Στρατής ο ήρωας

Της Ερμηνείας Φωτιάδου

Πρωί πρωί ακούστηκε η φωνή της γειτόνισσας πούλεγε στη διπλανή της. -Ταμαθες τα μαντάτα; Πάει κι ο Στρατής. Η άλλη πετάχτηκε στο κατώφλι. – Ο Στρατής, τί; σκοτώθηκε; έ! καλά στους τόσους χρήσιμους και καλούς, πάει κι ένας άχρηστος, ένα χαμένο κορμί. – Κάλιο πεθαμένος παρά ζωντανός ο αχαΐρευτος – ακούστηκε τρίτη φωνή και στην πόρτα φάνηκε μια ξερακιανή γυναίκα- θα γλυτώσει το κρασί από δαύτον.

Έτσι άρχισε η συζήτηση στη γειτονιά από τη στιγμή πού ένας φαντάρος γυρίζοντας με άδεια έφερε το νέο, τόμαθαν όλοι εκτός από τη δυστυχή τη μάνα. Μάθανε πως ο Στρατής, ο αλκοολικός, ο μεθύστακας δεν θα γύριζε ποτέ πια, πώς τα παιδιά δεν θα τον ξαναβρίσκανε πεσμένο στο δρόμο, κι’ οι γειτόνοι δεν θα τον ξαναβλέπανε να τρικλίζει και να μαλώνει με τον ίδιο τον εαυτό του. Τελευταία είχε καταντήσει ένας χαμένος άνθρωπος.

Κι’ όμως … Πόση λαχτάρα, πόση υπεράνθρωπη φροντίδα ως να μεγαλώσει ο Στρατής. Είχε χάσει τέσσερα μικρά στη σειρά η κυρά Λένη και τούτο το ‘χε ρίξει στο σταυροδρόμι, το βάφτισε ο πρώτος διαβάτης πού το βρήκε και το βγάλαν Στρατή για να ζήσει. Έτσι λέγαν οι γερόντισσες.

Έζησε ο Στρατής, κι’ ήταν το καμάρι της μάνας του, όλες της οι ελπίδες, ο ήλιος της στην άχαρη ζωή της. Κολλημένος στη φούστα της ο γιός, και στην ξενοδουλειά τον έπαιρνε μαζί της. Σε ξένα χέρια δεν τον άφησε ποτέ, τίποτα δεν τάρνιόταν. Οι επιθυμίες του προσταγές για τη μάνα. Ότι ζητούσε θα τώχε, έστω κι αν δούλευε νυχτέρια εκείνη να το ξεπληρώσει.

Κι έγινε ένας Στρατής… Ένα τίποτα, ένας χαμένος άνθρωπος. Γράμματα δεν έμαθε -αφού δεν τα παίρνω τί φταίω εγώ; – Τέχνη καμιά. Στο τσαγκάρικο τον έπιανε το στομάχι, για κτίστης πάθαινε ίλιγγο. Στα δώδεκα χρόνια του άρχισε το τσιγάρο, στα δεκαεπτά του το πιοτό. Κουβέντα, συμβουλή, δεν δεχόταν από κανένα ο χαϊδεμένος ο μοναχογιός. Η κυρά Λένη όταν κατάλαβε που βάδιζε ο γιός της πάσχιζε, παρακαλούσε, μα αυτός το χαβά του. Σα δεν είχε χρήματα να πιει, κουβαλούσε πέτρα ή άμμο στα γιαπιά, άρπαζε τα λεπτά και γραμμή στην ταβέρνα.

Τη γριά τού την αγαπούσε· έτσι τουλάχιστον έλεγε· κι αλήθεια, ξεμέθυστος όταν ήταν, υπόσχονταν πώς θα διορθωθεί. Άλλωστε, στις σπάνιες αναλαμπές του μυαλού του έκλαιγε, κι έλεγε πώς ήταν ο χειρότερος γιός της καλύτερης μάνας του κόσμου. Λόγια μόνο, την άλλη μέρα τύφλα πάλι στο μεθύσι ο Στρατής.

Η μάνα έσκυψε, λύγισε στα δυο από την ντροπή, κλείστηκε στον εαυτό της, χαμήλωσε για πάντα το κεφάλι· την αφάνισε η πίκρα απ’ την κατάντια τον γιού.

..Όπως όλοι, πήγε κι αυτός στον πόλεμο, κι’ εκεί θες ο εχθρός που βλέποντάς τον ο Στρατής σκέπτονταν πώς (αν αυτός κι οι άλλοι τον αφήναν να περάσει, θα κατάστρεφε, θα ερήμωνε, θα σκότωνε κι’ ίσως δεν θα γλύτωνε κι η μάνα του, πού τον αγαπούσε τόσο, ούτε το σπιτάκι τους  που εκείνη το ’χε στήσει με την ξένοδουλειά), θες το κρασί που τούλειψε, έγινε άλλος άνθρωπος. Καλό παλληκάρι, λαμπρός πολεμιστής.

Μα σήμερα, να τώρα ένας στρατιώτης χτύπησε την πόρτα του μικρού σπιτιού. Οι γειτόνισσες μαζεύτηκαν, κι’ αυτός έβγαλε ένα χαρτί και διάβασε.

Απ’ όλα μια φράση μόνο αντήχησε στα αυτιά της μάνας. «Έπεσε σαν ήρωας». Ο στρατιώτης εξήγησε πώς με την αυτοθυσία του ο Στρατής έσωσε ένα Λόχο. Έπεσε αυτός με τιμημένο θάνατο για την Πατρίδα. Οι γλώσσες λυθήκαν και λόγια πού δεν είχαν ακουσθεί ποτέ, ειπώθηκαν για τον σκοτωμένο.

  • Θεός συγχωρέσ’ τον, ήταν καλός, φιλότιμος και δουλευτής σαν ήθελε.
  • Ά! και να μην έπινε, χρυσή καρδιά’ σαν ήτανε ξεμέθυστος ότι ήθελες από αυτόνε, και την ψυχή του ακόμη.
  • Καλός, τίμιος, και πατριώτης.

Σαν τάκουσε αυτό η δύστυχη μάνα, πού’χε σωριαστή σε μια γωνιά, σήκωσε το κεφάλι, έλαμψε το βλέμμα της, και πρώτη, και στερνή φορά, περηφανεύτηκε κι αυτή για το γιό της. «Αχ! σκοτώθηκε ο Στρατής μου, ο Στρατής μου ο Ή ρ ω α ς»,

 

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 11, Μάρτιος 1953

Advertisements