Μισή χιλιετία ιστορίας για την γέφυρα Κοράκου

Με αφορμή την σοκαριστική είδηση της καταστροφής του γεφυριού της Πλάκας αλλά και των ενεργειών που γίνονται για την ανακατασκευή του, αναδημοσιεύουμε σήμερα ένα κείμενο από τη σελίδα ο «Αετός των Τζουμέρκων», με την ιστορία ενός άλλου πέτρινου γεφυριού που κατασκευάστηκε πριν από 500 χρόνια αλλά καταστράφηκε την εποχή του εμφυλίου πολέμου. Πρόκειται για το ιστορικό «γεφύρι του Κοράκου», που ως τα μέσα του 20ου αιώνα θεωρούνταν το μεγαλύτερο πέτρινο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων. Για την αναστήλωση και αυτού του σπουδαίου μνημείου γίνονται  προσπάθειες από πολίτες και φορείς.

«Πεντακόσια χρόνια συμπληρώνονται το 2014 από την οικοδόμηση της ιστορικής γέφυρας Κοράκου, η οποία άντεξε σε σεισμούς και μανιασμένες κατεβασιές του Αχελώου, αλλά …έπεσε θύμα του Εμφυλίου.

«Έζησε» για 434 χρόνια, αντέχοντας σε σεισμούς κι άλλα, έντονα φυσικά φαινόμενα, αλλά έπεσε κι αυτή θύμα του Εμφυλίου, στις 28 Μαρτίου του 1949. Ανατινάχθηκε από αντάρτες της ΙΙ Μεραρχίας του καπετάν Διαμαντή, σε μια από τις φονικότερες μάχες – κατά τα αρχεία του Στρατού- προκειμένου να αποκοπεί ο Στρατός προς τη μεριά της Άρτας και να μην τους ακολουθήσει στο πέρασμά τους για Αργιθέα και να σωθεί ο κύριος όγκος των δυνάμεων της Ι και ΙΙ Μεραρχίας του Δ.Σ.Ε., υπό τους Καπετάν Γιώτη (Χαρίλαος Φλωράκης) και Καπετάν Διαμαντή (Γιάννης Αλεξάνδρου).

Δύο Αργιθεάτες, οι Μενέλαος Παπαδημητρίου και Κώστας Γραμμένος, έχουν αναλάβει την προώθηση πρωτοβουλίας για την ανακατασκευή της.

Όπως αναφέρει ο κ. Παπαδημητρίου, η γέφυρα αυτή χτίστηκε από το Μητροπολίτη των γεφυριών, Βησσαρίωνα το Β’, μητροπολίτη Λάρισας, που δεν τον ενδιέφερε η υστεροφημία γι’ αυτό και δεν έβαλε το όνομα του, παρά την ονόμασε «του Κοράκου», λόγω του ύψους της κι «επειδή την ημέρα των εγκαινίων σταθείς εις το μέσον της γέφυρας και ερωτών, πώς με βλέπετε, οι μαστόροι του απήντησαν: σαν κόρακα. Αυτός τους είπε: ε, τότε γέφυρα του Κοράκου να είναι το όνομά της».

Χαρακτηριστικά της γέφυρας

Κατά τους μελετητές Κώστα Κωτή και Αναστασία Κουτή, το ελεύθερο άνοιγμα της γέφυρας είναι 45 μέτρα, το πλάτος 2,50 μέτρα, το πάχος του τόξου 0,85 μέτρα και το ύψος από τη συνήθη στάθμη του νερού 24 μέτρα.

Το περπατητό οδόστρωμα της γέφυρας, σε σχέση με το μήκος του (εκτιμάται για πάνω από 80 μέτρα) και το ύψος του, είναι από τα πιο στενά. Ήταν καμπυλωτό, με καλντερίμι στην αρχή και ανεβαίνοντας κατέληγε σε πλατύσκαλο. Το τόξο ήταν διπλό ημικυκλικό (Ρωμαϊκό) με σχιστόλιθο πελεκημένο, με πρώτη και δεύτερη στρώση πέτρας και ύστερα στρωμένη με καλντερίμι. Δεν έφερε αρκάδες (όρθιες στενόμακρες πέτρες), αλλά πολύ χαμηλό στηθαίο – παραπέτια στις άκρες των εξωραχίων για προστασία των διερχομένων(στο ξεκίνημα του οδοστρώματος της γέφυρας και όχι στο ανυψούμενο καμπυλωτό αυτής). Το συνδετικό υλικό φαίνεται να έχει πρώτη ύλη το σχιστόλιθο και το κερέτσι ή κουρασάνι (μέσα βάζανε και μαλλί γιδιών με ασπράδι αυγών για να είναι πιο σταθερό και ανθεκτικό).

Από τη μεριά της Αργιθέας υπήρχε μονοπάτι με καλντερίμι που οδηγούσε στην Κούλια κι ύστερα στη γέφυρα. Σήμερα, αυτό έχει καταχωθεί και καταστραφεί από τα έργα του Φράγματος (διπλανή σήραγγα).

Το κλείδωμα της γέφυρας στην πλευρά της Αργιθέας είναι επάνω στο βράχο. Εκεί, τοποθετήθηκαν και κλειδώθηκαν οι γωνίες από τον πρωτομάστορα και ξεκίνησαν τα θεμέλια. Στα ακρόβαθρα ήταν όλη η μαστοριά και τέχνη γιατί εκείνα θα άντεχαν το τεράστιο βάρος της γέφυρας. Τα καμαρολίθια και τα γωνολίθια ήταν άριστα πελεκημένα και χτισμένα τόσο στο εσωράχιο (άντυγα) του τόξου όσο και της στεφάνης (η κάτω σειρά των θολιτών που βλέπουν προς το νερό). Δεν υπήρχε ψευτοκαμάρα-ανακουφιστικό τόξο σε κανένα από τα δύο άκρα του, καθώς και καμπανάκι για τον αέρα στο εσωράχιο.

Το άγριας ομορφιάς φαράγγι συμπληρώθηκε με το Θεογέφυρο που ήταν το μεγαλύτερο μονότοξο των Βαλκανίων, επισημαίνουν οι μελετητές και προσθέτουν πως με τη γέφυρα αυτή δαμάσθηκε ο μυθικός Αχελώος και το μεγαλείο της ήταν η επιβλητικότητα στη θέασή της, όπως κατέβαινε ο διαβάτης από τα Πέντε Αδέρφια ή όπως έρχονταν από τη Ραχωβίτσα (Μάραθο). «Όσο δε πλησίαζες τόσο σε σκλάβωνε η αισθητική του, η ομορφιά του μα και σου προκαλούσε δέος όχι μόνο στο πέρασμα του χειμώνα μα και το καλοκαίρι. Όσοι ζαλίζονταν ή φοβούνταν τους έδεναν τα μάτια και τους περνούσαν απέναντι», σημειώνει ο κ. Παπαδημητρίου.

Και προσθέτει: «Για να καταλάβουμε την αξία της για τους κατοίκους της Τετραφυλλίας και της Αργιθέας, για τους κτηνοτρόφους που πήγαιναν στα χειμαδιά, για τους εμπόρους, για τα καραβάνια των μαστόρων αλλά και τη στρατιωτική της σημασία μέσα από την Ιστορία του Έθνους μας, πρέπει να ξέρουμε πως τα κοντινότερα άλλα περάσματα του Αχελώου ήταν στις Γέφυρες Μυροφύλλου-Μεσοχώρας και στις Γέφυρες Καταφυλλίου και Τέμπλας-Βρουβιανά».

Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι, η γέφυρα οικοδομήθηκε πάνω στον αρχαίο δρόμο, που από τους Γόμφους και μέσω της Αργιθέας-Κάστρου Χαϊντούτη- Δρασκού-Κουτσοκαμάρας, οδηγούσε στην Αμβρακία (Άρτα).

gefyra_korakoy

Ιστορικά στοιχεία

Η Γέφυρα Κοράκου συνδέεται με την ιστορία της Αργιθέας και της Τετραφυλίας (Ραδοβίσδια) και με την Εθνική Ιστορία άρρηκτα. Επί Τουρκοκρατίας συνδέθηκε με πολλές μάχες. Μετά το σουλτανικό διάταγμα του 1714, με το οποίο διατάσσονταν ο Οσμάν Πασάς για την αποκατάσταση της διασαλευθείσας τάξεως- μεταξύ των άλλων και στην περιοχή Μουζακίου- φαίνεται πως στη Γέφυρα Κοράκου ήρθαν με Τουρκαρβανίτες ο Βοεβόδας με τον Κατή για να εγκαταστήσουν εδώ φρουρά. Τα παλικάρια, όμως, του Γιάννη Μπουκουβάλα τους συνέτριψαν και οι Βοεβόδας και Κατής έπεσαν νεκροί, όπως προκύπτει και από δημοτικό τραγούδι.

Το 1765 έχουμε σύγκρουση δυνάμεων του Γιάννη Μπουκουβάλα με τους Τουρκαρβανίτες στην ποταμιά του Λιασκόβου και στη Γέφυρα Κοράκου με σπουδαία νίκη των Ελλήνων. Στη δεκαετία του 1770, στη γέφυρα Κοράκου έχουμε πάλι συμπλοκές των Μπουκουβαλαίων με τους Αρβανίτες, ενώ το 1804, οι ελάχιστοι από τους Σουλιώτες της Μονής του Σέλτσου που γλίτωσαν πέρασαν απ’ αυτή στην Αργιθέα.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης πολλές φορές έστησε προφυλακές στη γέφυρα από το 1822 και μετά. Μάλιστα δε, αρκετές φορές στη διαμάχη του με το Ράγκο ήρθαν σε σύγκρουση για την κυριαρχία της.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1862 λεηλατήθηκε η Αγία Σωτήρα Βραγκιανών κι εσφάγησαν οι μοναχοί από τον Τουρκαλβανό Τσέτσα, έπειτα από συνεννόηση με ασεβείς Βραγκιανίτες.

Στην επανάσταση του 1866-67, με επικεφαλής τον Αλεξανδρή και άλλους ελέγχονταν η γέφυρα. Έπειτα από μάχη, στις 18.1.1867, καταλήφθηκε από τους Τούρκους. Στις 2 Μαρτίου 1867, η Προσωρινή Κυβέρνηση Ηπείρου-Θεσσαλίας από το Μεζήλο που είχε την έδρα της έστειλε κατά της τουρκικής φρουράς στη Γέφυρα Κοράκου τους Αντρέα Ζαχαράκη, Δημήτριο Αλεξανδρή, Κωνσταντίνο Κρίκα και Γεώργιο Ντρούβα, με αρκετές δυνάμεις, οι οποίες σε συνεργασία με τις Ραδοβυζινές δυνάμεις, μετά πεισματώδη και πολύνεκρη μάχη ανακατέλαβαν τη Γέφυρα και επανασύνδεσαν τα δυο στρατόπεδά τους.

Στην Επανάσταση του 1877-’78, οι αδερφοί Γιωργάκης και Δημήτριος Αλεξανδρής οργάνωσαν τον αγώνα για την απελευθέρωση. Οι τουρκικές φρουρές Βραγκιανών και Λιασκόβου πανικοβλήθηκαν και κατόπιν συμφωνίας έφυγαν δια παντός. Οι αδερφοί Αλεξανδρή συγκέντρωσαν δύναμη 360 αντρών και μαζί με τον Οπλαρχηγό του Ραδοβυζίου Ματσούκη ανέλαβαν τη φρούρηση της Γέφυρας.

Πριν από το χτίσιμο της Γέφυρας Κοράκου, την οδική σύνδεση εξυπηρετούσε η δίτοξη ή τρίτοξη καμάρα, μεταξύ των θέσεων «Πλατανιάς» Βρεσθενίτσας κοντά στο «Σαμάρι-Σμίξη», όπως κατεβαίνει ο Αχελώος και » Λογγούλα ή Ντρασκός» Λιασκόβου, ονομάζεται δε » Κουτσοκαμάρα ή Κουτσογέφυρο» και κτίσθηκε τα πρώτα Ρωμαϊκά χρόνια.

Στις 11 Ιουλίου του 1566, ημέρα Πέμπτη, «έγινε μέγας και φοβερός σεισμός», του οποίου οι μετασεισμοί κράτησαν έναν ολόκληρο χρόνο. Στα Άγραφα και στο Ραδοβίσδι «έπεσαν εκκλησίαι και οίκοι ούκ ολίγοι και φόνοι άπειροι εγένοντο και τα όρη εσπάραξαν…». Η Γέφυρα Κοράκου άντεξε, όπως βγήκε αλώβητη από την κατακλυσμιαία βαρυχειμωνιά του 1700, στις πλημμύρες του 1729 που χαρακτηρίσθηκαν «νέος κατακλυσμός του Νώε», αλλά κι από τους σεισμούς του 1743, 1751 και 1781.

Έμελλε, όμως, να «πέσει» από ανθρώπινα χέρια. Το Μάρτιο του 1949, τα τμήματα της Ι και ΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ, μετά τη μάχη του Καρπενησίου, κινήθηκαν από Ευρυτανία προς Άρτα, με σκοπό ή να προσβάλλουν την πόλη πραγματικά ή να παραπλανήσουν τον Εθνικό Στρατό για να φέρει από το Γράμμο δυνάμεις στην Άρτα ώστε οι εκεί δυνάμεις του ΔΣΕ να ανακουφιστούν.

Προσβληθείσες οι Μεραρχίες των ανταρτών από τον Τακτικό Στρατό συμπτύσσουν τα τμήματά τους κι οπισθοχωρώντας κινούνται για τις γέφυρες Αυλακίου και Κοράκου. Πλην, όμως, η γέφυρα Αυλακίου είχε καταληφθεί και μόνο η γέφυρα Κοράκου είναι ελεύθερη.

Το διήμερο αυτό και κατά την οπισθοχώρηση, οι δυνάμεις των ανταρτών προσβάλλονται από αέρος, κυρίως με τα αεροπλάνα και από εδάφους. Η Ι Μεραρχία του Καπετάν Γιώτη βρίσκει ανοιχτή τη Γέφυρα τα ξημερώματα της 28ης Μαρτίου κι ως το μεσημέρι περνάνε τα τμήματά της προς Αργιθέα, δίχως εμπλοκή. Από τα «Πέντε Αδέρφια» προχωρούν στην Καπετανόβρυση, όπου διανυκτερεύουν. Η άλλη μέρα τους βρίσκει στο Ανθηρό, όπου ο Καπετάν Γιώτης, για δυο μέρες, στρατοπεδεύει στην Πετρένια, στου Μήτρου Τσιούμα, όπως αναφέρει ο κ. Παπαδημητρίου, κατά τη μαρτυρία του αντάρτη Κώστα Κολοβού, που ήταν στην Ταξιαρχία του Μπαντέκου και πέρασε τη γέφυρα εκείνη την ημέρα.

Η ΙΙ Μεραρχία, το απόγευμα προς βράδυ της 28ης Μαρτίου, φτάνει στη γέφυρα ενώ τα αεροπλάνα συνεχίζουν το βομβαρδισμό των δυνάμεών της και της γέφυρας. Προσπαθεί ο Τακτικός Στρατός να την γκρεμίσει για να εμποδίσει το πέρασμα των ανταρτών μα δεν το πετυχαίνει. Η μάχη είναι τρομερή. Ο ίδιος ο Καπετάν Διαμαντής με το οπλοπολυβόλο στο χέρι καθοδηγεί από τη μεριά της Κούλιας την άμυνα, ενώ οι δυνάμεις του Εθνικού Στρατού τους επιτίθενται. Οι κύριες δυνάμεις του Καπετάν Διαμαντή περνούν και βλέποντας τις δυνάμεις του στρατού να πλησιάζουν για να περάσουν δίνεται η εντολή και η γέφυρα ανατινάσσεται.

Σε ρεπορτάζ της 6ης Ιανουαρίου 2006, που δημοσιεύτηκε στον «Ριζοσπάστη», με τίτλο «Οδοιπορικό στην Αργιθέα με διεισδύσεις στην Ήπειρο- Στα μονοπάτια του Θριάμβου και της Τραγωδίας», ο Αργιθεάτης, εκ Πετρωτού, Χρήστος Κόφας, γράφει- μεταξύ άλλων- για τη μάχη στη γέφυρα του Κοράκου:

«Τα τμήματα του ΔΣΕ συμπτύσσονται από την περιοχή του Βάλτου, προς τη γέφυρα Κοράκου. Ολα τα περάσματα είναι πιασμένα. Ο ΔΣΕ με πολύ κόπο και σθένος κρατάει τη γέφυρα, τα ‘Πέντε Αδέρφια’, και το ύψωμα πάνω από τη γέφυρα στις Πηγές. Γύρω από τη γέφυρα μια κόλαση φωτιάς και σίδερου. Αεροπορία, πυροβολικό έχουν στόχο να ρίξουν τη γέφυρα, να αποκόψουν τα τμήματά μας. Η αεροπορία ανέλαβε να καταστρέψει το γεφύρι με πολυβολισμούς και ρουκέτες. Τα Σπίτφαϊρ πραγματοποίησαν 150 εξόδους.

Με αυτή την αποστολή, ολόκληρη τη μέρα 28η Μάρτη ’49 γύρω από το γεφύρι Κοράκου εκτυλίχτηκαν μερικές από τις πλέον άγριες συμπλοκές ολόκληρου του Εμφυλίου. Τα τμήματά μας περνούν, ο μεγάλος τους όγκος. Μια διμοιρία μόνο ξεκόπηκε δυτικά του Αχελώου. Ωρα 21.15 στις 28 Μάρτη 1949 η γέφυρα του Κοράκου τινάζεται στον αέρα. Τα τμήματα του ΔΣΕ τράβηξαν για τα Πετρίλια. Η Ι Μεραρχία του Φλωράκη έμεινε στο χώρο της Αργιθέας. Η II του Διαμαντή τράβηξε για τη Ρούμελη. Δεν ξανασυναντήθηκαν ποτέ».

Ολόκληρη η περιοχή Αργιθέας και Τετραφυλλίας αποκόπηκαν από τη μεταξύ τους σύνδεση για πολλά χρόνια, ως το 1959-1961 που κατασκευάσθηκε η σημερινή αμαξογέφυρα.

Σήμερα, οι κάτοικοι Αργιθέας Καρδίτσας και Ραδοβυζίων Άρτας ζητούν την ανακατασκευή της ιστορικής αυτής γέφυρας, «γιατί πρέπει να αποκατασταθεί συλλογική μνήμη 434 χρόνων», να αναστηλωθεί η διπλανή Κούλια, «γιατί ένα μνημείο περιλαμβάνει και τον περιβάλλοντα, φυσικό και δομημένο, χώρο, τον αναδεικνύει και αναδεικνύεται από αυτόν» και την επανεμφάνιση της επιχωματωμένης Κουτσοκαμάρας και την ανάδειξή της «γιατί η αλυσίδα του πολιτισμού πρέπει να διατηρεί όλους τους κρίκους της».

Advertisements