Φύλλα της ζωής μου (Απόσπασμα αυτοβιογραφίας)

Του Χρήστου Χρηστοβασίλη

 Στον αγαπητό μου φίλο και συμμαθητή κ. Σωκράτη Σολομωνίδη

Το σχολειό του χωριού μου ήταν -γιατί δεν είναι πλειά- το παραξενότερο σχολειό του κόσμου όλου. Δεν είχε ούτε θύρα, ούτε παράθυρα, ούτε στέγη, ούτε τοίχους, ούτε τίποτε! Ούτε βρίσκονταν σε ορισμένο μέρος. Ήταν μόνον ιδέα σχολείου και τίποτε άλλο ! Πότε αναλόγως της εποχής, ήταν ένα ζεστό δωμάτιο του σπιτιού μου- που τότε δεν είχε ρημάξει ακόμα- πότε ο νάρθηκας της εκκλησίας, πότε κανένα προσηλιακό γύρα στο χωριό και πότε -τον πλειότερον καιρό- από το μέγα Πάσχα ως στον Σεπτέμβριο- τ’ Αγνάντια διακοπές δεν είχε το σχολειό μας.

Τί είναι τ’ Αγνάντια; Εδώ σας θέλω, εσάς που μαθαίνετε τα γράμματα σε μαρμαρόχτιστα σχολειά, να καταλάβετε τί πράγμα είναι τ’ Αγνάντια. Τ’ Αγνάντια είναι τ’ ωραιότερο, το μαγευτικότερο μέρος της πατρίδος μου. Βρίσκεται στην περιοχή εκείνη του ορίζοντα που ύμνησε ο μεγαλύτερος ποιητής της Αγγλίας ο Βύρωνας , που όταν αναθυμούμαι το χωριό μου με τα δέκα σπιτάκια του, με τον Ορίζοντα εκείνον των βουνών γύρα – γύρα που μου φαίνονταν στην παιδική μου ηλικία, ότι αποτελούσε το όλον του Κόσμου, την άκρη της Γης, την επαφή της Γης και τ’ Ουρανού, με το έρημο σπίτι μου, με τες παιδικές μου χαρές και λύπες μου, με τα γλυκύτατα μου παιδικά μου όνειρα… είναι αδύνατο ο νους μου να μη βγει και να μη θρονιαστεί στ’ Αγνάντια.

Αγνάντια λοιπόν είναι μία προεξοχή του μικρού βουνού, όπου βρίσκεται το χωριό μου, είναι είδος ακρωτηρίου ψηλού στρόγγυλου, ομορφοκαμωμένου, θαμνόφυτού από κάτω απάνω, ως είναι ένα γιγάντιο αμφιθέατρο, πού μπορεί να ιδή κανείς, σαν από σκοπιά, ψηλά βουνά, πυκνά λόγγα, μεγάλα δάση, ράχεις, λειβάδια, χωριά, μοναστήρια, κοπάδια, αγέλες, κάμπους, χωράφια, ζευγάρια με τους ζευγίτες τους, ποτάμια να κατεβαίνουν από τές κλεισούρες, σα φίδια πελώρια, δρόμους με διαβάτες, άλλους πεζούς κι’ άλλους καβάλα, μια φύση απαράμιλλη, με όλες της τες ποικιλίες, με όλες της τες φωτοσκιάσεις, με όλα της τ’ άνθια και λουλούδια και τη μεγαλοπρέπεια, κι’ έναν κόσμο γεμάτον ζωή και κίνηση.

Το ραχοκέφαλο των Αγναντιών είναι ένα πανέμορφο οροπέδιο, μια απέραντη στρόγγυλη πλατεία, γεμάτη αιωνόβια δέντρα που τα κλωνάρια τους σμίγουν πέρα πέρα και κάνουν ένα παχύν και συγκρατούμενον ίσκιο. Στη μέση αυτού τον ραχοκέφαλου είναι χτισμένη η εκκλησία του χωριού μου -ο Προφήτη Ηλίας- ταπεινή εκκλησούλα χτισμένη από τον πάπο μου, κι ολόγυρα της τί νεκροταφείο –τα μνήματα- περιτοιχισμένα με ψηλόν τοίχο, κι’ έξω από τον τοίχο, αριστερά της εξώθυρας κρέμεται από ένα δέντρο το σήμαντρο, που καμιά φορά με τους δυνατούς ανέμους χτυπούν με δύναμη απάνω στον κορμό του δέντρου τα δυό του τακρα και λαλάει σα να το χτυπάει άνθρωπος, και ξυπνάει το χωριό τ’ άκριτα μεσάνυχτα, νομίζοντας ότι κάποιος περαστικός παπάς- γιατί το χωριό δεν έχει εγκάτοικον παπά- το προσκαλεί στην λειτουργιά και τρέχει άδικα να λειτουργηθεί όπως τώχει πάθει πολλές φορές.

Αυτά είναι τ’ Αγνάντια και λέγονται Άγνάτια γιατί από εκεί αγναντεύει κανείς, δηλαδή μπορεί να βλέπει πολύν τόπο και μάλιστα όσους έρχονται από την πρωτεύουσα μας τα Γιάννινα, ή παγαίνουν προς εκεί.

*

Θα ήταν τέλη Απριλίου ή αρχές Μαγιού.

Ο δάσκαλος μου, ο παπα Ανδριάς, -Θεός σχωρέστον- από το νάρθηκα όπου είχαμε τη γενική συνάθροιση κάθε μέρα, μας πήγε στην άκρη του ραχοκέφαλου, που είναι τα καθ’ αυτό Αγνάντια, απ’ όπου έλαβε την ονομασία όλη η ράχη κι εκεί μας εκάθισε στην γραμμή σταυροπόδι για ν’ αρχίσωμε τη μελέτη.

Είμαστε όλοι – όλοι πέντε μαθητούδια κι’ ο δάσκαλος, ο παπ’ Αντριάς. Αυτός καθούνταν λίγο ξέμακρα από τη γραμμή μας με μια ελιόβεργα στο χέρι, που θαυματουργούσε πολύ συχνά στες πλάτες μας, ύστερα ερχόμουν στη γραμμή πρώτος εγώ, δεύτερος ο Ανάστασης, από ξένο χωριό, τρίτος ο Γιάννης, ο γείτονας μου, τέταρτος ο Γιώργος, το παιδί του δασκάλου- κι αυτός ξενοχωρίτης-κι ύστερος ο Μήτρος, ο λεγόμενος Μάης για περιγέλιο. Δηλαδή από τα πέντε μαθητούρια, πού είχε το σχολειό του χωριού μου τα δυό ήταν ξενοχωρίτικα.

Αυτό το σχολειό, που ήταν το πρώτο και τελευταίο σχολειό του χωρίου μου το είχε συστήσει η μάννα μου –ο πατέρας μου έλειπε στην ξενιτειά τότε- μόνο και μόνο για νι μάθω εγώ γράμματα, κ’ έπαψε να υπάρχει όταν εγώ έμαθα τα γράμματα, δηλαδή όταν έβγαλα το ψάλτηρι. Είχε έρθει τότε ο πατέρας μας.

«Ντέτεστε!»

Φώναξε ο δάσκαλος ο παπ’ Αντριάς όταν καλοκαθίσαμε και μείς αρχίσαμε να διαβάζουμε μεγαλόφωνα άλλος πινακίδια σαν τον Γιώργο και τον Μήτρο, τον Μάη, άλλος οκτωήχι, σαν τον Ανάσταση και τον Γιάννη, τον γείτονα μου, κι άλλος, ένας και μόνος εγώ ο πρωτόσχολος, ψαλτήρι!

Η πρώτη ορμή αυτού του πικρού κι’ άχαρου και παρακαλεστικού «Ντέτεστε!» που δεν μπορεί να μεταφραστή σε μιά λέξη μοναχή σε καμιά άλλη γλωσσά του κόσμου, άρχισε να πέφτει λίγο λίγο και πέφτοντας πέφτοντας σωπάσαμε όλως διόλου. Δάσκαλο και μαθητούρια, μας είχε πιάσει μια βουβαμάρα, μια έκσταση, ένα .. . δεν ξέρω πως να το είπω … μπροστά στα κάλλη και τες χάρες της ωραίας άνοιξης και στο θέαμα που ξετυλίγονταν κάτω και πέρα από τ’ Αγνάντια, και στη μοσχοβολιά των ανθιών και των λουλουδιών και στα κελαηδήματα των λογής λογιών πουλιών, που μούλωναν μέσα στα κλαδιά των δέντρων ή φουρτουλούσαν γύρα μας.

Τα κοσσύφια, οι σπίνοι, οι γαλιάνδρες, οι κορυδαλλοί και προ πάντων τ’ αθάνατα τ’ αηδόνια είχαν στήσει άρρητη συναυλία, και μέσα σ’ αυτήν την αριθμοέρρυθμη μουσική πούχεν ως κορώνα τ’ αηδονολαλήματα, ξεχώριζε τ’ ανθρώπινο λάλημα του κούκου «κούκου ! κούκου ! κούκου !» Οι αετοί ξεπετούσαν από τα κράκουρα των μακρυνών βουνών έπλεαν αργά αργά το πέλαγο το ουράνιο, σαν καράβια μακρόφαντα και κάποτε απολούσαν καμιά στριγγιά σουριγματιά, σαν νάθελαν να σολαγίσουν απ’ εκεί ψηλά . . . Αχ ! πως ζήλευε η καρδιά μου τους αετούς με τ’ ουράνιο αρμένισμα τους, και πως καλοτύχιζα τα πουλιά, και πλειότερο τ’ αηδόνια και τον κούκο, που δεν ήταν υποχρεωμένα νάχουν δάσκαλο και μάλιστα με βέργα ελήσια στο χέρι και να φωνάζει εκείνο το φοβερό «Ντέτεστε!»

Κάτω στη ρίζα του λόφου των Αγναντιών σμίγονταν τρία ποτάμια με το μεγάλο ποτάμι της πατρίδας μου τον Καλαμά και βούιζαν βούιζαν μ’ ένα βουητό μυστηριώδικο, σαν αγκομάχημα κανενός άγνωστού θεού. Οι κάμποι και τα λιβάδια ήταν ντυμένα χίλια μύρια χρώματα, τα δάση και τα λόγγα μαυρολογούσαν, τα ζευγάρια μόχταγαν μέσα στες ανοιγμένες απορίες των χωραφιών, με τους ζευγίτες από πίσω τους, τα γίδια και τα πρόβατα, εκείνα μέσα στα λαγκάδια και στα γκρέμνια, και τούτα απάνω στες κοντοραχούλες ή στες πλαγιές των λιβαδιών,  βοσκούσαν χαρούμενα, τρέχοντας απάνω – κάτω ή πέρα – δώθε, σαν νάνοιωθαν κι αυτά – κι’ ένοιωθαν βέβαια πολύ καλά-τες χάρες της λουλουδοφορτωμένης Άνοιξης, τα κυπροκούδουνά τους αχολογούσαν όμορφα – όμορφα και γλυκά, γλυκά και χαρούμενα – χαρούμενα, τα σκυλιά κάπου κάπου γαύγιζαν, είτε μαλώνοντας συνέμεταξύ τους, είτε ενοχλώντας τους διαβάτες, που πήγαιναν πέρα δώθε κι οι πιστικοί, άλλοι σαλαγούσαν, άλλοι σούριζαν, άλλοι προνοούσαν τα ζωντανά από τες ζημιές, άλλοι τα συμμάζευαν για τους αρμεγώνες κι άλλοι λαλούσαν τη φλογέρα. Πέρα λαμποκοπούσαν τα κορφοβούνα σα διαμαντένια στεφάνια, σαν κρουσταλλένιες ζώνες κι άνοιγαν το στόμα τους οι κλεισούρες σα να ζητούσαν να χάψουν κανένα θεριό.

*

Δάσκαλος και μαθητούρια επλέαμε σ’ αυτό το έξοχο θέαμα, εκολυμβούσαμε σ’ αυτήν την ονειροφάνταχτη φωτοπλημμύρα, την αχανή λουλουδοπλησμονή, τη μεθυστική μοσχοβολιά των ανθιών και των λουλουδιών, τη μυστηριώδικη βουή των ποταμιών, των πουλιών, των αγελών, των κοπαδιών, των σκυλιών των ανθρώπων, αλλ’ ο δάσκαλος όλο είχε και το νου του στη μελέτη και κάποτε φώναζε. «Ντέντεστε!» άλλα δεν του το άκουε κανείς κι ίσως ευχαριστιόνταν κι αυτός πού δεν τον ζαλίζαμε με τες φωνές μας για να εντρυφάη ανετώτερα σ’ εκείνο το πανόραμα, το πανάκουσμα, το πανόσμημα, το παναίσθημα.

Δεν γνωρίζω τί ένοιωθαν μέσα τους ο δάσκαλος παπ’ Αντριάς και τ’ άλλα τα μαθητούρια, αλλ’ εγώ αισθάνουμουν ένα γαργάλισμα μέσα στην καρδιά μου, μέσα στην -ψυχή μου, ήθελα να φτιάσω ένα τραγούδι, ένα τραγούδι δικό μου, και να το τονίσω σε μια μουσική δική μου, ήθελα να ζωγραφίσω μια εικόνα με όλα, όσα έβλεπα από τ’ Αγνάντια μου, άλλα σαν το άπλερο πουλί που θέλει να πετάξει και δεν μπορεί, δεν ήμουν άξιος ούτε το τραγούδι να φτιάσω ούτε τη μουσική, να τονίσω, ούτε την εικόνα να ζωγραφίσω και τα φύλαγα μέσα μου σε μια πρωτόγονη κατάσταση. Αυτό το εσωτερικό αίσθημα, αυτός ο ψυχικός οργασμός είναι ο πρώτος χαιρετισμός το πρώτο φίλημα της Μούσας μου!

Πλησίασε μεσημέρι, ήρθε το μεσημέρι και πέρασε και μεις, καρφωμένοι ακόμα στ’ Αγνάντια!. . όταν μια φωνή από πίσω -η φωνή της μάνας μου- μας ξάφνισε, μας γύρισε από ταξίδι που κάναμε με τη φαντασία μας, μας έφερε στον εαυτό μας, τον δάσκαλο μας στο γνωστό «Ντέντεστε!» και μας στα πινακίδια μας, στο οκτωήχι μας και στο ψαλτήρι μας.

  • Σε καλό σ’, παπά μ’! Τι έγινες σήμερα; Μ’ άφκες τo παιδί να ξαντερωθή απ’ την πείνα!
  • Άιστε!

Φώναξε προσταχτικά ο διδάσκαλος ο Παπ’ Αντριάς με μια χειρονομία εκφραστική, ότι μας απολούσε, κι’ εμείς στη στιγμή γενήκαμε καπνός μπροστά του.

Αθήνα, 26 Νοεμβρίου 1906

 

 Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Αμάλθεια» (Σαββάτο 30 Δεκεμβρίου 1906) και αργότερα στην «Ηπειρωτική Εστία» (Τεύχος 14, Ιούνιος 1953) από όπου και αναδημοσιεύεται.

Advertisements