Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος Γκρονίτσας

Το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος που βρίσκεται στη θέση «Γκρόνιτσα» στην περιοχή του χωριού Βρυσοχώρι Ζαγορίου αποτελεί ίσως την πιο απόμακρη Μονή στην Ήπειρο. Απέχει περίπου 12 χιλιόμετρα από το χωριό και είναι κτισμένο μέσα στην πλέον κατάφυτη περιοχή της Τύμφης. Το σημείο που είναι κατασκευασμένο το μοναστήρι είναι τόσο πνιγμένο από την πλούσια βλάστηση της περιοχής που δύσκολα το αντιλαμβάνεσαι ακόμη και αν φτάσεις πολύ κοντά σ’ αυτό.

agia_triada

Η Μονή της Αγίας Τριάδος Γκρόνιτσας (τοπωνύμιο με βουλγαρική ρίζα που δόθηκε στη περιοχή εξαιτίας της διαμόρφωσης του εδάφους της και σημαίνει «κατσαρόλα») σύμφωνα με τα αναγραφόμενα σε μια παλιά πέτρα που σήμερα είναι τοποθετημένη στην είσοδο του «κελιού της Στασιανής», θεμελιώθηκε στις 20 Ιουνίου του 1667 σε χώρο που αρκετούς αιώνες πιο πριν είχαν εγκατασταθεί ασκητές. Αξίζει να σημειωθεί ότι η λιθογραφία αυτή, που παλιότερα ήταν τοποθετημένη στην τοιχοποιία του ναού, η Μαρία Τσιούπη στο βιβλίο της για τα «Ηπειρωτικά Λιθόγλυπτα» την καταγράφει ως την παλιότερη χρονολογημένη κτητορική επιγραφή στον εκκλησιαστικό χώρο, στη περιοχή του Ζαγορίου.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση και όπως μας την μεταφέρει στο βιβλίο του «το Βρυσοχώρι» ο Νίκος Εξάρχου, η ιστορία της δημιουργίας της Μονής έχει ως εξής: «Ήταν Δεκέμβριος μήνας, δύο έτη προτού γίνει η θεμελίωσης του Μοναστηρίου, όταν οι τρεις αδελφοί μοναχοί του Ασκηταρειού «Βουλτσιούτουρου», Ιωακείμ, Χρύσανθος και η Στασιανή είχαν χάσει το γαϊδουράκι τους, το οποίον αναζητούσαν επί τρείς ήμερες και, αφού δεν το έβρισκαν, τραβήξανε προς το χωριό μας να το αναζητήσουν άλλα και εκεί δεν το βρήκαν. Νύχτωσε και κοιμήθηκαν στο χωριό ατό σπίτι του Φιλτσίκα διότι εν τω μεταξύ άρχισε να χιονίζει και κατά την διάρκειαν της νύκτας έπεσε πολύ χιόνι, του οποίου το ύψος είχε φθάσει μέτρο. Επηκολούθησε βαρύτατος χειμώνας, εκείνη τη χρονιά, το χιόνι τους απέκλεισε τον δρόμον και ηναγκάσθησαν να παραμείνουν εις το χωριό ως φιλοξενούμενοι επί τρείς μήνας. Όταν την άνοιξη απεφάσισαν να επιστρέψουν, την τελευταία νύκτα, είδαν στο όνειρο τους την Αγία Τριάδα, που τούς φανερώθηκε μπροστά τους στη θέση «Γκρόνιτσα», ακριβώς εις το σημείον που είναι κτισμένη η εκκλησία του Μοναστηρίου και δίπλα της να στέκει το γαϊδουράκι τους. Χαρούμενοι, λοιπόν, ξύπνησαν το πρωί και ξεκίνησαν να φύγουν προς το μέρος εκείνο. Το όνειρο τους πραγματοποιήθηκε. Το γαϊδουράκι βρέθηκε στο σημείο εκείνο ακριβώς που το είχαν ονειρευθεί. Το γεγονός αυτό το θεώρησαν ως θαύμα και οι Μοναχοί, οι οποίοι εσκόπευαν από καιρό να κτίσουν ίνα μοναστήρι στην περιφέρεια εκείνη, απεφάσισαν τώρα τελικά με την προσωπική τους εργασία και με την ερανική εισφορά των κατοίκων του χωριού μας να θεμελιωθεί το Μοναστήρι ακριβώς εις το μέρος, όπου τους φανερώθηκε η Αγία Τριάδα. Το εκκλησάκι έγινε μικρό όπως το βλέπουμε σήμερα, άλλα σκοτεινό κατ’  αρχήν, χωρίς παράθυρα με μόνον φεγγίτην στη στέγη. Καθώς λέγει η παράδοσις οι ίδιοι οι καλόγηροι και άλλοι μεταγενέστεροι αυτών ειργάσθησαν εις το σκάλισμα του τέμπλου ως αυτοδίδαχτοι αρχιτέκτονες. Ως πρώτος προϊστάμενος ιερομόναχος, αναφέρεται ο πρεσβύτερος των τριών αδελφών, ο Όσιος Ιωακείμ. Από τότε πού άρχισε να λειτούργει η εκκλησία του Μοναστηρίου με ηγουμένους, τα Ασκηταρειά εγκατελείφθησαν και ερημώθησαν. Η Αγία Τριάς ήταν το καταφύγιον όλων των πτωχών και οδοιπόρων».

Στο ίδιο βιβλίο του Νίκου Εξάρχου διασώζεται και μια ακόμη ιστορία που σχετίζεται με το μοναστήρι και συνέβη μερικές δεκαετίες αργότερα, πιθανότατα τον 18ο αιώνα:

«Μας λέγει η παράδοσις ότι παλαιότερα, 100 περίπου χρόνια μετά τον θάνατον της πρώτης Στασιανής, μια άλλη καλογριά του Μοναστηρίου της Αγίας Τριάδος, ονόματι και αυτή Στασιανή η δευτέρα (το κοσμικόν όνομα Αναστασία) είχε διαδώσει, ότι κακοποιήθηκε από τον ηγούμενον Βλάσιον. Η κατηγορία έπιασε, το χωριό αναστατώθηκε και η θέση του ηγουμένου δεν ήταν καθόλου καλή. Αναγκάστηκε τότε ο γερο – ηγούμενος και ζήτησε συγκέντρωση των γερόντων στην εκκλησία, να κάμουν δικαστήριο για να απολογηθεί. Είπε, μεταξύ άλλων, ότι η καλόγρια δεν υπάκουε στους κανονισμούς του μοναστηριού κι αυτό ήταν ό λόγος, πού την έδιωξε. Εζήτησε τότε την άδεια να ξεγυμνωθεί μπροστά τους για ν’ απόδειξη ότι και σωματικά ήταν ανίκανος νι βλάψει. Οι γερόντοι είχαν αμφιβολία και εδέχθηκαν. Πραγματικά η εμφάνιση του τους έπεισε ότι το δίκιο ήταν με το μέρος του. Τότε ο ηγούμενος εσήκωσε τα χέρια του στον ουρανό και πνιγμένος από αγανάκτηση για τη ντροπή πού του έγινε καταράστηκε το χωριό και έφυγε μακριά του. Αργότερα μαθεύτηκε ότι η Στασιανή η Β’ διατηρούσε μυστικός ερωτικός σχέσεις με κάποιον χωριανών, μετά του οποίου κατέστη έγκυος. Τότε αισθάνθηκε τη μεγάλη της εντροπή και θέλησε να δώσει τέρμα στη ζωή της. Απομακρύνθηκε από το μοναστήρι και πήρε τον κατήφορο για τον ποταμόν Αώον, αλλά λίγο επάνω από τη θέση «Καρλίτζη» γκρεμίστηκε, τραυματίστηκε θανατηφόρα και σε λίγες ώρες απέθανε εκεί. Η πλαγιά εκείνη ονομάσθηκε «Γκρεμός Στασιανής», κι’ έτσι είναι γνωστή και σήμερον σ’ όλους τους επιζώντας ηλικιωμένους του χωριού μας».

Με την πάροδο των χρόνων το μοναστήρι ανακαινίστηκε αρκετές φορές, με πιο σημαντικές να θεωρούνται οι παρεμβάσεις που έγιναν σ’ αυτό τις χρονιές 1773 και 1892 όταν εκτός από τις εργασίες συντήρησης του, στον εξωτερικό χώρο της μονής έγιναν μια σειρά από προσθήκες λειτουργικών χώρων (κελιά, αποθήκες, αχυρώνες, στάβλους κ.α.) ενώ κατασκευάστηκε και ξενώνας.

Τα παλιότερα χρόνια το μοναστήρι διατηρούσε στη κατοχή έκταση γης ίση με 60 στρέμματα, τα περισσότερα από τα οποία ήταν καλλιεργούμενα χωράφια από τους μοναχούς ή τις καλογριές, κοπάδι από αιγοπρόβατα, μελίσσια, μύλο, νεροτριβή. Είναι αξιοσημείωτο ότι από τα ετήσια έσοδα της Μονής κάθε χρονιά δινόταν και ένα ποσό για το σχολείο του χωριού. Επίσης η πόρτα της μονής έμενε πάντα ανοικτή μέρα-νύχτα και αποτελούσε για τους κατοίκους του Βρυσοχωρίου αλλά και για τους περαστικούς ένα πολύτιμο καταφύγιο, σε μια περιοχή που πολύ κοντά της ήταν τα λημέρια των ληστών.

Οι κάτοικοι του Βρυσοχωρίου αλλά και των γύρω χωριών αγάπησαν το μοναστήρι αυτό και το στήριξαν με όλες τους τις δυνάμεις. Πάντα πίστευαν και ακόμη πιστεύουν στη δύναμη της Αγίας Τριάδος και στα θαύματα που κάνει. Είναι χαρακτηριστικό ένα παλιότερο δημοσίευμα (του 1992)του Μορφωτικού Ορειβατικού Συλλόγου Βρυσοχωρίου στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», όπου μεταξύ άλλων γράφονται:

«…1ο Τρεις φορές μέχρι σήμερα έχουν καταστραφεί από πυρκαγιές τα γύρω δάση. Ποτέ όμως δεν καταστράφηκε ούτε ένα δένδρο από την έκταση του μοναστηριού, χωρίς να καταβληθούν μεγάλες προσπάθειες από ανθρώπων χέρια. Πάντα κάποιο αόρατο χέρι σταματούσε τη φωτιά στα όρια του μοναστηριού.

2ο Το μοιρολόγι της Αγίας Τριάδος: Ακούγοντας κανείς την παρακάτω ιστορία οπό αυτόπτες μάρτυρες που ζουν ακόμη, ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνά το κορμί του. Το 1948 στην καρδιά τον εμφυλίου πολέμου τον μήνα Φεβρουάριο μια ομάδα νέων, ο Γεώργιος Τσιομίδης (Γεωργάρας) ο Τάκης Ρίζος (Συνταξιούχος αγροφύλακας σήμερα) από την Λάιστα και άλλοι πήγανε να αναγνωρίσουν το δρομολόγιο από Κόνιτσα μέσω χαράδρας Αώου για την μεταφορά των Γυναικόπεδων προς Γιάννενα λόγω της κολάσεως του πολέμου στην περιοχή.

Φθάνοντας στην τοποθεσία ΑΓΚΡΟΑΠΕ (στα βλάχικα σημαίνει τρύπα) ακούγονταν μοιρολόι γυναίκας. Ψυχή δεν υπήρχε στην περιοχή. Κάναν το σταυρό τους και συνέχισαν το δρόμο περνώντας πάνω από το μοναστήρι χωρίς να μπούνε μέσα διότι ένας φόβος τους κυρίεψε. Φθάσανε στο απέναντι ύψωμα της Ντάλας και το μοιρολόγι συνέχιζε το ίδιο. Επιστρέφοντας μετά από λίγες ημέρες για την Κόνιτσα ξανά το ίδιο μοιρολόγι. Μπήκανε στην εκκλησία ανάψανε τα καντήλια και συνέχισαν το δρόμο. Το μοιρολόγι συνεχιζόταν. Το ίδιο συνέβει και τον μήνα Μάρτιο που ξανακάνανε το ίδιο δρομολόγιο. Ήταν ένα μήνυμα του κακού που γινόταν και που θα επακολουθούσε.

3ο Κάτω ακριβώς από το μοναστήρι υπάρχει η κατακόμβη. Κρυφό σχολειό όπου τα σκλαβωμένα Βρυσοχωριτόπουλα μάθαιναν από τους Καλόγερους τα Ελληνικά γράμματα και την ελληνική ιστορία. Ολόκληρη εκκλησία σκαμμένη στη Γη μισοκατεστραμμένη σήμερα. Εδώ όλο το χρόνο πάνω από την Αγία τράπεζα στάζουν σταγόνες νερό που με φυσιολογικές συνθήκες δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Οι προγονοί μας το ονομάσανε «το δάκρυ της Αγίας Τριάδος» και πρέπει να είναι έτσι. Το μοναστήρι έχει καθιερωθεί να γιορτάζει του Αγίου Πνεύματος».

Στο μοναστήρι υπολογίζεται ότι μόναζαν καλόγεροι ως το 1926. Τις επόμενες δυο δεκαετίες κατά καιρούς, τους χώρους της Μονής νοίκιαζαν και έμεναν διάφορες οικογένειες που καλλιεργούσαν τα χωράφια και τη φρόντιζαν. Όμως από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου και ύστερα η τύχη του μοναστηριού ήταν ανάλογη με την κατάσταση στην περιοχή, όπου ουσιαστικά ερημώθηκε. Σήμερα τα σημάδια από το πέρασμα του χρόνου και την εγκατάλειψη είναι ορατά. Όλοι σχεδόν οι εξωτερικοί χώροι του μοναστηριού καταστράφηκαν ενώ  τ’ άλλοτε χωράφια της, παρατημένα πλέον, μετατράπηκαν σε δάση. Διασώζεται μόνο η εκκλησία του μοναστηριού (επισκευάστηκε το 1974), το «κελί της Στασιανής», ενώ κάτω από την εκκλησία στέκει ακόμη το παλιό ασκηταρειό που σύμφωνα με τα γραφόμενα του Ν. Εξάρχου κατασκευάστηκε στη θολωτή αυτή σπηλιά, το 1238.

Advertisements