Δρακόλιμνη

Του Δημήτρη Χατζή

Aπάνω στο Σμόλικα, λίγο πιο κάτω απ’ την ψηλότερη κορυφή του, στα 2000 μέτρα, ανάμεσα στους θεόρατους βράχους και στα χιόνια που δεν προφταίνουν να λιώσουν, είναι η Δρακόλιμνη. Ογδόντα μέτρα είναι όλο κι όλο το πλάτος της και μπορεί να φαίνεται μικρή στον ανήξερο διαβάτη που περνάει το ψηλοκρεμαστό μονοπάτι από την Κόνιτσα για τα Ζαγόρια. Άπατο είναι ωστόσο το βάθος της λίμνης. Και κει μέσα φωλιάζει ο «δράκος», η ψυχή του μεγάλου βουνού. Γι’ αυτό την είπανε και Δρακόλιμνη.

Άνθρωπο στρατοκόπο, γυναίκα διαβατική, καραβάνι νυχτωμένο στο δρόμο δεν ακούστηκε ποτές του να πειράξει ο δράκος του Σμόλικα. Κάθεται κει, από τότες που γίνηκε ο κόσμος, και φυλάει το βουνό. Τα χωριά ζούνε κάτω από τον ίσκιο του. Τα κοπάδια το καλοκαίρι σκορπούνε στα βουνίσια ποτιστικά του λιβάδια. Αυτός ποτές του δεν ξεπρόβαλε να τα λαχταρίσει. Οι τσοπαναραίοι φυσούν τις φλογέρες τους. Αυτός ακούει και χαίρεται. Με τους γνώριμους, τους δικούς του, είναι ήμερος και αγαπημένος. Κάθεται κει και μόνο φυλάει το μεγάλο βουνό του, ξένος ποτές να μην το πατήσει.

Με τούς ξένους αγριεύει. Κ’ είναι φοβερός όταν βγαίνει και αντιπαλεύει με τους άλλους δράκους των βουνών στο Πάπιγκο και στο Μέτσοβο. Τότε λένε ξεριζώνει τα πεύκα και κατρακυλάει τα μεγάλα κοτρόνια και βγάζει φωτιές από το στόμα του τις χειμωνιάτικες νύχτες. Κι οό μανιασμένος αγέρας σκορπίζει την τρομερή του κραυγή και γεμίζει τον τόπο. Κ’ είναι πάντοτε νικητής σ’ αυτό το αντιπάλεμα και κυνηγάει τούς δράκους των άλλων βουνών και ξένος ποτέ ως τα τώρα δεν πάτησε το βουνό του. Κι οποίος το πάτησε, χάθηκε.

Τέτοιος είναι ο παλιός ηπειρώτικος θρύλος για τη Δρακόλιμνη και το δράκο του Σμόλικα. Ένας θρύλος που δεν πρόφτασε ν’ απολησμονηθεί κ’ η αλήθεια της απελευθερωτικής ιάχης, που γίνεται τώρα, τον ανάστησε. Ο δράκος που φωλιάζει στο άπατο βάθος της μυστηριώδικης λίμνης και φυλάει το μεγάλο βουνό του ζωντάνεψε μέσα στην αντίσταση των παλληκαριών του Δημοκρατικού Στράτου. Στη Σούσνιτσα και στον Κλέφτη, στην Πολιάνα, στη Γύφτισσα, στο Ταμπούρι κάτω από τον ίσκιο του Σμόλικα, πενήντα μέρες ο δράκος του παραμυθιού παράστεκε τους γνώριμους, τους δικούς του που πολεμούσαν για το βουνό του. Στέριωσε τους βράχους μπροστά στα πολυβολεία τους, τους έδειξε τα μυστικά μονοπάτια του βουνού του για να περνούν τη νύχτα, τους έκρυψε τη μέρα κάτω απ’ τούς θάμνους των μεγάλων του δέντρων. Πενήντα μέρες στάθηκε ορθός μπροστά στα μετερίζια των γνώριμων, των δικών του και κατρακύλησε πάνω στα κεφάλια των ξένων τα πιο μεγάλα κοτρόνια. Κ’ η θυμωμένη φωνή του αντιλάλησε από ρεματιά σε ρεματιά στα βουνά της Πίνδου κι από βουνό σε βουνό, σ’ όλη την Ελλάδα, σ’ όλον τον κόσμο, να την ακούσουν τα παλληκαριά και να αντρειώνονται, να την ακούσουν οι σκλάβοι να αναθαρρεύουν, να τρομάζουν οι τύραννοι.. .

Κάποτε ο Αλή Πασάς θέλησε να βρει τι κρύβεται μέσα στη Δρακόλιμνη. Ανέβηκε μοναχός του με την πιστή του φρουρά κ’ έριξε βάρκες με μακριά σκοινιά που θα ‘φταναν ως το βάθος της. Τότες, λέει η παράδοση, θύμωσε ο δράκος, η καλοκαιριάτικη μέρα σκοτείνιασε ξαφνικά, άρχισε να πέφτει χαλάζι, έτρεμε ο τόπος κι ο Άλή Πασάς τρομαγμένος λάκισε τον κατήφορο. Πέρασαν από κει στα 1940 κ’ οι Αλπίνοι του Μουσολίνι. Ο δράκος αγρίεψε πάλι. Και δεν απόμειναν παρά μονάχα τ’ απέραντα κοιμητήρια τους. . .

Τώρα οι δικοί μας τραβηχτήκανε παραπάνω στο Γράμμο. Οι ξένοι λένε πως πατούνε το Σμόλικα. Μα μέσα στο άπατο βάθος της μυστηριώδικης λίμνης ο δράκος κάθεται πάντα και φυλάει το μεγάλο βουνό του. Δεν το παράδωσε ποτές σε κανέναν ξένο και δε θα το παραδώσει και τώρα. Τις νύχτες βγαίνει και τριγυρίζει τους τάφους δίπλα στα πολυβόλα του Κλέφτη και της Πολιάνας κι ακούγεται το σκούξιμο του μέσα στα δάση. Τις νύχτες βγαίνει και περιπατεί στις σκοπιές, στα φυλάκια, στους καταυλισμούς των ξένων που πάτησαν το βουνό του κ’ εκείνοι νιώθουν το πέρασμα του και παγώνουν ολόβολοι. Ακούν τα πεύκα που τρίζουν, τρίζουν τα δόντια του, κ’ εκείνοι τρέμουν και αγρυπνούνε – απόψε θα ‘ναι που θα φανερωθεί, αύριο θα ξεσπάσει η οργή του;

Μέσα στη φωτιά της μεγάλης απελευθερωτικής μάχης, το σύμβολο του παλιού λησμονημένου ηπειρώτικου θρύλου γίνεται αλήθεια. Ο δράκος είναι ζωντανός. Και δεν είναι μονάχα στη Δρακόλιμνη και στο Σμόλικα, στο Πάπιγκο, στο Μέτσοβο και στο Γράμμο – στα βουνά μοναχά. Μέσα στην καρδιά της Ελλάδας και του λαού της φωλιάζει τ’ αδάμαστο στοιχειό της λευτεριάς.

 

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Δημήτρη Χατζή «Η θητεία»

Advertisements