Πανηγύρι στην Βωβούσα του 1930

Αναδημοσιεύουμε σήμερα μια ανταπόκριση που βρήκαμε ξεφυλλίζοντας τη Γιαννιώτικη εφημερίδα «Ελευθερία» (εκδότης της ήταν ο Χρήστος Χρηστοβασίλης), η οποία δημοσιεύτηκε την Δευτέρα 4 Αυγούστου του 1930. Πρόκειται για ένα κείμενο που μας μεταφέρει εικόνες από ένα παραδοσιακό Ηπειρώτικο πανηγύρι που έγινε 84 χρόνια πριν στη Βωβούσα, στο όμορφο αυτό βλαχοχώρι του Ζαγορίου.

«Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στην Βωβούσα
Βωβούσα 26η Ιουλίου 1930

Πάλι και φέτος, όπως κάθε χρόνο, αντήχησε στα γύρω πευκοστόλιστα βουνά, στα φαράγγια και στες ρεματιές, στα κορφοβούνια και στες κλεισούρες το δημοτικό τραγούδι, ηχηρό, λαχταριστό, ολοζώντανο, από χίλια στόματα πανηγυριστών, που κατέβαιναν από το ρημοκκλήσι ψηλά, σιγά-σιγά, το φιδωτό μονοπάτι, που έκλωθε ανάμεσα από κέδρα κι άλλα χαμόκλαδα:
Μεσ’ στην Αγία Παρασκευή
Κοιμάται κόρη μοναχή
Κοιμάται κι ονειρεύεται
Και βλέπει πως παντρεύεται…

Θα νόμιζε κανείς πως άνοιξε η Γη και βγήκαν άνθρωποι, που έζησαν πριν διακόσια χρόνια. Τέτοια εντύπωση κάνουν οι προσκυνητάδες αυτοί, ντυμένοι τες αφράτες τους φουστανέλες, τα μάλλινα τσιπούνια, τα πλατιά δυο πιθαμές ζωνάρια, τες χρυσοκέντητες καλτσοδέτες και τα καμαρωτά τσαρούχια από τα Γιάννινα, καρυοφύλλια, καραμπίνες και γιαταγάνια χρειάζονταν ακόμα για να φανταστεί κανένας, πως κάμποσοι μεγάλοι νεκροί, Αρματολοί και Κλέφτες του Πίνδου και του Ολύμπου, ξετίναξαν το βαρύ χώμα του τάφου, άδραξαν τ΄ άρματα τους κι ήρθαν να βρεθούν στο πανηγύρι αυτό. Κάπου-κάπου ξεχωρίζουν και μερικοί ντυμένοι στα φράγκικα. Είναι τα ξενιτεμένα μας παιδιά, που ήρθαν φέτος από την Αμερική, λίγοι επισκέπτες, μερικοί μαθητάδες, που παν σχολειά στες πολιτείες κι οι χωροφυλάκοι.

Ο ήλιος είχε ανέβει δυο βουκέντρες ψηλά, κι όλοι, που είχαμε πάει απ΄ το πρωί στο εξωκλήσι, το κρυμμένο στην ολόδροση πρασινάδα, αφού τελείωσε η θεία λειτουργία κι έπαιξαν δυο-τρία γλυκά-γλυκά, σιγαλά «νουμπέτια» οι οργανοπαίκτες, φύγαμε να πάμε κάτω στα «Σιάδια» όπου θαγενόταν ο χορός, γιατί το εκκλησάκι, εκεί στην κορυφή, δεν έχει χοροστάσι.
Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Ένα δροσερό αεράκι, πλημμυρισμένο με χίλιες μοσχομυρουδιές, απ΄ τ’ αγριολούλουδα του λόγγου, βαλσάμωνε την ψυχή.
Ανάρια τα κλώνια των δέντρων ψιθύριζαν, τα πουλιά γλυκοκελαηδούσαν κι η ρεματιά μουρμούριζε ασημόηχα, το τραγούδι αχολογούσε κι όλο μαζί κατηφορούσαμε, στον ίσκιο πάντα απ’ τα τετράψηλα γεροπεύκα. Σε λίγο φτάσαμε κάτω στα κατάμεστα από δέντρα περιβόλια του μακαρίτη Μπαρμπ’ Αντούλα κι αργοβαδίζαμε την δροσερή ακροποταμιά: μπροστά οι οργανοπαίχτες, λαλώντας, ύστερα οι άντρες, τραγουδώντας, πίσω οι γυναίκες και πλειό πίσω τα παιδιά ροδοκόκκινα και γελαστά, χοροπηδώντας.

Μόλις φτάσαμε στα «Σιάδια», οι πλειό γερόντοι κι οι κουρασμένοι, γενικά, κάθισαν γύρα-γύρα στα πεζούλια, ή σταυροπόδι στον ίσκιο, κάτω απ΄ τις κερασιές πώχουν κεράσια ακόμα. Με μιας, πρώτα οι άνδρες με τους νιους, και σε λίγο οι γυναίκες με τα κορίτσια πεταχτά πιάστηκαν χέρι χέρι και κάτω απ’ τες χρυσές παιγνιδιάρικες αχτίδες του ηλίου αρχίζει ο χορός. Τα βιολιά, τέσσαρα ολόκερα ζυγιά, άρχισαν να παίζουν σιγά-σιγαλά ολόγλυκα στην αρχή. Όλ’ η αλυσίδα του χορού αργοκινήται ρυθμικά.

Το γλέντι ανάφτει. Τα κλαρίνα τρανόλαλα βογκούσαν, τα ντέφια παράδερναν, τα λαβούτα σκορπούσαν αχούς, σαν αντίλαλο σπηλιάς και τα βιολιά, γλιστρώντας τα τόξα, πάνω στες χορδές, ζωντάνευαν κι άφηναν τόνους ολόγλυκους. Ένα πνεύμα ευθυμίας είχε καταλάβει όλους. Το τραγούδι έτσι στο κορύφωμα και τες πέτρες ράγιζε:

Τι στέκεις μαραμένη, Αλεξάνδρα μ’
(τι στέκεις θλιβερή
Μην είσ’ απ’ τον αγέρα Αλεξάνδρα μ’
(μην εισ’ απ’ την δροσιά.
Δεν είμ’ απ’ τον αγέρα, βρε λεβέντ’ μ’
(δεν είμ’ απ’ τη δροσιά
Μον’ είμ’ από τεσένα, παλικάρι μ’
(που πας στην Ξενιτειά.

Με την σειρά όλοι σέρνουν το χορό. Ανεμίζει το μαντήλι, στριφογυρίζει, λιγάει το κορμί με χάρη, ο νιός, κρυφοκοιτάζει και χαμογελάει ξωπίσω του- ποιος ξέρει στην μάνα του, στην αδελφή του, στην καλή του…., χορεύουν, χορεύουν αδιάκοπα ψηλοί, ξανθοί ή μαυρομούστακοι οι νιοι, ντυμένοι με την γραφική στολή τους ακολουθούν οι κοπέλες σεμνά-σεμνά με χάρη, κοντούλες ή με κυπαρισσένια κορμιά, μαυρομάτες ή ξανθομαλλούσες.

Ο Γερό-Ζιώγας, τεχνίτης του κλαρίνου, εύκολα γύριζε απ’ το «Τσάμικο» στο «Βουλγάρικο» κι απ΄ το πλειό αργό-αργό γεροντίστικο στο πλειό γοργό, τρελό, μοντέρνο τραγούδι.
Γεια σου αθάνατε Ζιώγα!!
Γλέντα καημένη Νιότη
Κι ο χορός εξακολουθούσε με κέφι ως το καταμεσήμερο, που τον χάλασαν, για να τον ξαναφκιάσουν πάλι το δειλινό, αύριο και μεθαύριο, χωρίς στο μεταξύ να λείψουν και οι βίζιτες.

Γιάννης Πινδέας».

Advertisements