Δωδώνη

Του Βασιλείου Κραψίτη

Πάντα σχεδίαζα το ιερό τούτο προσκύνημα. Χρόνια ένοιωθα την ανάγκη να προετοιμάσω τον εαυτό μου να δεχτεί το πνευματικό τούτο βάφτισμα, να νοιώσει τη γλώσσα των Πελειάδων. Κάτω στον κάμπο ανατριχιάζουν στο πρωινό αγέρι μαγευτικά ατελεύτητα βελούδα. Στους φράχτες κυριαρχεί το φανταχτερό λούσο της αμυγδαλιάς και πιο κει το πυκνό χιόνισμα της αχλαδιάς. Και παπαρούνες αιμάτινες, χιλιάδες παπαρούνες. Κι’ αριστερά μας το γαλανό στον πιο ζωηρό χρωματισμό, ένα απέραντο γαλάζιο, καθάριος ουρανός και το ατεμάχιστο γαλάζιο της λίμνης που μας γεννάει στην ψυχή μας τόσο πρωτόγνωρα συναισθήματα.

Ξεμακραίνομε απ’ τα Γιάννινα. Ένας δρόμος στενάχωρος, πολύ δύσκολος, οδηγεί στη Δωδώνη. Το λεωφορείο της γραμμής κάθε λίγο βογγάει. Έχομε αφήσει τον κάμπο της Πεδινής, λοξεύομε την Κοσμηρά και παίρνομε τη μεγάλη ανηφοριά που θα μας φέρει στην πραγμάτωση του ονείρου μας.

Ανεβαίνουμε…. Ανεβαίνουμε Βρισκόμαστε στα τέλη της άνοιξης. Μιας άνοιξης λιγόζωης εδώ στην Ήπειρο. Μιας άνοιξης που την απάντησα προ ολίγου και της έδωσα το φιλί της χαράς, μα και του χωρισμού, γιατί την άφησα πίσω μου τόσο κοντά, και τόσο μακριά, μιας άνοιξης που στέκει αλαργινή οπτασία στο θέαμα που ξανοίγεται μπροστά μας. Από τη στενωπή χαράδρα που κατεβαίνουμε – την πόρτα θα μπορούσα να πω της αρχαίας Δωδώνης – ξανοίγεται μια στενή κοιλάδα, και γύρω βουνά, άγρια γυμνά βουνά, χιονισμένα βουνά, κι άλλου λιγοστά δέντρα, λιγοστή βλάστηση, κι όλα μαζί να φτιάνουν ένα φόντο βαρυχειμωνιάς. Και νάμαστε δυό, τρεις, πέντε, πολλοί, κι’ όλοι μαζί νάμαστε ένας, μια σκέψη, μια ιδέα, καθένας κλεισμένος στον εαυτό του. Να πλημμυρίζουν μύρια συναισθήματα την καρδιά σου, να νοιώθεις την ανάγκη της εξομολόγησης και να δενόμαστε όλοι με το πνεύμα της σιωπής. Νοιώθουμε να μικραίνουμε, να μικραίνουμε φοβερά, να γινόμαστε ένα τίποτα ένα μηδενικό.

Τούτος ο τόπος με τις αλυσίδες το βουνά και τις κορφές τους που σκίζουν τον ουράνιο τρούλο, τούτος ο τόπος ο επιβλητικός με την αρρενωπή ομορφιά του και την ξέχωρη γι’ αυτό θελητικότητα του, ήταν εδώ και χιλιάδες χρόνια η φυλετομάνα. Εδώ οι πρώτοι Έλληνες οι Σελλοί ή Ελλοί. Ο Ησίοδος γράφει: «Η Ελλοπία είχε πολλά χωράφια και λιβάδια όπου έβοσκαν πολλά πρόβατα και βόδια Την κατοικούσαν πολυάριθμοι θνητοί με πολλά κοπάδια. Σε μια άκρη της περιοχή βρίσκεται η Δωδώνη, η αγαπημένη του Δία. Κει ο θεός εγκατέστησε το μαντείο του, στην κοιλότητα του κορμιού μιας βελανιδιάς. Οι άνθρωποι θαρρεμένοι από τούς καλούς σκοπούς, πηγαίνουν πάντα εκεί αφού πάρουν μαζί τους πλούσια δώρα για να εκλιπαρήσουν την εύνοια του θεού και να μάθουν τις θελήσεις του».

Τούτος ο τόπος ήταν η φωτοπηγή που θάμπωσε χιλιάδες χρόνια μέχρι τα τωρινά όλο τον κόσμο. Από δω ξεκίνησε η έννοια της ζωής, από δω η ιδέα, από δω το θείον. Απ’ εδώ ξεκίνησε ένας υπέρλαμπρος λαός. Από δω μια άφθαρτη δόξα.

Ν’ αναζητάς πάντα στη ζωή σου κάτι το βαθύ, το ακαθόριστο, το μεγάλο, ν’ αναζητάς τον εαυτό σου και να στον δίνει τούτο το χώμα, τούτη η φραγμένη κοιλάδα, τούτος ο ιερός χώρος με ανέκφραστη συγκίνηση.

Να μιλάει πονεμένα η ψυχή σου μ’ όλα γύρω, και να σου γνέβουν οι ιερές πέτρες.

Δυο περιστέρια είχαν πετάξει από τις Θήβες της Αιγύπτου η μια για τη Λιβύη κι η άλλη για τη Δωδώνη. Η πρώτη διέταξε τους Λίβυας να κτίσουν το μαντείο του Άμμωνα. Η δεύτερη έκατσε πάνω σε μια βελανιδιά και με ανθρώπινη λαλιά είπε στους Δωδωναίους να κτίσουν το μαντείο του Δία.

Το λέει και αλλιώτικα πάλι ο Ηρόδοτος, αν και ο ίδιος μολόγησε και το παραπάνω Λέει, λοιπόν, πως τα μαντεία αυτά τάχτισαν δυο γυναίκες που τις έκλεψαν οι Φοίνικες από τις Θήβες. Μαθεύτηκε αργότερα πως η μια απ’ αυτές πουλήθηκε στη Λιβύη και η άλλη στην Ελλάδα. Κι η πρώτη έχτισε κει το μαντείο του Άμμωνα, και η άλλη το μαντείο του Δία στη Δωδώνη.

Να σου γνέβουν ακόμα πολλά οι ιερές Τούτες πέτρες…

Πέρασαν από δω οι πιο διαλεχτοί των ανθρώπων. Όση δύναμη κι αν είχαν, όσο σοφοί κι αν ήταν. Κι έρχονταν εδώ εξαγνισμένοι, ταπεινοί προσκυνητές. Ερχόνταν να υψώσουν ευλαβικά τα χέρια και να ζητήσουν τη συμβολή του Δία. Ήλθαν εδώ προσκυνητές ο Ίναχος, η Ιώ, ο Ηρακλής, ο Ιάσονας, ο Οδυσσέας, ο Νεοπτόλεμος, ο Ορέστης και τόσοι άλλοι.

Κι έρχονταν εδώ και οι άλλοι, οι μικροί, οι ταπεινοί, με τα καθημερινά τους, με τις έγνιες τους, με το συνηθισμένο φορτίο της ζωής, να ρωτήσουν και να μάθουν για τα προβλήματα τους, για τα καθημερινά τους.

Ο Άγις, ρωτάει, οι κουβέρτες και τα προσκέφαλα του που εξαφανίστηκαν, αν χάθηκαν ή τις έκλεψαν.

Ο Λυσανίας, αν το παιδί, που η Νύλα φέρει στην κοιλιά της, είναι δικό του. Ο  Ιππόστρατος, ρωτάει σε ποιό θεό να προσφέρει θυσίες.

Ένας τσοπάνος κάνει όρκο να φέρει πλούσια .δώρα, αν πάνε καλά τα κοπάδια του.

Κι όλα τούτα τα ρωτήματα, κι άλλα πολλά, σκαλισμένα απάνου σε μολυβένιες μικρές πλάκες που βρέθηκαν στις ανασκαφές.

Και βρέθηκαν ακόμη και άλλες μικρές μολυβένιες πλάκες, με σκαλισμένες τις απαντήσεις τούς χρησμούς, που δίνονταν με την εξήγηση του θορύβου που έκανε το νερό που κυλούσε – γιατί ήταν κοντά στην ιερή βελανιδιά μια αγιασμένη πηγή που τα νερά της έσβηναν τις αναμμένες δάδες και άναβαν τις σβησμένες σαν τις πήγαιναν κοντά της – ή από το θρόισμα της ιερής βελανιδιάς. Δίνονταν ακόμα ο χρησμός μη την εξήγηση του καμπανίσματος του «Δωδωναίου χαλκείου», που ήταν ένας χάλκινος λέβητας στηριγμένος σ’ ένα στύλο, και στο διπλανό στύλο ένα αγαλματάκι μικρού παιδιού που κρατούσε στο δεξί χέρι ένα χάλκινο μαστίγιο με ιμάντες από χαλκό κι αυτές, που έπεφταν επάνω στο λέβητα όταν τις κούναγε ο αγέρας κι έβγαιναν έτσι δυνατοί και συνεχείς ήχοι. Τούτους τους ήχους τους ξηγούσαν οι Ιερείς που τόσα γνώριμα σημάδια είχαν με τούς κατοπινούς Ασκητές, τους δικούς μας, και οι ιέρειες, οι Πελειάδες, που πάει να πει περιστερές (πέλεια, περιστερά), και φανέρωναν έτσι τη θεία θέληση, τη θέληση τον Δία στους Ανθρώπους. Μίλαγαν οι Πελειάδες σε στίχους και οι πρώτοι στίχοι ήταν το αθάνατο κήρυγμα :

«Ζευς ην, Ζευς εστί, Ζεύς εσσετάι, ώ Μεγάλε Ζεύ».

Κοντά στο Δία αγαπήθηκε στη Δωδώνη και μία άλλη θεά, η Διώνη, που ο Ησίοδος τη φέρει για κοπέλα του Ωκεανού και της Τηθύος, και άλλοι κατοπινοί συγγράφεις, για μητέρα της Αφροδίτης. Πάντως αγαπήθηκε πολύ εδώ η θεά, η Διώνη, και δέθηκε γερά η λατρεία της με τη λατρεία του Δία, όπως φανερώνεται από πολλά αρχαία νομίσματα της Ηπείρου.

Αχολογάει γλυκεία φλογέρα με υπόκρουση τα κουδουνίσματα από τα πρόβατα που βόσκουν στον ιερό χώρο. Είναι ένας αμέριμνος τσοπάνος ξυπόλυτος και αχτένιστος πλαγιασμένος στο χώμα πάνω σε σκληρές πέτρες, και να φωτίζεται το πρόσωπο του από γαλήνη, και να σου γνέφουν τούτες εδώ οι ιερές πέτρες: «Ανιπτόποδες και χαμαι είναι».

Να ξεπετιέται από μια φράχτη λιγερόκορμος, σγουρομάλης, με αρρενωπή ομορφιά, σύγχρονος Δωδωναίος, και να σου προσφέρει τις υπηρεσίες του πρόθυμα και ευγενικά, μολογώντας όσα έμαθε στο μικρό σχολειό και όσα κατοπινά άκουσε, να διδάσκει και να διδάσκεται, να σου φανερώνει από μια μαγευτική πλευρά το διπλανό αμφιθέατρο, να σε οδηγεί στη Δωδώνη και στο Αλποχώοι, και να σου γνέφουν οι ιερές πέτρες πως ζει και σήμερα ο Ζευς ο Δωδωναίος, αλλά και ο Ξένιος.

Σύγνεφα βαριά ζώνουν τον Τόμαρο κι όλο έρχονται και άλλα, κι όλα μαζί αυξαίνουν, μεγαλώνουν, και γίνονται ένας μολυβένιος τρούλος, και γίνονται γύρω όλα μολυβένια, τα βουνά, ή μικρή κοιλάδα τούτες εδώ οι Ιερές πέτρες, και γίνεται η καρδιά μας μελαγχολική, μολυβένια.

Το πνεύμα του Δία κυριαρχεί εδώ ακόμα. Το ζούμε όλοι, γύρω μας, μέσα μας. Έχομε εξαγνιστεί στο σημερινό μας πνευματικό βάφτισμα. Ο Ζεύς δεσπόζει στους ουρανούς και στη γη. Αφήνει τους κεραυνούς του που σκίζουν φωτερά το μολυβένιο τρούλο. Αφήνει τους αγέρες που ουρλιάζουν στα στενά της κοιλάδας. Αφήνει τη βροχή που πέφτει χοντρή. Μια αγριαχλαδιά φυτρωμένη δίπλα στις ιερές πέτρες γέρνει μια δω και μια κει από τον αγέρα. Ο Δίας ίσως θύμωσε. Ακούγεται το θρόισμα της που μπορεί να μας φέρνει το θεϊκό μήνυμα με την ανθρωπολιαλιά των Πελειάδων που προσεύχονται την ώρα αυτήν εδώ τη μυστική, που δεόμαστε και μείς κατανυχτικά μαζί τους:

«Ζεύς ην, Ζεύς εστί, Ζευς έσσεται, ώ Μεγάλε Ζεϋ…»

 

Αναδημοσίευση από την «Ηπειρωτική Εστία» , Ιούνιος 1953, τεύχος 14

Advertisements