Ο πάππος μου

 Του Γεωργίου Ι. Χριστογιάννη

Αντίκρυ μου, στον τοίχο της κάμαρας, έχω τη φωτογραφία του, τη «ζουγραφιά μ’» όπως λέει και ο ίδιος. Πρόσωπο αδύνατο, μάτια λαμπερά, θαρρείς αγναντεύουν ψηλά απ’ τη τζούμα, μαλλιά -στα 90 χρόνια- κατάμαυρα. Με δυο λόγια : τζουμερκιώτικη ράτσα. Έχει ανασηκωμένο τόνα φρύδι και τα χείλια σφαλισμένα μ’ ένα πεισματάρικο σφίξιμο: δεν θάβλεπε με καλό μάτι το φωτογράφο με τη διαολομηχανή του!

Τον έχω αντίκρυ μου κι’ όταν παίρνω τα μάτια μου απ’ τα χαρτιά, δεν κοιτάζω τίποτε άλλο, (σαν τι να δω; τις σκάλες υπηρεσίας των πολυκατοικιών ή τα δυο – τρία ψωρόδεντρα;), δεν θαυμάζω τίποτε άλλο, μα τον πάππο μου. Τον κοιτάζω, τον καμαρώνω, και τώρα το θέρος, που με ζώνουν οι κάψες και δεν αφήνουν κύτταρο ανίδρωτο, τον μακαρίζω. Είναι να, μη τον μακαρίζεις; Ζει κατάμονος στο «Κονάκι του», στα ριζά του Άη – Λια, ψηλότερα απ’ τ’ άλλα σπίτια του χωρίου. Απ’ τα τρία παραθύρια του χαίρεται, μισοκρυμμένες απ’ τα κλαριά, τρεις ξέχωρες ομορφιές: Τα Τζουμέρκα που φαντάζουν, πέφτοντας τα ίσκια, σα λαβωμένος γιγαντόσωμος Αρματολός, το βουερό Άραχθο, καμωματού νεροφίδα, και από πάνω, πάνω απ’ τα βράχια και τα σύγνεφα, σαν πουλί που κούρνιασε να ξαποστάσει, το ρημοκλήσι του Άη – Λια.

Σ’ αυτό τον αγριότοπο γεννήθηκε ο πάππος, ήπιε τις χαρές του και τις πίκρες του, τον έσκαψε και τον ματάσκαψε, σε τέτοια πετροχώραφα είδε τα δέντρα του να τρανεύουν ν’ απλώνουν σκιά και καρπούς, από κει είδε όλα τα παιδιά του να παίρνουν ένα – ένα το δρόμο για την πολιτεία, και σ’ αυτά τα χώματα, πριν λίγα χρόνια, έθαψε στερνά τη γριά του, τη βαβούλα μας… Εκεί -ψηλά ζει ακόμα «π’στόβλιακος» με τα «ζωντανά του» και τις θύμησες. Με τις θύμησες του! Όσο κι αν ο αγώνας της ζωής σκληραίνει αυτούς τούς ανθρώπους, όμως κάτω απ’ το τραχύ πετσί τους πάλλει μια καρδιά πλούσια σε συναίσθημα και ευαίσθητη σε συγκινήσεις.

Να, τώρα τον θυμάμαι στο περσινό πανηγύρι. Ώρα πολλή άκουγε αμίλητος τα μυριολόγια και τα κλέφτικα στο βιολί, κι άξαφνα πετάχτηκε ορθός, «άι, ορέ παιδί μ’» φώναξε στο βιολιτζή και βγήκε από την κάμαρη. Αργότερα, σαν πήγα πλάι του, τον είδα να κρύβει τα μάτια του στο μαντήλι… Κι άλλη μια φορά σαν φεύγαμε απ’ το χωριό, με πήρε παράμερα, με κοίταξε ανάμεσα από κόμπους δάκρυα, με φίλησε με πρωτόγονη ορμή και μούβαλε στην τσέπη μια φούχτα λιασμένα αγριόγκορτσα για «να νοστιμεύω τσότσο στο δρόμο».

Τί να πρωτοθυμηθεί ο πάππος: “Όταν καθόμουν σιμά του και του γύρευα να μου ιστόρηση κάτι, κούναε το κεφάλι του και μούλεγε : «Τι τα θες αυτά; χαμένος κόπος. Κοίτα τ’ς φυλλάδες σ’ παιδί μ’». Μα πάντα- «ζερζεβούλ’ς!»- κατάφερνα να μου πει κάποια ιστορία του «για την Απελευθέρωση της Άρτας το 81, για το ληστή Θύμιο Γάκη, για τον πόλεμο του 97, για τον οπλαρχηγό Πουτέτση, για το πως έγινε το χωριό ‘Ελληνικό το 12… Κι όταν άρχιζε, αράδιαζε κατόπι ολάκερη τη ζωή του, μια ζωή άπαφτου Αγώνα στην πλαγιά του ξεροβουνιού, για να παραμερίσουν τα λιθάρια, ν’ απομείνει λίγο χώμα και να φυτρώσει μια δράκα αρρωστημένο αραποσίτι. Ένας αγώνας ανθρώπων αποξενωμένων από κάθε ευεργετική επίτευξη του πολιτισμού, ενάντια σε μια φύση πανίσχυρη που προβάλλει, ακόμα και σήμερα, με τα ίδια προβλήματα, όπως στη λίθινη εποχή. Αγώνας όμοιος από γονιό σε γόνο, απ’ τα πρώτα βήματα ως τα στερνά, απ’ τα χαράματα ως τη νύχτα, όχι για να γίνεις πλούσιος, μα για να μη πεθάνεις νηστικός. Κι είναι μια ζωή ασήμαντη, σαν το τράνεμα ενός δέντρου, και αθόρυβη, σαν το περπάτημα του μπούρμπουνα, και ταπεινή, σαν τα βατόμουρα, ζωή χωρίς ιστορικούς σταθμούς και χρονολογίες και ασύλληπτα ιδεώδη… Μια ζωή που δε γνώρισε χαρές να φέρνουν «συγκοπή καρδίας» και λύπες να καταντούν σε ψυχώσεις και που δεν αισθάνθηκε στέρηση ευτυχίας, ίσως επειδή δεν έψαξε να τη βρει. Τέτοια κι η ζωή του πάππου . . . Ζωή; Θ’ απορήσει κανείς. Περισσότερο όμως θ’ απορήσει ακούοντας πως τον πάππο δεν τον βαραίνουν τα 90 τόσα χρόνια για να σκαλώσει και στα ψηλότερα κλαριά, χωρίς να τούρθει σκοτούρα, πως δεν πήγε ουδέ μια βολά σε γιατρό – μα και που να τον έβρισκε! – και δεν «έκοψε» ποτές κούπες (βεντούζες). Μια μέρα που μας είπε ότι αισθανόταν θέρμη, η θειά μου του δώσε το θερμόμετρο. «Τί είναι αυτό το πιρτσφλίδ;» έκανε περίεργος. «Βάλτο στη μασχάλη και θα μας πει τον πυρετό» – «Κρένει αυτό το πιρτσφλίδ; και χρειάζεται να το χώσου στην αμασκάλ’ για να κρένει; Κι απέ θα μ’ πέσει η θέρμ’;». – «Δεν θα πέσει η θέρμη, αλλά θα μάθουμε τι πυρετό έχεις».

Ο πάππος το κοίταξε με περιφρόνηση και ξανάπε συλλοϊσμένος:

«Άιστε ορέ παιδιά μ’ και μη σας τρων τ’ς παράδες οι μπαγαπόντες μ’ αυτούνα τα σκανταλάρια!» Και τότε θυμήθηκε πώς τούχε πέσει μια μεγάλη θέρμη όταν ήταν παιδί: «Μ’ είχε πιάσει τρανή χολέρα τότες έτρεμα σαν το κουνάβ’. Ο αδερφός μ’ ο Νίκους μούριξε το καπότο και πήγαμε ως τη γούρνα, τάχα για να νυφτώ. Απέκια μου δίνει μια και χώνομαι ίσαμε τ’ αυτιά στο νερό, χειμώνα πράμα! Μ’ κόπηκε η θέρμη με το μαχαίρ’!».

Τέτοια η ζωή του πάππου… Και μη του πεις ν’ αφήσει το κονάκι του και τα ζωντανά του και τα κλαριά του και να κατέβει να μείνει με κανένα παιδί του στην πόλη! «Το καλό που σ’ θέλει το σπίτι σ’ δε σ’ το θέλει κανένας. Ιδώ έχω το γαλατάκι μ’ και το κρύο νερό που το πίνεις και λαγαρίζουν τ’ άντερα. Και δίπλα το γιατάκι μ’. Τρώω όποτε με πεινάει κι απέ-πουπ !- γέρνω και τον παίρνω».

Βαθειά η αγάπη του για τον τόπο και πιστή κι απέραντη. Κλείνεται ακέρια και ανάγλυφη σε -τούτα τα λόγια του: «Ξέρεις τί τράβηξα, παιδί μ’, γι’ αυτά τα παλιοχώραφα; Δεν μούχε απομείνει γίδα για να τα ξαγοράσω απ’ τους Τούρκους. Γλέπεις αυτή την καρυά; Τη φύτεψα σαν γέν’κε ο πατέρας σου. Που ν’ αφήκω μαθές αυτά τα κλαράκια να τα τσακάη ο ένας κι ο άλλος και γω να γυρνάω σαν την άδικη κατάρα…». Κι έχει τόσο δίκιο ο πάππος!  Ενενήντα χρόνια ζωής και αγώνα έχουν σταλάξει στην ψυχή του μέρα τη μέρα, με κόμπο-κόμπο ιδρώτα, αυτό που επαναστατεί τους διεθνιστές και τους κοσμοπολίτες τον πόνο για τον τόπο πού σε έταξε η μοίρα, την αγάπη για την πατρίδα. Να ξυπνάει «πουρνό—πουρνό» και ν’ αγναντεύει τ’ ανυπότακτα Τζουμέρκα,  να κινάει με τη βαρέλα για τη δροσοπηγή στο ρέμα, να νίβεται, να πίνει και ν’ αγαλλιάζει να βοσκάει τις «γιδοδούλες του», να φυτεύει νέα κλαράκια και να αισθάνεται τη χαρά της δημιουργίας και της προστασίας, ν’ αφουγκράζεται τον αγέρα να σουράει στο μπουχαρί και, πέρα, τα στεφάνια να γκρεμιώνται μπουμπουνίζοντας,  να λέει την «προσευχή» μόνος του, να παίρνει ευλαβικά τον κατήφορο για την εκκλησιά, ν’ αναμεράει τις φτέρες απ’ τον τάφο της γυναίκας του, της Βαβούλας..  Κι όλα αυτά να γίνονται «πάσα μέρα του Θεού» και «πάσα Κυριακή», ολόιδια πάντα, μα και πάντα με τη μυστική χαρά του πρωτόγνωρου, με τη λαχτάρα του ανθρώπου που δε χόρτασε, με το ρυθμό της κλεψύδρας… Κάπως έτσι νιώθει ο πάππος την πατρίδα, έτσι την ζει και τη χαίρεται και, μα την πίστη μου, κανένας ορισμός δεν θα τον έκαμε να την αγαπήσει πιότερο και καμιά θεωρία δεν θα τον έπειθε να την αρνηθεί. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για πλήξη ή ρουτίνα ή μαρασμό.. Κι ούτε κουβέντα να γίνει για νέους τόπους και νέα ήθη και έθιμα και πολιτισμούς. Ο πολιτισμός κι όταν έφτασε με τη μια ή την άλλη μορφή στο χωριό ήταν «για ντροπές». Ο πολιτισμός, λέει, «άνοιξε τα μάτια του ανθρώπου πιότερο για να του τα βγάλει ευκολότερα». Να, μια μέρα ο πάππος έβοσκε τα «πράτα» και τον είχαν λαγοκοιμίσει -ντρίνγκ, ντρίνγκ- τα κυπράκια τους. Κάποια στιγμή όμως, αναπάντεχα, ένα βουητό, σαν μούγκρισμα τρισκατάρατου, διάβηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Οι γίδες «προντίστ’καν» στον κατήφορο κι ο πάππος ανοίγοντας τα μάτια του μόλις πρόκανε να ξεχωρίσει ένα αεροπλάνο να χάνεται στον ορίζοντα. Έριξε μια ανήσυχη ματιά στις γίδες κι ύστερα,, τεντώνοντας το χέρι μ’ ορθάνοιχτη παλάμη κατά το «πουλί του διαόλου» αναστέναξε με κακία: «Αχ μωρή ριμάδα Ευρώπ’!…». Αμ τις προάλλες στο πανηγύρι «τι ντροπές και γάνες» ήταν αυτές; «Σαν έπαψαν τ’ άργανα, κάτι αρχίν’σε να γριτσανάει στο βιολάκι τ’ ο  Δημητράκ’ς. Κι απέ μ’  σηκώθ’καν κάτι παλιοπαίδια, πήραν τις τσούπρες κι έφερναν γύρες αν τάμα. Κολλ’τός χουρός! Φτου, ντροπές και γάνες! Τί να τ’ς κάνω; Πήρα τα μάτια μ’ κι έφυγα να μη τ’ς βλέπω και μοΰρχεται ανακατωσιά. Χρειάζονταν μαθές να τ’ς μαζώξ’ όλους τ’ απόσπασμα και να παίζει το βουρδούλ’ στο χοροστάσ’ – φαπ! φουπ! – να μ’ δουν κολλ’τό οι λώβες!» -«Γιατί, παππού;» διαμαρτυρήθηκε τότε η αδερφή μου, «εξελίχθη ο κόσμος, θέλεις να ζει καθυστερημένος επ’ άπειρον «Άι μωρή τσ’μπίδου» την απόκοψε ο πάππος πεισμωμένα, «κοίτα να κάν’ς κανένα …πλησιασμό (πολλαπλασιασμό) στα χαρτάκια σ’ και μη σ’ παίρνουν τα μυαλά αέρα!».

Με αυτή την αγάπη για τον τόπο σου και με τέτοια προσήλωση στις παραδόσεις ήρθε, πριν λίγα χρόνια, ο πάππος στην Αθήνα. Πώς τον καταφέραμε κι άφησε το κονάκι του; Από τη μια η μεγάλη μας επιμονή, απ’ την άλλη ο τρανός πόθος του να μάς δη, υστέρα από τόσα χρόνια χωρισμού, τον έφεραν κοντά μας. Μα δεν είχε καλά – καλά ανέβει τα σκαλοπάτια και μάς μολόγησε τον καημό του: Θα κάτσω κάνα-δυο μήνες και θα ματαγυρίσω. Δεν κάνω γω για δω, χαμένος άνθρωπος…». Κι αλήθεια δεν έκανε ο πάππος για την Αθήνα, μ’ ουδέ κι η πρωτεύουσα γι’ αυτόν!

Ήταν το πουλί που το τσάκωσες στο λόγγο για να το κλείσεις στο κλουβί. Χρυσό νάναι το κλουβί; Κανναβούρι να το ταΐζεις; Τίποτα! Αυτό θέλει να «φλικαράη» όσο ν’ αποστάσει και να τρώει σπόρους και ζουζούνια. Έτσι κι ο καημένος ο πάππος. Ζούσε στην Αθήνα κι ο νους του ήταν στο «χουριό». «Είχα και μια αρμάθα κρομμύδια στο κατώι», μας έλεγε, «θα τα φάει η μούχλα κι αυτά… Και τα ζλαπάκια ; Κείνη τη γάτα την αφ’κα με γατσούνια. Ποιός να τ’ς έχει την έγνοια τώρα;». Σε μας ολ’ αυτά φαίνονταν αστεία και σώνει και καλά να κάνουμε τον πάππο Αθηναίο. Του βγάλαμε τα «σκουτιά» (τί; μάλλινη φανέλα δε βάζει κανένας στην Αθήνα!) κι επιμονή να του δέσουμε γραβάτα και καλτσοδέτες και να του περάσουμε μανικέττια και να ψαλλιδίσει λίγο τη μουστακάρα και να τρίβει πολύ ώρα τα χέρια με το σαπούνι για να μαλακώσουν και να βγάλει το σκούφο και…και..

Όλα τα δέχονταν καρτερικά ο πάππος μη κακοκαρδίσει τα’ αγγόνια κι’ όλο μουρμούριζε: «Άντε, μωρέ μπελιάδες, και το βάλαταν να με φκιάσετε μασκαρά!» Μα η δυσκολία μας ήταν στην εθιμοτυπία, στις βαθύτερες συνήθειες. Πως να χωρέσει το μυαλό του πάππου ότι μπορεί, λόγου χάριν, να μη λέει στον «πάσα ένα» καλημέρα κι ότι δεν ήταν δα και μεγάλη αμαρτία πρώτα να κολατσίζει κι ύστερα να πηγαίνει στην Εκκλησιά: «Πώς! Άνθρωποι του Θεού είμαστ’ όλοι, να διαβαίνουμε σαν τα γελάδια χωρίς να λέμε μια καλημέρα;» διαμαρτυρόταν πολλές φορές, κι άλλες μας μάλλωνε: «Την πατώσαταν καλά τώρα και τραβάτε στην εκκλησία γι’ αμφορά ! Αμ θα σας το πάρει ο Θεός το ψωμί, θα σας το πάρει…». Εξάλλου πως ν’ ανταποκριθεί ο πάππος στις καθημερινές απαιτήσεις της «κοινωνικής ζωής» και να προσαρμοστεί στις ιδιοτροπίες του «προηγμένου πολιτισμού»; Γιατί ήταν αδύνατον να κοιμηθεί αν δεν «κουκούλωνε» και το κεφάλι κι ήταν γι’ αυτόν τυραννία και αυτή ακόμα η φυσικότερη απ’ τις σωματικές ανάγκες: «Δε μ’ βολεΐ να τα ντκιάσω (πετύχω) σ’ αυτό το φλώρο τέντζερη» μας έλεγε πηγαίνοντας στην «τουαλέτα» της ευρωπαϊκής μεγαλοφυΐας!

Ήταν χαρά μας και διασκέδαση να τον έχουμε μαζί μας στον περίπατο, στα θέατρα, στη θάλασσα, στα μουσεία κι όπου ξέραμε ότι κάτι το πρωτόφαντο θα ξένιζε τον πάππο. Τα βλέπε όλα πότε σιωπηλά, περίεργα και πότε με υποψία και ολοφάνερη ψυχική επανάσταση. Ο κόσμος, το παρδαλό και πολυκύμαντο πλήθος, τον ξάφνιαζε και τον κούραζε. Ασυνήθιστος, βλέπετε, σε τέτοια γυμνάσματα.

«Πως δεν χαθήκαταν, παιδιά μ’, σ’ αυτό τουν κουρνιαχτό! Ιγώ, δν μ’ αφηνα’ ταν έρμο, θα ζάρωνα σε μια γωνιά ώσπου να μ’ βγει η ψυχή». Και σαν γυρίζαμε σπίτι και τον ρωτούσαμε πως του φάνηκε ο περίπατος, έσερνε την παλάμη στη «μπάλα» (μέτωπο) και μας έλεγε χαμογελώντας» «Ιδώ γυρνάν τώρα τα περίπατα».

Κάποιο βράδυ, «σκαθάρια» και μείς, τον πήραμε σε μια θεατρική Επιθεώρηση. Άλλο πράμα να τον βλέπει ! Σαν πρόβαλαν στη σκηνή φανταχτερές, μισόγυμνες θεατρίνες, πετάχτηκε απ’ την καρέκλα σαν κεντρισμένος. Όλα κι όλα! μα την τιμή του, τη σεμνότητα του, την πατροπαράδοτη ηθική του, όπως αυτός τα αισθανόταν, δεν τα λώβιαζε ο Τζουμερκιώτης! Κοίταξε κατακόκκινος δεξιά – ζερβά, σα νάκανε κάτι το απαγορευμένο, και μας φώναξε θυμωμένα: «Άιστε να φύγουμε απ’ αυτά τα μασκαρλίκια!» Αργότερα που του ζητήσαμε γνώμη για το Θέατρο, μας κοίταξε, σαν πως κοιτάξουν τα μολυσμένα πράγματα, και μας αποπήρε: «Θέατρο γίναμαν εμείς!».

Ανάμεσα σ’ αυτό τον καινούργιο κόσμο της πρωτεύουσας με τις αστραπιαίες εντυπώσεις, τον άπαφτο θόρυβο, την αποπνικτική ατμόσφαιρα και τα αλλοπρόσαλλα ήθη, αισθανόταν πολλές φορές την ανάγκη μιας γαλήνης που να θυμίζει τις εσπερινές ώρες του χωριού, μιας απομόνωσης και περισυλλογής … Τότε τον άφηνα να παίρνει μόνος τον απόκεντρο δρόμο για το μεγάλο πάρκο. Αργά διάβαινε κάτω απ’ τα δέντρα χάιδευε τα κλωναράκια τους, δρόσιζε το χέρι του στο τεχνητό αυλάκι, κοίταζε με πικρό παράπονο τα ζαρκαδάκια πίσω από τα σύρματα (πόσο συναισθανόταν τη φυλακή τους!) κι έπιανε κουβέντα με το γέρο φύλακα που πότιζε τα λουλούδια. Τούλεγε πως είχε κι αυτός κλαράκια στο χωριό -μήπως μπόραγε να του δείξει κατά που έπεφτε;-πως όμορφο θάταν να φυτέψουν στο πάρκο και «κολοκ’θιές» – κάνουν κι αυτές κίτερα άνθια,- πως θα μαράζωναν τα ζαρκαδάκια αν δεν τα ζευγάρωναν … «Α, ναι θάταν να τα χαίρεσαι αν τους πέρναγαν στο λαιμό κι’ απόνα κύπρο».- «Που πήγες σήμερα παππού;» τον ρωτήσαμε μια μέρα που γύριζε από τη συνηθισμένη του στράτα. «Μέχρι τα κλαράκια» μας αποκρίθηκε, κι επειδή δεν καταλάβαμε ποιά κλαράκια εννοούσε, θυμήθηκε ένα χτυπητό σημάδι και μας είπε:

«Έφτακα μέχρι εκείνο τον ξεβράκωτο» Εννοώντας το άγαλμα του δισκοβόλου στο Ζάππειο. Κι ενώ μας είχε κοπεί η ανάσα από τα γέλια ο πάππος μουρμούρισε με δικαιολογημένη απορία: «Δεν τούβαζαν τσότσο βρακάκι, οι προκομμένοι!»

Δεν μπορέσαμε να τον κρατήσουμε για πολύ τον πάππο. Σαν μπήκε το καλοκαίρι του μπήκαν κι οι ψύλλοι στ’  αυτιά. Ύστερα κόντεψε να μας αρρωστήσει και που ν’ ακούσει για γιατρό! «Θα πεθάνω ιδώ, μωρέ, στα ξένα σαν αναθεματισμένος!» έλεγε και ξανάλεγε» Στο τέλος έφυγε ο πάππος κι έχει από τότε να ξεστρατίσει απ’ το κονάκι του κι ούτε θέλει να ματακούσει για «Αθήνα» μήτε για Γιάννινα ή για Άρτα. «Όμοιος στον όμοιο», λέει» «κι η κοπριά λάχανα»!

Στο χωριό είναι πια ο κοσμογυρισμένος. Πολλές φορές, τα δειλινά, τον τριγυρίζουν οι χωριανοί στον καφενέ και τον ψαρεύουν τί είδε και τι άκουσε. «Κόσμος παλιόκοσμος» τους λέει στοχαστικά, «κι ουδέ καπνός, ουδέ γάστρα. Τι τρώει αυτούνο το μυρμήγκιασμα; Πλήθεψαν κακά και σε λίγο θα φάει ο ένας τον άλλο». Και, μα την αλήθεια, δεν δίνει και τόσο καλές συστάσεις για τους «εκπροσώπους του συγχρόνου πολιτισμού»: «Λουμπουδύτες! Κοιτάν να σ’ γδάρουν το τομάρ’ και να μη σ’ δώκουν τίποτις». Όμως δεν λαθεύει κάθε τόσο ν’ αποσώνει τη διήγησή του με απλά και σοφά συμπεράσματα. «Αν οι γυναίκες μας ήξεραν πως καλοπερνάν οι γυναίκες στις πολιτείες θα ξεσήκωναν τρανή επανάσταση» λέει σιγά ο πάππος καθώς βλέπει τη χωριατόπουλα ν’ ανηφορίζει αργά και καρτερικά με τη βαρεία βαρέλα στην πλάτη. Και βιαστικά ο γέρος σηκώνεται να φύγει, γιατί νοιώθει πώς σε λίγο, παρ’ όλο το καψάλισμα των ματιών, δυο υγροί κόμοι θ’ αυλακώσουν τα βαθουλωμένα μάγουλα, μια αυθόρμητη θερμή προσφορά στη μνήμη της κυράς του, της βαβούλας μας …

 

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 17, Σεπτέμβρης 1953.

Advertisements