Γκραμπάλα: Το άπαρτο Κάστρο

«Τρεις μέρες κάνουν πόλεμο

τρεις μέρες και τρεις νύχτες

χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, χωρίς ύπνο στόματι

χιόνι έτρωγαν, χιόνι έπιναν και τη φωτιά βαστούσαν»

Η Γκραμπάλα:

Ώρα την ώρα η ανησυχία μεγάλωνε. Οι μάχες γίνονταν όλο και περισσότερο σκληρές, αιματηρές, οι δικοί μας κρατούσαν, όμως έρχονταν στιγμές που αναγκάζονταν κάπου να υποχωρήσουν, κι όταν η τοποθεσία που άφηναν ήταν ζωτικές σημασίας για την άμυνα, τότε η ανησυχία μεταβαλλόταν σε αγωνία. Αυτό έγινε και στην περίπτωση της Γκραμπάλας, από τα κύρια οχυρά του Καλπακίου, που έπεσε στα χέρια των Ιταλών στις 2 Νοεμβρίου. Η νύχτα που επακολούθησε ήταν από τις χειρότερες που πέρασε το στρατηγείο.

Αν δεν γινόταν ανακατάληψη της Γκραμπάλας, ολόκληρη η άμυνα κατέρρεε. Για τις μάχες κατάληψης και ανακατάληψης του οχυρού υψώματος, οι απόψεις των στρατηγών διαφέρουν. Ο Κατσιμήτρος γράφει, πως το απόγευμα της 2 Νοεμβρίου, αφού πρώτα η Γκραμπάλα χτυπήθηκε άγρια από το ιταλικό πυροβολικό, δέχτηκε έφοδο από εχθρικό τάγμα που το αποτελούσαν Αρβανίτες και Ιταλοί από τα επίλεκτα “τάγματα θανάτου”. Οι επιδρομείς κατόρθωσαν να σκαρφαλώσουν από τις απότομες πλαγιές του υψώματος, επετέθησαν στο λόχο μας που το υπερασπιζόταν, τον ανέτρεψαν και κατέλαβαν ένα τμήμα του. Αντεπίθεση των δικών μας που έγινε στις 5 το πρωί της 3 Νοεμβρίου, έδιωξε του Ιταλούς. Τα τμήματα της αντεπίθεσης διοικούσε ο ταγματάρχης Κ. Πανταζής, με αξιωματικούς τους υπολοχαγούς Ν. Βασιλά, Δ. Μάλλιο και τον ανθυπολοχαγό Κ. Σαρρή. Τα ονόματα όλων έγιναν γνωστά στο πανελλήνιο για τον ηρωισμό τους σε πολλές περιπτώσεις.

……………………..

Πραγματικά ο αγώνας για την κατοχή της Γκραμπάλας ήταν σκληρός και αιματηρός. Οι Ιταλοί την είχαν καταλάβει στις 7 Νοεμβρίου με ομάδες θανάτου. Ο Πανταζής με το τάγμα του θαυματούργησε τελικά, ο εχθρός ανατράπηκε, το ύψωμα έμεινε οριστικά στα χέρια μας. Αν δεν ξαναπαίρναμε την Γ κραμπάλα, όλη η άμυνα του Καλπακιού θα κατέρρεε, κι ο στρατός θα οπισθοχωρούσε στον Άραχθο, έχοντας τώρα να αντιμετωπίσει έναν εχθρό που θα προχωρούσε με τον αέρα της νίκης. Η Γκραμπάλα, αυτό το ορθό και γυμνό ύψωμα, στάθηκε το κυριότερο έρεισμα της άμυνας, και ο αγώνας για να κρατηθεί θα δίνει το δικαίωμα στους απογόνους να περηφανεύονται για τους προγόνους τους. Ηπειρώτες ήταν οι περισσότεροι, απ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, προπαντός αγροτόπαιδα, με λίγα γράμματα του δημοτικού, αλλά με την καρδιά γεμάτη αισθήματα και χρέος για το σπίτι, το χωριό, την Ήπειρο, τη μεγάλη πατρίδα, την Ελλάδα. Μεγαλωμένοι με τις αφηγήσεις των πατεράδων και των παππούδων, που πάλευαν αιώνες με τους Τούρκους ώσπου τους έδιωξαν και τους κυνήγησαν, μαζί μ’ όλους τους Έλληνες, ως την Κόκκινη μηλιά, μόνο που κουράστηκαν να πολεμούν, είχε μπει στις καρδιές τους το σαράκι του διχασμού, έτσι γύρισαν πίσω τσακισμένοι, με τις χούφτες τους άδειες από όνειρα, με το κεφάλι σκυφτό, υποταγμένοι σε μια μοίρα που άλλοι καθόρισαν για την πατρίδα τους- όλοι είχαν κληρονομήσει από τους προγόνους καταβολές που ξεκινούσαν από πολύ μακριά, προπαντός την αίσθηση του χρέους, δεν χρειάζονταν πολλά λόγια, καθοδηγήσεις και προπαρασκευές για να καταλάβουν τι έπρεπε να κάνουν. Το ‘ξέραν από τη στιγμή που μπήκαν στο χαράκωμα πως ή θα νικούσαν ή θα πέθαιναν. Άλλος δρόμος για να σωθεί το σπίτι, το χωριό, η γυναίκα, τα παιδιά, οι φίλοι, η μικρή κοινωνία των ανθρώπων, δεν υπήρχε. Έτσι άρχισε το έπος που πήρε σιγά – σιγά τις τελικές διαστάσεις του.

«Μνήμες του ’40» I. Νικολαΐδη

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», τεύχος 226, Οκτώβριος 1998

Advertisements