό οφείλεται όχι τόσο στην ποιότητα, όσο στους αστάθμητους εκείνους παράγοντες, που κάποτε κατορθώνουν να πνίγουν και τις μεγαλύτερες δυνατότητες.

Αλλά η νεοελληνική λογοτεχνία είναι ενδιαφέρουσα τόσο αυτή καθ’ αυτήν, όσο και η φιλολογική περιπέτεια της.

Σε μας το γλωσσικό ζήτημα δεν λύθηκε ακόμη, αλλά σαν νάχωμε κάμει μια σιωπηλή συμφωνία, κανένας μας πια δεν μιλεί γι’ αυτό. Στην Ελλάδα το γλωσσικό ζήτημα αποτελεί ακόμα ως σήμερα ένα πρόβλημα τόσο ζωηρό, τόσο συνταρακτικό, πού για τη λύση του είναι αναγκαία κάποτε και η επέμβαση των ευζώνων.

Οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν ακόμα να συμφωνήσουν ποια πρέπει νάναι η γλώσσα τους. Έχουν μια γλώσσα «Ιερατική» και διοικητική, που προέρχεται απ’ ευθείας από τη γλώσσα των Ευαγγελίων και εκτός από λίγες μεταβολές μορφολογικές και συντακτικές την μιμείται και στη διάρθρωση και στην αρχαϊκότατα των λέξεων. Είναι η υπηρεσιακή, η γλώσσα των δημοσίων λειτουργών των «λογιωτάτων»: η Καθαρεύουσα. Φορεί βέβαια τήβενο, άλλα είναι γλώσσα φτιαστή και η γραφή της είναι γεμάτη αγκαθένια.

Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει και σήμερα, άλλα πριν από είκοσι χρόνια στη Βουλή των Αθηνών υπήρχαν λόγιοι στην υπηρεσία των αντιγραφέων για να διορθώνουν τα βουλευτικά κείμενα. Όποιος ήξερε να γράφει χωρίς ορθογραφικά σφάλματα ήταν δακτυλοδεικτούμενος. Τις αναρίθμητες δυσκολίες του τονισμού οι έξυπνοι τις παρακάμπτανε μαζεύοντας τούς τόνους και τα πνεύματα … στην κορυφή της σελίδας κι αφήνοντας τον αναγνώστη να τα μοιράσει ανάλογα με τις περιπτώσεις.

Δίπλα σ’ αυτήν την «πυκνή» γλωσσά, προχώρησε με μια αυτόματη εξέλιξη, σαν τα χόρτα των αγρών η δημοτική γλώσσα η μαλλιαρή. Νέα και ελευθερωμένη από προλήψεις η δημοτική δέχθηκε όλους τους νεολογισμούς, όλους τούς «βαρβαρισμούς», που η καθαρεύουσα είχε απορρίψει επειδή δεν της ταίριαζαν. Δέχθηκε πολλές ξένες λέξεις. Ανατάραξε τη μορφολογία της σκυθρωπής μητέρας της. Τσάκισε το σκελετό των συζυγιών. Στέρησε τις κλίσεις από την Καλιά δύναμή τους. Άφησε ήσυχα τα ουσιαστικά από την ονομαστική μέχρι την κλητική και κάλεσε τις προθέσεις να κανονίσουν το παιγνίδι των πτώσεων.

Η  δημοτική είναι γλώσσα με ανθηρότητα και δύναμη. Έχει μια ποικιλία συνθέτων λέξεων, ισάξια ίσως και ανώτερη από τη γερμανική. Είναι πλούσια σε συνώνυμα. Η δημοτική, γενικώς, είναι ευλύγιστη και παιχνιδιάρικη γλώσσα, ίσως μάλιστα περισσότερο από την Ιωνική του Ομήρου και την Αττική του Πλάτωνος. Είναι θαυμάσιο όργανο για μια λογοτεχνία, πού αγαπά τη λεπτότητα, την απόχρωση, την ποικιλία, και το πλήθος των σημασιών, πού, ακόμη, δεν φοβάται αυτό το θείο παιχνίδι: τη «διπλοσημασία».

Και όμως αυτή η όμορφη, η τόσο ελληνική γλώσσα είναι ακόμη ως τώρα ένας οργανισμός χωρίς μέλη. Δεν υπήρχε λεξικό μέχρι προ ολίγου να την συγκέντρωση, ούτε γραμματική να τη διευθύνει. Της έλειπε η καθιέρωση των ποιητών, το κύρος των γλωσσολόγων, η αξία των κειμένων. Στα σχολικά θρανία οι μικροί Έλληνες δεν μάθαιναν τη γλώσσα αυτή της ζωής των, άλλα το αρχαίο στρατηγικό «Κύρου Ανάβασις» και το διοικητικό «Κύρου Παιδεία».

Ήταν έργο της Ακαδημίας να δοθεί στη δημοτική μια γραμματική σταθερή κι ένα επίσημο λεξικό. Και υπάρχει Ακαδημία στην Ελλάδα. Δεν είναι χτισμένη ατούς κήπους του Ακαδήμου, αλλά στην οδό Πανεπιστημίου στην νέα και άσπρη Αθήνα. Ένα κτίριο μεγαλοπρεπές της είναι δοσμένο, οικοδομημένο σε καθαρό νεοκλασικό στιλ, από ένα βαυαρό Αρχιτέκτονα και στην πρόσοψή της δυό κίονες από παριανό μάρμαρο υποβαστάζουν, ο ένας το άγαλμα του Μουσηγέτου Απόλλωνος και ο άλλος της Παλλάδος Αθηνάς. Ωραιότατες τοιχογραφίες στολίζουν τη μεγάλη της αίθουσα, πού οφείλονται κι αυτές στον χρωστήρα ενός από τους κλασικίζοντοντες εκείνους βαβαρούς, πού είχαν κατέβει στην Ελλάδα με τον βασιλέα Όθωνα … Δεν έλειψαν από την Ελλάδα γραμματικοί και φιλόλογοι πού θα μπορούσαν να δώσουν στη δημοτική τον αναγκαίο της οργανισμό. Άλλα πως μπορούσαν ν’ αφιερωθούν σε άλλες μελέτες, όταν είχαν να καθαρίσουν την καθαρεύουσα.

Η χαρακτηριστική εμμονή των καθαρευουσιάνων να μην παραδεχθούν τη δημοτική σαν γλωσσά ζωντανή και συγχρόνως σαν γλώσσα των γραμμάτων, πρέπει να αποδοθεί όχι σ’ έναν φιλολογικό Αριστοκρατισμό, αλλά σε βαθιά αισθήματα εθνισμού και θρησκείας. Ο ορθόδοξος χριστιανισμός δεν είναι μόνο μια πίστη και μια θρησκεία, άλλα και η πιο άμεση έκφραση του εθνικού αισθήματος. Θρησκεία και πολιτεία ενώνονται στην ψυχή του Έλληνος σε μια μόνη ιδέα. Αυτή η ενότης δικαιολογείται από την Ιστορία.

Στα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας η θρησκεία κράτησε ζωντανό στην -ψυχή των Ελλήνων το εθνικό αίσθημα. Κάτω από την εξουσία ενός λαού βάρβαρου και άπιστου, στους Έλληνες δεν έμενε παρά η Εκκλησία. Η εκκλησία ήταν ο οίκος του Θεού, άλλα και δημαρχείο και σχολείο και κιβωτός των παραδόσεων, εστία πού δυνάμωνε τη φλόγα του Ελληνισμού. Κι ο παπάς δεν ήταν μόνο λειτουργός του Ύψιστου και πνευματικός, αλλά και διδάσκαλος της γλώσσης και της Ιστορίας, θεματοφύλαξ τόσο της Ιερής σοφίας των Ευαγγελίων όσο και της σεπτής εθνικής σοφίας των προγόνων. Εκεί, μέσα στη κελιά των μοναστηριών, προετοιμάσθηκε η Ανάσταση του 1821. Αυτά, περισσότερο από καταλύματα ειρήνης και προσευχής ήταν πολιτικές λέσχες, φρούρια κτισμένα σε υψώματα, απρόσιτα στον έλεγχο του πασά.

Στην καρδιά της Θεσσαλίας, στα Μετέωρα, υψώνονται ακόμα τέτοια Απόκρημνα μοναστήρια, όπου για ν’ ανεβεί κανένας μπαίνει σ’ ένα καλάθι, που το τραβούν επάνω με σχοινιά και τροχαλίες.

Κάτω απ’ το σημείο του Σταυρού και στη σκιά των αγίων οίκων το εθνικό αίσθημα ταυτίσθηκε με το θρησκευτικό. Η γλωσσά η ίδια έγινε περισσότερο μέσο λατρείας, παρά μορφώσεως.  Η γλώσσα αυτή δεν ήταν μόνο Η γλώσσα του Βυζαντίου και της τελευταίας Ελληνικής αναλαμπής, αλλά προ πάντων ήταν η γλώσσα του Ευαγγελίου και γι’ αυτό διπλά σεβαστή.

Η ιστορία άλλαξε. Η Ελλάδα ήταν πια ανεξάρτητη πενήντα και περισσότερα χρόνια. Τί σημασία όμως είχε; Για κείνον που «δεν λησμονεί» η γλώσσα του Βυζαντίου και των Ευαγγελίων ήταν άσπιλη και ιερή.

*

Θαταν ανάμεσα στο 1903 και 1904. Ήμουν παιδάκι. Μια μέρα βγήκα με τη μητέρα μου με αμάξι. Οι Αθηναϊκοί δρόμοι ήταν πιο ζωηροί από το συνηθισμένο. Ξαφνικά μια ομάς διαδηλωτών προβαίνει τρέχοντας απ’ το βάθος. Ακούονται πυροβολισμοί. Οι κάτοικοι το βάζουν στα πόδια και τα ρολά των καταστημάτων κατεβαίνουν με θόρυβο. Ένας βουλευτής είχε προτείνει στη βουλή να μεταφρασθούν τα Ευαγγέλια στη δημοτική. Τί ιεροσυλία ! Είχε εκραγεί επανάσταση! Η αντίδραση ερχόταν από το Πανεπιστήμιο. Αρχηγός των καθαρευόντων ήταν τότε ο καθηγητής της φιλολογίας Μιστριώτης, ένα είδος Άντζελο ντε Γκουμπερνάτις. Φορούσε επιδεικτικά την καθηγητική στολή. Ο Μιστριώτης αν και είχε ρευματισμούς ήταν ένας πρώτης τάξεως πεζοπόρος. Ήταν οπαδός της φρουτοφαγίας και διάλεγε τα φρούτα, που αποτελούσαν την κύρια τροφή του, μόνος του το μεσημέρι, όταν από το Πανεπιστήμιο γύριζε στο λυπημένο σπίτι του αγάμου και ακούραστου λογίου. Σταματούσε μπροστά στα κοφίνια των μανάβηδων, ψηλαφούσε τα ροδάκινα με έμπειρο χέρι, τα πλησίαζε στη μύτη του. Πίεζε τα σύκα για να χαρεί βλέποντας τα να δακρύζουν, έσκυβε το αυτί στα πεπόνια, κτυπούσε τα καρπούζια και ακροαζόταν όπως ο γιατρός ακροάζεται τα πλευρά του αρρώστου. Ο μεγάλος του φόβος ήταν μην τύχη και πάρει φρούτο νερουλιασμένο.

Στις διαταγές της επιστημονικής εκείνης πηγής, ο μανάβης δεν πρόσεχε τους αρχαϊσμούς και τον προσφωνούσε: «Κύριε Καθηγητή!» Έκανε λάθος στην κατάληξη. Ο Μιστριώτης τότε γινόταν θηρίο. Μάλωνε τον αγαθή μανάβη κι αφού του έψαλλε σε όλους τους ήχους το όνομα «ο καθηγητής» στην κλασική κλίση, έφευγε ικανοποιημένος με το πεπόνι του στη μασχάλη.

Αυτό το ντουέτο ανάμεσα στον μανάβη και στον καθηγητή είναι η μικρογραφία της μεγάλης διχόνοιας, πού χώριζε την Ελλάδα σε αντίπαλες γλωσσικές μερίδες: τη μερίδα των κατανευόντων και τη μερίδα των δημοτικιστών. Είναι περιττό να πούμε ποιοι ανήκαν στη δεύτερη.

Οι καλύτεροι λογοτέχνες προσπαθούσαν να δώσουν σ’ αυτήν την χωρίς παρελθόν και παράδοση γλώσσα τις αναγκαίες περγαμηνές ευγένειας. Ένας απ’ τους πιο θερμούς αποστόλους «χυδαίας» ήταν ο Λορέντζος Μαβίλης. Ο ίδιος έλεγε πως είναι «υπερχυδαϊστής». Ο αποστολισμός του περνούσε τα σύνορα της Ελλάδος. Έτσι, έγραφε στον καθηγητή Eliseo Brighenti di Cesena, φιλέλληνα μελετητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας και εκδότη μιας ανθολογίας νεοελλήνων ποιητών:

Κέρκυρα, 22 Σεπτεμβρίου 1907. Αγαπητέ κύριε,

Λυπάμαι που δεν μπορέσατε να ρθήτε στην Κέρκυρα. Θα φιλονικούσαμε για το ενδιαφέρον γλωσσικό ζήτημα. Ασφαλώς θα κατόρθωνα να σας πείσω ότι στον τρόπο που σκεπτόμαστε εμείς οι «υπερχυδαϊστές» υπάρχει, όπως στην τρέλα του Άμλετ, μια μέθοδος. Και φοβάμαι ότι μας έχετε αποπέμψει σαν φανατικούς αθεράπευτους, πού παραλογίζονται.

Όπως βεβαιώνει το όνομα ο Λορέντζος Μαβίλης δεν ήταν Ελληνικής καταγωγής. Ο πάππος του Λορέντζου ήταν Ισπανός και ονομαζόταν Mabili y Buligni. Η Ισπανική κυβέρνηση τον είχε στείλει να διευθύνει το Προξενείο της Κερκύρας. Όταν ήλθε σε ηλικία ν’ αναπαυθεί δεν γύρισε στην Ισπανία, αλλά εγκαταστάθηκε οριστικά στην Κέρκυρα.

Η  Κέρκυρα είναι το νησί των Φαιάκων κι ένας ποιητής είπε:

Όποιος ξένος εκεί το χείλι βρέχει

στα γονικά του πλιά δε θα γυρίσει (Λορέντζος Μαβίλης «Καρδάκι»).

Η γυναίκα του προξένου είχε μια υπέροχη ομορφιά και την επαινούσαν στον τόπο εκείνο, τον πλούσιο σε ωραιότατες γυναίκες. Αλλά μ’ όλο ποΰταν όμορφη η Κοντέσσα Mabili y Buligni ήταν ευσεβής κι ήξερε πως η σωματική ομορφιά είναι πρόσκαιρη. Πάντα αρνήθηκε να της κάμουν το πορτραίτο της κι ούτε η δαγεροτυπία, η έκτακτη εκείνη εφεύρεση του καιρού της μπόρεσε να νικήσει την απέχθεια που αισθανόταν για τις προσωπογραφίες.

Ο πατέρας του Λορέντζου ήταν δικηγόρος. Παντρεύτηκε μιαν ‘Ελληνίδα, την Ιωάννα Καποδίστρια Σούφη κι έκαμαν δυο παιδιά: την Εσθήρ και το Λορέντζο, που γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1860. Αφιερώθηκε πολύ νέος στις σπονδές και υπήρξε μαθητής του Πολυλά, που στην Κέρκυρα είχε φήμη μεγάλου διανοουμένου. Μιμούμενος τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό αφιερώθηκε με πάθος στο γλωσσικό ζήτημα. Πήγε στη Γερμανία και πήρε δίπλωμα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Ερλάγκεν. Στο διάστημα των δεκατεσσάρων χρόνων πού έμεινε στη Γερμανία μετέφρασε στη δημοτική τον Βιργίλιο, τον Schiller, τον Uhland, τον Bürger, τον Byron, τον Shelley, τον Tenyson. Σπούδασε γλωσσολογία και σανσκριτικά. Υπήρξε οπαδός του Κάντ μέχρι αδυναμίας. Σ’ ένα ποίημα του, στα «Μυστικά του Άγνωστου» αποχαιρετά τον καθαρό λόγο:

Οι ελπίδες μου όλες έσβυσθηκαν πάει!

Οι χρυσόφτερες φυγάν φαντασίες.

Μόνος αυτός ο πόθος θα με φάει,

που βάλαν οι Ερινύες

στα φρενιασμένα του νοός μου βάθη,

για νάναι ο δαίμονας του και ο Θεός του:

όλο το εγώ μου λαχταρεί να μάθει

τα μυστικά του αγνώστου.

Άλλαξε πρότυπο κι από τον Κάντ πέρασε στον Σοπενχάουερ. Μια κρύα υποταγή στη μοίρα, μια καταπραϋμένη απαισιοδοξία· εμπνέει τα σονέτα του. Στον «Ανεμόμυλο» επικαλείται τη μακαριότητα της ανυπαρξίας. Σ’ άλλα τραγουδά το νησί του, τη γυναίκα, τον έρωτα, τη φιλία. Ένας διαρκής -θρήνος βαραίνει την αρμονία του στίχου. Η φωνή του απευθύνεται περισσότερο στους νεκρούς παρά στους ζωντανούς. Όπως ο Leopardi έτσι κι’ ο Μαβίλης σκέπτεται ότι η ζωή είναι ένα βάρος αβάσταχτο. Η «Λήθη» αντανακλά αυτή τη φιλοθανασία:

Καλότυχοι οι νεκροί, που λησμονούνε

την πίκρα της ζωής …

Και μέσα όμως από τα σύννεφα του ισχυρού ακόμη ρομαντισμού, λάμπει το ζωογόνο φως του έρωτα προς την πατρίδα. Ένα από τα πρώτα σονέτα του, γραμμένο στα 1878, είναι αφιερωμένο «Στην Πατρίδα». Σ’ αυτό επικαλείται σαν τον Πετράρχη:

Μάννα μου, Ελλάδα …

Στα 1888, και με την ελπίδα πως ένας απελευθερωτικός πόλεμος θάδινε στην Ελλάδα τα εδάφη που ακόμα βρίσκονταν κάτω από την Τουρκική κυριαρχία, η καρδιά του ποιητή ξεχείλιζε από όνειρο. Μα έμεινε μόνο τέτοιο. Στα 1890 τραγουδά τον ήλιο, τη θάλασσα, το φως της πατρίδας του.

Πατρίδα, σαν τον ήλιο σου ήλιος άλλου δε λάμπει

πώς εις το φώς του λαχταρούν η θάλασσα

[κι οι κάμποι...

Ο πατριωτισμός του ήταν εσωτερικός. Υστέρα από τον Κάντ και τον Σοπενχάουερ, ένας τρίτος φιλόσοφος έρχεται να εμπνεύσει τον ποιητή: ο Φίχτε. Όπως ο Φίχτε, έτσι και ο Μαβίλης είχε τη γνώμη, ότι η αγάπη της πατρίδος δεν είναι μονάχα ένα φυσικό αίσθημα, αλλά και το πρώτο καθήκον του Ανθρώπου: μια αρχή του μορφωμένου ανθρώπου, που πρέπει νάναι παράδειγμα για το λαό. Όπως ο Φίχτε ταύτιζε τον «γερμανικό λαό» και το «υπέρτατο αγαθό», έτσι και ο Μαβίλης ταύτιζε το υπέρτατο το «υπέρτατο αγαθό» και τον «Ελληνικό λαό». Όπως για τον Φίχτε η «γερμανική Ιδέα» αντιπροσώπευε «την καλοσύνη, την ιερότητα, τη δικαιοσύνη», έτσι για τον Μαβίλη «η καλοσύνη, η ιερότητα, η δικαιοσύνη» αντιπροσωπευόταν από τον Ελληνικό λαό. Σκεπτόταν ακόμη ότι ο Ελληνισμός ήταν προορισμένος νάναι φωτεινό παράδειγμα πολιτισμού σ’ όλους τους λαούς. Η νεώτερη ιστορία της Ελλάδος, η μακρόχρονη δουλεία, η επανάσταση, έπειθαν τον Μαβίλη για την υψηλή αποστολή, που ο Ελληνικός λαός ήταν προορισμένος να πραγματοποιήσει.

Γνώριζε με ακρίβεια το μεγαλείο και τις δυσκολίες της τέχνης. Δεν τ’ άρεσε να μιλεί για τον εαυτό του και για το έργο του. Τα σονέτα του τα δούλευε χρόνια και σπάνια αποφάσιζε να τα δημοσίευση. Έδινε στη μελέτη της φιλοσοφίας τον καιρό που δεν αφιέρωνε στην ποίηση. Ονειρευόταν να κάμει για την Ελλάδα, ότι ο Δάντης για την Ιταλία. Αυτό είναι μια γνώμη όσων τον πλησίαζαν. Το μεγάλο μυστικό του όμως δεν εξομολογήθηκε ποτέ σε κανέναν. Άφησε καμιά πενηνταριά σονέτα, θαυμάσια για την ομορφιά της μορφής και για την ευγένεια των νοημάτων, μεταφράσεις του Μαχαμπαράτα, του Δάντη, του Γκαίτε, του Λεοπάρντι, του Φωσκόλου ένα σονέτο «Έρως και θάνατος» κατά μίμηση του Λεοπάρντι· ένα άλλο με τον δαντικό τίτλο «Angelica Farfalla»· δυο σονέτα στα γερμανικά και ένα «Αποχαιρετισμό». Πολλές κριτικές μελέτες, αρκετές επιστολές. Στα 1915 με τη φροντίδα του περιοδικού «Γράμματα» της Αλεξάνδρειας βγήκαν τα «Έργα» του.

Είχε μια μνήμη θαυμαστή. Ήξερε απ’ έξω τα Ομηρικά ποιήματα και τη «Θεία Κωμωδία». Ήταν δεινός παίκτης σκακιού. Αντιμετώπιζε ταυτόχρονα εφτά αντιπάλους, χωρίς να κοιτάζει τη σκακιέρα. Τ’  όνομα του είναι γραμμένο στη «χρυσή βίβλο» της Σάλας των μπιλιάρδων του καφενείου LuiHpold στο Μόναχο της Βαυαρίας. Υπήρξε άνθρωπος αγνός, πολίτης παραδειγματικός, ιδεαλιστής τέλειος.

Μετά τη φοιτητική περίοδο στη Γερμανία, έζησε αποτραβηγμένος στο σπίτι του στην Κέρκυρα. ΓΙαρ’ όλες τις προσκλήσεις και προτροπές δεν αναμίχθηκε στην αβέβαιη πολιτική του καιρού του. Αρνήθηκε τιμές και εκδηλώσεις σεβασμού. Υστέρα από την Στρατιωτική Επανάσταση, που καθάρισε την πολιτική της Ελλάδος, δέχθηκε ν’ αντιπροσωπεύσει τους συμπολίτες του στη Βουλή των Αθηνών. Από την βουλευτική έδρα του αγωνίσθηκε για το θρίαμβο της νέας γλώσσας. Σ’ ένα συνάδελφο του, που ονόμασε χυδαία τη δημοτική αποκρίθηκε: «Δεν υπάρχουν γλώσσες χυδαίες, άλλα άνθρωποι χυδαίοι».

Την επομένη υπεράσπισε με το σπαθί τη φιλολογική του πίστη.

Έλαβε μέρος στον πόλεμο του, 1897 και πληγώθηκε στο χέρι. Με την κήρυξη των βαλκανικών πολέμων του 1912 ήταν πενηντατριών χρόνων. Κατατάχθηκε στο Σώμα των Γαριβαλδινών και πολέμησε στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο. Προήχθη σε λοχαγό στο πεδίο της μάχης,

Οι γαριβαλδινοί μάχονταν στο Δρίσκο, κοντά στα Γιάννινα. Ο Μαβίλης ονειρευόταν να βοηθήσει για την Απελευθέρωση της Ηπείρου. Η μάχη του Δρίσκου ήταν αιματηρή! Το βράδυ της 28 Νοεμβρίου 1912 έρχεται διαταγή να οπισθοχωρήσουν. Ο Μαβίλης διαφωνεί. Πείθει τον Διοικητή του να ξαναρχίσουν, «όχι για τίποτε άλλο, αλλά για να σωθεί η τιμή των όπλων».

Την αυγή ξαναρχίζουν’ σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί πέφτουν νεκροί. Ο λοχαγός Μαβίλης προχωρεί μόνος προς την κορυφή του βουνού. Μια σφαίρα τον χτυπά στο κεφάλι και βγαίνει από πίσω. Τον μεταφέρουν σε μια Εκκλησούλα, που είχε μεταβληθεί σε νοσοκομείο. Προτού να μπει, στρέφει το κεφάλι και κοιτάζει το πεδίο της μάχης. Μια σφαίρα τον βρίσκει στο στόμα. Ο Μαβίλης γυρίζει το βλέμμα προς τους συντρόφους του και με στόμα ματωμένο λέει Ιταλικά:

  • Πολλές τιμές περίμενα απ’ αυτόν τον πόλεμο, όχι όμως και την τιμή να πεθάνω για την αγαπημένη μου Ελλάδα..

Έτσι πέθανε ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης.

Σε μια πλατεία της Κέρκυρας υψώνεται ένα μνημείο «στον ποιητή και πατριώτη Λορέντζο Μαβίλη». Η Εσθήρ έχει πεθάνει, την έθαψαν με τις μαύρες χάνδρες της και με τα δαντελλένια της γάντια.

«Να ζήσωμε ευτυχισμένοι σε μια πατρίδα ευτυχισμένη, τιμημένοι σε μια πατρίδα τιμημένη».

Τ’ όνειρο του ποιητή δεν πραγματοποιήθηκε για το βαρύ και κουρασμένο σάρκινο κορμί πού είχα δη να σέρνεται ανάμεσα στις κολώνες του Αχίλλειου· πραγματοποιήθηκε όμως για το κρύο μαρμαρένιο σώμα του…

Μεταφραστής: Bασ. Βλ. Σφυροέρας

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό της «Ηπειρωτικής Εστίας», τεύχος 19, Νοέμβριος 1953

Advertisements