Το ελληνικό λαϊκό θέατρο σκιών – ο Καραγκιόζης

Του Κωνσταντίνου Μπαγιόσκα

Το θέατρο σκιών (Θ.Σ.) ετυμολογικά και απλά είναι το θέατρο (ουσιαστικό από το ρήμα θεάωμαι-ώμαι = παρατηρώ) στο οποίο παρουσιάζονται σκιές (σκοτεινά είδωλα). Οι σκιές μπορεί να έχουν έκφραση θρησκευτική, φιλοσοφική ή εικαστική. Ο όρος θέατρο σκιών είναι καταγραμμένος ως καβουρκάκ ή καμπαρκούκ σε αραβοτουρκικό λεξικό του 13ου αιώνα και κογκουρτσά ή καβουρτσάκ στη Δυτική Ασία. Στις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες αναφέρεται ως Shadow Theater, Theatre d’Ombress, Schattentheater.

Είναι γνωστό ότι ανθρώπινες σκιές παρουσιάζονταν στα Ελευσίνια και τα Καβείρια μυστήρια όπως επίσης στο κλασσικό θέατρο στην Ιταλία, Γαλλία και Ρωσία περί τον 18ο αιώνα . Σκιές από φιγούρες χρησιμοποιήθηκαν στην Ανατολή, πιθανότατα στην Κίνα αρχικά ενώ στην Ευρώπη έχουν καταγραφεί στις Βερσαλλίες της Γαλλίας το 1772.

Μπορεί βέβαια κανείς να υποθέσει ότι οι γραπτές μαρτυρίες δεν μας αποκαλύπτουν την αλήθεια αλλά εξίσου ή περισσότερο ανακριβής ή αντιφατική μπορεί να είναι και η παράδοση όπως καταγράφεται από όλους όσοι ασχολήθηκαν με το θέμα. Εξ ίσου λοιπόν αβέβαιη είναι και η ρίζα του Καραγκιόζη, δηλαδή του Θεάτρου σκιών που χρησιμοποιεί ως ανδρείκελο-φιγούρα και συνήθως πρωταγωνιστή τον Καραγκιόζη.

Αναφέρεται ότι το Θ.Σ. κατά τους περισσότερους μελετητές γεννήθηκε στην Κίνα. Άλλοι υποστηρίζουν την Ινδία χωρίς όμως αποδείξεις. Αντίθετα, είναι γνωστό ότι στην Ιάβα τον 12ο μ.Χ αιώνα παίζονταν ολονύχτιες παραστάσεις. Από κει ταξίδεψε προς την Μεσόγειο, που αποτελούσε πάντα το σταυροδρόμι των πολιτισμών και που στην περίοδο του Βυζαντίου ήταν σαν ένα κράτος με ελληνικό πνεύμα, και τον 13ο μ.Χ αιώνα το βρίσκουμε καταγραμμένο σε βιβλιοθήκες της Αιγύπτου με έργα του γιατρού και μυστικιστή Ίμπν Ντανιγιάλ . Από κει το 1517 μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον Σελίμ τον Α ‘.

Στα Βυζαντινά χρόνια υπήρχε το μιμικό θέατρο με τον βασικό του πρωταγωνιστή τον Καταστολάριο, τον Θόδωρο Φτωχοπρόδρομο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αναπτύχθηκε ως προς τη μορφή, την ενδυμασία και τη δραματική μορφή έως τον 17ο μ.Χ. αιώνα το νέο θέατρο σκιών με την ονομασία Karagoz ή Καραγκιόζης. Η Κατερίνα Μυστακίδου αναφέρει: «Ο Καραγκιόζης γεννιέται την ώρα που τελειώνει ο Καραγκιόζ». Είναι αυτονόητο ότι η «ώρα» δεν έχει τη χρονική έννοια της πραγματικής ώρας αλλά μια χρονική διάρκεια δεκαετιών έως και δύο αιώνων και ασφαλώς χωρίς να έχει «τελειώσει» ο Καραγκιόζ.

Το όνομα Καραγκιόζ σημαίνει μαυρομάτης. Ως απάντηση στο ερώτημα γιατί αυτό το ανδρείκελο το ονόμασαν έτσι, δόθηκαν μερικές εξηγήσεις: Οι Ίωνες για να χαρακτηρίσουν έναν άνθρωπο σοφό έλεγαν πως έχει «μέλαν όμμα». Η λέξη Αίσωπος σημαίνει άνθρωπος που έχει «μέλαν όμμα» και τέλος, απλούστερα γιατί, όπως λέει ο Π. Κολονάρος, αυτός ο ήρωας έχει ένα τεράστιο ορθάνοιχτο μαύρο μάτι, σύμβολο της εξυπνάδας του.

Αν λάβουμε υπόψη ότι η προφορική παράδοση αποτελεί τον αλάθητο ιστό όπου πάνω στα προηγηθέντα χτίζονται τα επόμενα είναι λογικό να συμπεράνουμε πως ο πολιτισμός του κόσμιου της Ασίας και της Μεσογείου δημιούργησε στηριζόμενος στο παρελθόν του, καινούργιο λαϊκό ήρωα τον Καραγκιόζη. Πολλές άλλες εξηγήσεις για Υδραίο Μαυρομάτη, που ζούσε στην Κίνα, για ταχυδρόμο του Κ. Παλαιολόγου που ονομαζόταν Σοφισλή Καραγκιόζ Μπαλή Τσελεμπή, για Τούρκο χτίστη γελωτοποιό και άλλα παρόμοια τόσα όσοι και οι καραγκιοζοπαίχτες φαίνεται μάλλον πως κινούνται στη σφαίρα των μύθων ή της παράδοσης χωρίς αποδείξεις. Ο ίδιος ο Καραγκιόζης λες και ήξερε ότι θα μπερδευτούμε γι’ την καταγωγή του αυτοσυστηνόταν «Καραγκιόζης Καραγκιοζόπουλος, ο γιος της μάνας μου, ο γιος του πάτερα μου, του κυρίου δεηθώμεν και ανταλαμάν αλληλούια».

Το βέβαιο είναι πως στην Προύσα βρίσκεται ο τάφος του Μεχμέτ Κιουστερή (κι όχι του Καραγκιόζη) που πέθανε το 1400, ο οποίος θεωρείται ως ο γενάρχης των Τούρκων καραγκιοζοπαιχτών. Ο τούρκικος Καραγκιόζης με δομή Προλόγου ή Εισαγωγής, Διάλογου, Πλοκής και Τέλους, έδωσε πολλά έργα αρκετά από τα οποία μεταφέρθηκαν και στην Ελλάδα με την ίδια περίπου πλοκή, όπως π.χ. ο «Γραμματικός».

Ο Γιάννης Μπράχαλης και κάποιος Ηλίας θεωρούνται οι πρώτοι που μετέφεραν αυτό το θέαμα στην Αθήνα το 1850 ή 1860 . Στην Ελλάδα η πρώτη χρονολογικά γραπτή μαρτυρία υπάρχει στην εφημερίδα «Ταχύπτερος Φήμη» στις 18.8.1841 όπου αναφέρεται: «Την 21 του παρόντος θα παρουσιαστεί εις Ναύπλιον η κωμωδία του Καραγκιόζη έχουσα αντικείμενον τον Χατζ-Αββάτην και Κουσζούκ Μεϊμέτην».

Φαίνεται πως οι παραστάσεις του Μπράχαλη στην Αθήνα παρουσιάζουν παραλλαγές της άσεμνης πλευράς του Καραγκιόζη που ευδοκίμησαν στους καφενέδες της Πόλης για άντρες με πρωταγωνιστές τον φαλλοφόρο Καραγκιόζη και τη Ζεννέ και γι’ αυτό στις 4.1.1854 στην εφημερίδα «Αθηνά» δημοσιεύεται το ακόλουθο: «Λυπούμεθα βλέποντες την διεύθυνσιν της Αστυνομίας ανεχόμενην και συγχωρούσα την εν τίσι καφενείοις παράστασιν του λεγομένου Καραγκιόζη, ενώ άλλοτε αυστηρώς εμποδίζετο αυτή. Αγνοεί φαίνεται ο κ. Διευθυντής οποίων αισχρών και ασέμνων πράξεων σκηναι παρίστανται…». Φυσικό επόμενο ήταν να αποσυρθεί ο Μπαρμπαγιάννης στον Πειραιά δημιουργώντας προφανώς έναν πυρήνα καραγκιοζοπαιχτών και ασφαλώς αλλάζοντας και το ρεπερτόριο.

Από την Ήπειρο και συγκεκριμένα από την Αυλή του Αλή Πασά των Ιωαννίνων ο John Gam Hobhause αναφέρει ότι το 1808 επισκέφθηκε με τον Λόρδο Βύρωνα τον δυνάστη της Ηπείρου και ότι: «ένα δύο βράδια πριν αναχωρήσουμε από τα Γιάννενα πήγαμε να δούμε τη μοναδική προκοπή που έκαναν οι Τούρκοι γύρω από τις θεατρικές παραστάσεις. Ήταν ένα θέαμα που διεύθυνε ένας Εβραίος που επισκεπτόταν την πόλη με τις χάρτινες φιγούρες του και το θέμα στηνόταν στη γωνία ενός ρυπαρού καφενείου». Πρόκειται πιθανότατα για τον αναφερόμενο και από άλλους Ιάκωβο. Παλαιοί Γιαννιώτες λένε ότι υπήρχαν και Γύφτοι και πιθανόν Τουρκαλβανοί, λόγω ανοχής, καραγκιοζοπαίχτες και κοντά σ’ αυτούς έμαθαν και Έλληνες να παριστάνουν το θέαμα.

Το ότι υπήρξε ένα ρεύμα από τα Γιάννενα-Πρεβεζα-Αρτα-Λευκάδα-Αμφιλοχία-Αγρίνιο-Μεσολόγγι και Πάτρα είναι αναμφίβολο και από την μετέπειτα εμφάνιση σπουδαίων καραγκιοζοπαιχτών από αυτά τα μέρη (Βασίλης Τσίλιας, Αιακός Πρεβεζάνος, Θωμάς Αρσενίου, ο Κουλούρης Χαρίλαος Μπασιάκος, ο Γιάννης Ρούλιας, κ.α). Μάλιστα από πολλούς θεωρείται ότι ο εξελληνισμός του θεάματος αυτού συντελέστηκε σε αυτή τη διαδρομή με έργα ανεπανάληπτα όπως ο Μέγα- Αλέξανδρος και ο Αντίοχος ο Μακεδών και τελικά μεγαλούργησε στην Πάτρα με τον Αντώνη Μόλλα ή Μίμαρο. Αν αυτό το ονομάσουμε Ηπειρώτικη Σχολή, Ηπειρωτικό Καραγκιόζη ή Ηπειρώτικη Παράδοση, λίγο ενδιαφέρει προς το παρόν και ας το αφήσουμε στους ειδικούς.

Ο άξονας Αθήνα-Πειραιάς από τη μια μεριά και Γιάννενα-Πάτρα από την άλλη είναι από την παράδοση και τις γραπτές μαρτυρίες, τα πεδία όπου εξελληνίζεται ο Τούρκικος Καραγκιόζης παίρνοντας από το καινούργιο περιβάλλον στοιχεία από την κουλτούρα των περιοχών αυτών. Έτσι, αποβάλλει τον πρόστυχο και αισχρολόγο Μπεκρή Μουσταφά και στη θέση του δημιουργεί τον Δερβέναγα ως εκπρόσωπο της εκτελεστικής εξουσίας.

Ανάλογα με τα έργα που παίζονταν εμφανίστηκαν (και συνεχίζουν να εμφανίζονται) και άλλες νέες φιγούρες (κουτσούνια) συνήθως από τους ίδιους τους καραγκιοζοπαίχτες όπως:

– ο μπαρμπα-Γιώργος του Ρούλια (κατ’ αρχήν ιδέα του Μίμαρου), ο μόνος που δέρνει τον Δερβέναγα προς ανακούφιση των θεατών

– ο Σιορ-Διονυσιος (Νιόνιος) του Δημ. Σαρντούνη ή Μίμαρου, ο οποίος είναι εξέλιξη του Τούρκικου Φριγκ

– η Σερήνη και το μεγάλο θηρίο του Λιάκου Πρεβεζανου

– ο Σταυράκας του Γιάννη Μωρού

– ο καπετάν Μανούσος του Ξάνθου

– ο Κοπρίτης και ο Μπιρικόκος του Δημ. Νταλιάνη ή Μανωλόπουλου

– ο Ομορφονιός και ο Πεπονιάς (εξέλιξη ο τελευταίος του Μπεμπέ-Ρουί) του Αντώνη Παπούλια ή Μόλλα και άλλες όπως π.χ. ο Κεφαλλονίτης Γεράσιμος, ο Κερκυραίος Πίπης μερικές από τις οποίες αποσύρθηκαν… η αναπαύονται για να επανέλθουν.

Οι φιγούρες στην αρχή ήταν από χαρτί ή χοντρό χαρτόνι ή από δέρμα ζώου κατάλληλα επεξεργασμένου και τελευταία από ζελατίνη. Παλαιά ήταν όλες ασπρόμαυρες δηλ. με ακτινοσκιερά και φωτεινά μέρη αλλά με την εξέλιξη εμφανίστηκαν και οι χρωματιστές, έργα απαράμιλλης λαϊκής τέχνης όλες. Μεγάλη ώθηση στην κίνηση της φιγούρας έδωσε η ανακάλυψη της σούστας από τον Γιάννη Γιαννακούρα, η οποία επιτρέπει στη φιγούρα να γυρίζει έως 180ο. Έτσι, ο καραγκιοζοπαίχτης μπορούσε να κινεί με μεγαλύτερη ελευθερία τις φιγούρες χαρίζοντας μαγεία στο πιο λεπτό σημείο της παράστασης, την κίνηση.

Εκτός όμως από τα ανδρείκελα των προσώπων δημιουργήθηκε, συνήθως από τους ίδιους τους καραγκιοζοπαίχτες και ένας ανεκτίμητος θησαυρός από σκηνικά και αντικείμενα για τις απαιτήσεις των έργων π.χ. ζώα, σούβλες, διάβολοι, άγγελοι (ως και η ψυχή απεικονίστηκε ως στίγμα) και τα οποία αξίζει να θαυμάσει κανείς στην έκδοση των Απ. και Αρ. Γιαγιάννου και I. Διγκλή.

Τα ηχητικά και οπτικά τεχνάσματα αποτελούν ένα άλλο κεφάλαιο εφευρέσεων όπου η φάπα κατέχει δεσπόζουσα θέση μιας και το ξύλο στις παραστάσεις από τον Καραγκιόζη στον Χατζηαβατη και από τον Δερβέναγα στον Καραγκιόζη είναι στην ημερήσια διάταξη, καθώς και μεταξύ άλλων ηρώων, ενώ η ανυπόταχτη μορφή του ορεσίβιου μπαρμπα-Γιώργου δέρνει ακόμη και το Δερβέναγα, ως έμπρακτη αντίσταση στην εξουσία.

Το κουδούνι έναρξης, οι λαμαρίνες, οι γκαζοτενεκέδες, άδειοι ή με μικροαντικείμενα, τα κουδούνια των κοπαδιών, οι σφυρίχτρες, το κλάξον, οι τρακατρούκες, οι ροκάνες, το ποδοβολητό, τα βαρελότα και τα τεχνάσματα φαντασμαγορίας είναι μόνο λίγα από τα αντικείμενα που χρησιμοποιούνται πίσω από το μπερντέ όπως περιγράφονται διεξοδικά από τον Μ. Ιερωνυμίδη .

Μια άλλη πτυχή είναι οι αφίσες διαφήμισης των παραστάσεων. Φτιαγμένες και τελαρωμένες με το χέρι από τους καραγκιοζοπαίχτες που μερικές φορές ήταν και ζωγράφοι, όπως π.χ. οι Ασπιώτηδες Μίμη και Σωτήρης, αποτελούν μια λαϊκή εικαστική έκφραση «στιγμιαίας» σύλληψης, κατασκευής και χρήσης. Δυστυχώς λίγες από αυτές έχουν σωθεί παραμένοντας στην ιστορία ως υψηλού επιπέδου λαϊκή αισθητική.

Το μουσικό μέρος των παραστάσεων άξιζε ξεχωριστής προσοχής Μερικές φορές οι θαμώνες έρχονταν για να ακούσουν τα τραγούδια κυρίως. Συνήθως τραγουδούσαν οι ίδιοι οι καραγκιοζοπαίχτες όπως ο Ρούλιας, Βρανίτης, Μίμαρος, κ.α τραγούδια ανάλογα με το έργο κατά την είσοδο της φιγούρας. Όταν οι ίδιοι δεν τα κατάφερναν καλά έφερναν μαζί τους και ξακουστούς τραγουδιστές όπως ο Πέτρος Κυριάκος, που τραγουδούσε στο Μόλλα.

Αρχικά, σε όλες τις παραστάσεις υπήρχε και λαϊκή ορχήστρα με παραδοσιακά όργανα ανάλογα με την περιοχή και το έργο. Είναι αυτονόητο ότι όπου η ορχήστρα και οι τραγουδιστές ήταν καταξιωμένοι η παράσταση «έσπαγε ταμεία».

Το σπουδαιότερο μέρος στο θέατρο σκιών είναι το σενάριο, το οποίο δεν είναι γραμμένο όπως στο κλασσικό θέατρο. Υπάρχει μια σπονδυλική στήλη, ένας καμβάς και πάνω και γύρω από αυτά εξελίσσεται το έργο ανάλογα με τις διαθέσεις του κοινού. Οι καλοί καραγκιοζοπαίχτες πριν ξεκινήσουν την παράσταση έριχναν μια μάτια στο ακροατήριο της πλατείας ή έλεγαν τρία διαφορετικά ανέκδοτα για να σφυγμομετρήσουν την κατάσταση. Από κει και πέρα ο καραγκιοζοπαίχτης έπαιζε «νούτικα» και βέβαια αυτός έριχνε τις ιδέες αλλά τελικά το έργο «γραφόταν» από τους θεατές-ακροατές. Ο καραγκιοζοπαίχτης έπρεπε να είναι σε πλήρη εγρήγορση για να αντιμετωπίσει πιθανά λάθη από τους βοηθούς, απρόοπτα ή άσχημες διαθέσεις του ακροατηρίου κ.α. Για την ιστορία αναφέρεται ότι ο Ρούλιας σε μια παράσταση στη Φιλιππιάδα το 1901 φοβούμενος το τουρκικό ακροατήριο άλλαξε τους ρόλους και έβαλε τον Χατζηαβάτη να δέρνει τον Καραγκιόζη, ενώ αυτός μονολογούσε σιγά: «Βάρα μωρέ βάρα και σαν περάσουμε το γεφύρι της Άρτα, στον παίρνει ο διάολος τον πατέρα». Οι περισσότεροι καραγκιοζοπαίχτες ήταν αγράμματοι εν τούτοις όμως μας άφησαν έργα θαυμαστά με στοιχεία Αριστοφανικά, μιμικού θεάτρου, επιθεωρήσεων και κομέντια ντελ’ άρτε αντλώντας το υλικό τους με έμπνευση μέσα από την λαϊκή παράδοση .

Ένας καλός καραγκιοζοπαίχτης έπρεπε και πρέπει να έχει τα εξής προσόντα:

– Να φτιάχνει φιγούρες και σκηνικά αντικείμενα

– Να τα ζωγραφίζει όπως και τις αφίσες

– Να γράφει το σενάριο (σε αδρές γραμμές)

– Να σκηνοθετεί

– Να αλλάζει φωνές (μέχρι 14 διαφορετικές φωνές έκαναν οι παλιοί)

– Να κινεί επιδέξια τις φιγούρες ως προέκταση της ψυχής του ήρωα

– Να αφουγκράζεται τις αντιδράσεις

– Να αυτοσχεδιάζει αναλόγως με το κοινό

– Να τραγουδάει

– Να μιμείται ζώα, κ.λπ

– Να έχει μεράκι

-… αλλά και καμιά φασολάδα. .

Βέβαια όλα αυτά δεν τα είχαν όλοι αλλά κανείς δεν μπορούσε να επιβιώσει αν δεν είχε φωνή, κίνηση, εξυπνάδα και μεράκι.

Ανέφερα όλα τα προηγούμενα για να δώσω μια σύντομη σταχυολογημένη ιστορική αναδρομή χωρίς βέβαια να είμαι ειδικός. Σκοπός μου ήταν να φωτίσω λίγο για να δούμε αυτό το ελληνικό λαϊκό θέατρο από όλες τις πλευρές του για να ανοίξουμε μια συζήτηση και τελικά, αν τα καταφέρουμε, να πάρουμε μια θέση στα ερωτήματα:

– Ζει ο Καραγκιόζης ή πέθανε;

– Να τον αναστήσουμε ή να τον βάλουμε στο μουσείο;

– Να τον συνεχίσουμε όπως ήταν;

– Να τον εμπλουτίσουμε και με τι καινούργιο;

– Να τον αφήσουμε ήσυχο να βρει το δρόμο του;

– Να τον ωθήσουμε στα Πανεπιστήμια και, πού και πώς;

Ασφαλώς και χωρίς τη δική μας συμβολή το νερό τρέχει στα ποτάμια και ο Καραγκιόζης ως λαϊκό συμβάν ακολουθεί το λαό του. Όμως εδώ που είμαστε μπορούμε να δούμε και να μην επαναλάβουμε ορισμένα λάθη του παρελθόντος, όπως π.χ.:

– Τα παλιά φυλλάδια που διέσυραν τα κείμενα

– Τους δίσκους που πετσόκοψαν τα σενάρια

– Τις συρρικνωμένες παραστάσεις στην τηλεόραση που πολλές δεν είναι ούτε για παιδιά

– Τις καλοκαιρινές παραστάσεις στις πλατείες από ύποπτους, αδαείς για την τέχνη που μοναδικός τους σκοπός είναι τα χρήματα

– Τη χρήση μουσικής αμφίβολης ποιότητας

– Απόψεις όπως του ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ ότι ο Καραγκιόζης «είναι ευτράπελος και γελοίος την εμφάνισιν»

– Τη λαϊκίστικη και παντελώς λαθεμένη έννοια της έκφρασης, που φαίνεται συνέπεια του παραπάνω, «Καραγκιόζης είσαι ρε!».

– Τη ντροπή που συνόδευε το επάγγελμα του Καραγκιοζοπαίχτη και τον ανάγκαζε να αλλάζει όνομα ή να έχει ψευδώνυμο η να μην ασχολείται με αυτό το είδος τέχνης

– Τέλος, τον ευτελισμό της πανάρχαιας τέχνης του θεάτρου σκιών. Τι μπορούμε να κάνουμε εδώ που φτάσαμε μέχρι που η επίσημη πολιτεία αναλάβει τις ευθύνες της… αφού πρώτα τις καταλάβει;

– Να ενισχύσουμε με την παρουσία μας και με κάθε άλλο τρόπο τους ενεργούς καραγκιοζοπαίχτες που δεν είναι και λίγοι

– Να βρεθεί ένας τρόπος αξιολόγησης τους για να παραμεριστούν οι καιροσκόποι (κανείς δεν είναι άκριτα αυτό που δηλώνει).

– Να επαναληφθεί και σε άλλα Πανεπιστήμια αυτό που έκανε ο κ. Σηφάκης στη Θεσσαλονίκη, όπου καθιέρωσε τον Καραγκιόζη σαν βασικό μάθημα στο Τμήμα Λαογραφίας (γιατί όχι και σε μας εδώ στο Τμήμα Εικαστικών Τεχνών και Επιστημών της Τέχνης η και άλλου;).

– Να συζητηθεί η δημιουργία Σχολών Καραγκιοζοπαιχτών όσο ακόμα υπάρχουν οι παλιοί δάσκαλοι

– Να ερευνηθούν καινούρια μέσα ήχου, φωτισμού και προβολών με βάση τις καινούριες τεχνολογίες.

– Να ζωντανέψουμε στη φυσική του θέση, στις λαϊκές γειτονίες, τον Καραγκιόζη τον Έλληνα όπως έγραψε ο Μ. Λουντέμης «για να ξεποδαριαστούμε στο γέλιο», από αυτό που έχει τη δύναμη να ανθρωπίζει τα άψυχα και να συντηρεί την παράδοση με το λόγο, το χορό, το τραγούδι και το γέλιο .

– Να κατανοήσουμε ότι ο Καραγκιόζης «δεν είναι (και δεν ήταν) μόνο για μικρούς αλλά και για μεγάλους» όπως διαλαλούσε πριν από 18 περίπου χρόνια ο «ΟΜΙΛΟΣ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ ΑΡΤΑΣ – ΟΚΑ».

– Να διαφημίσουμε και να πραγματοποιήσουμε διοργανώσεις σαν το Διεθνές Φεστιβάλ Μαριονέτας που γίνεται εδώ και 25 χρόνια με επιτυχία από το Δήμο Ύδρας και τον Σουηδό κ. Μέσκε στην Ύδρα περί το τέλος Ιουνίου αρχές Ιουλίου.

– Να γνωρίσουμε στους νέους τον πραγματικό Καραγκιόζη όπως και το αληθινό λαϊκό μας τραγούδι.

– Να βοηθήσουμε το λαό να απελευθερωθεί από το λήθαργο του τηλεχειριστηρίου της τηλεόρασης που συνήθως σερβίρει σκουπίδια

– Να ακούμε περισσότερο το κοινό, τους απλούς ανθρώπους, γιατί οι «ειδικοί» συχνά έχουν άλλα μάτια και όχι τα «μαύρα» του Καραγκιόζη.

– Κοντολογίς άμα έχουμε το θέμα στο προσκήνιο και προβληματιστούμε κουβεντιάζοντας γι’ αυτό, θα γίνει, αυτό που μπορεί να γίνει, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες.

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ» Φεβρουάριος 2003.

 

 

 

Advertisements