Μαργαρίτι: «Η Πρωτεύουσα της Τσαμουριάς»

Του Ζαννή Πιτακίδη

Το Μαργαρίτι ανήκει στο νομό Θεσπρωτίας. Βρίσκεται πάνω στον οδικό άξονα Πρέβεζας – Ηγουμενίτσας στα δυτικά παράλια της Ηπείρου. Ο οικισμός είναι κτισμένος σε πλαγιά και σε υψόμετρο 150 – 200 μέτρων. Στην ευρύτερη περιοχή το τοπίο εναλλάσσεται μεταξύ στενών, όχι εύκολα αποστραγγιζόμενων πεδιάδων και ορεινών όγκων.


Το Μαργαρίτι ιδρύθηκε περίπου το 1430 από τους Ενετούς και οι πρώτοι κάτοικοι του ήταν χριστιανοί, ενώ αργότερα αποικίστηκε από αλβανικά φύλα. Μετά την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οι κάτοικοι του οικισμού εξισλαμίστηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος. Σε αντάλλαγμα για το γκρέμισμα των καμπαναριών και της κατασκευής μιναρέδων, έγιναν κύριοι (τσιφλικάδες) των εύφορων πεδιάδων. Μετά την παρακμή της Βενετίας (κυρίως με την παρακμή της Οθ. Αυτ. και την προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης του Αλή Πασά) οι Μαργαριτιώτες αγάδες, έχουν ως αντίπαλο τον Τουρκαλβανό Πασά των Ιωαννίνων, στον οποίο όμως τελικά υποτάσσονται περίπου το 1811. Μόλις στις αρχές του 20ου αιώνα το Μαργαρίτι γίνεται ελληνικό και τότε είναι η εποχή που οι αγάδες δέχονται τα πρώτα κτυπήματα περί αναδασμού και περιορισμού των τσιφλικιών από τους νόμου του Βενιζέλου. Εξακολουθούν όμως να αποτελούν την άρχουσα τάξη μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο κατά τον οποίο έχουν φιλοαξονική στάση. Η στάση τους αυτή είναι που τους αναγκάζει με το τέλος του πολέμου να εγκαταλείψουν τον οικισμό για το εσωτερικό της Αλβανίας. Κατά τον Αραβαντινό το Μαργαρίτι περίπου το 1815 είχε 8500 κατοίκους. Μετά το 1940-41 σημειώνεται μια κατακόρυφη πληθυσμιακή πτώση που οφείλεται κυρίως στην αποχώρηση των Αλβανόφωνων Μουσουλμάνων. Η πτώση θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη αν τα εγκαταλειμμένα αρχοντικά και καλλιέργειες δεν αποτελούσαν ισχυρό κίνητρο για εποικισμό από ακτήμονες των γειτονικών αλλά και άλλων ορεινών χωριών (Σούλι, Ζαγόρι κ.ά.). Η συρρίκνωση του πληθυσμού συνεχίστηκε για λόγους όμοιους προς την υπόλοιπη μεταπολεμική Ελλάδα, δηλαδή την αστυφιλία και τη μετανάστευση.
Κατά την περίοδο ακμής του Τσαμουριάς κάθε οικογένεια έχει ως τσιφλίκι ένα από τους οικισμούς της εύφορης πεδιάδας μέχρι την Πρέβεζα, τη Φιλιππιάδα και την Άρτα. Μερικοί διορατικοί έμαθαν την «τέχνη» του τραπεζίτη από τους Εβραίους, την οποία τις περισσότερες φορές εξασκούσαν ως τοκογλυφία και εξαπάτηση ακόμα και προς τους ομόθρησκους τους. Την ίδια περίοδο οι χριστιανοί κάτοικοι του Μαργαριτίου ζούσαν σε σπίτια που νοίκιαζαν από τους Τσάμηδες και αποτελούσαν την μεσαία τάξη. Ήταν απολύτως απαραίτητοι στους Τουρκαλβανούς γιατί εκτός του ότι ήταν κτίστες, σιδηρουργοί, τσαρουχάδες, πεταλωτές κ.ά., εξασκούσαν και το επάγγελμα του πρακτικού ιατρού (κασίμηδες ή ροημπάδες), για το οποίο ήταν πολύ φημισμένοι. Έτσι ενώ στα νεώτερα χρόνια οι Οθωμανοί μαράζωσαν οικονομικά, οι Χριστιανοί έγιναν πλούσιοι και ιδιοκτήτες καλλιεργούμενης γης. Παρόλα αυτά μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο δεν παρουσιάζεται καμία οικονομική ανάπτυξη στο Μαργαρίτι.
Τόσο από την πληθώρα των μαχαλάδων (Αγορά, Κεντάλι, Σκάλα, Λουγκάς, Τοπόλια, Μπεκιάτες, Ντρίζα, Καλαμίτης) όσο και από τις μεταξύ τους αποστάσεις, συμπεραίνουμε ότι ο οικισμός έχει ξεχωριστό χαρακτήρα και τρόπο δομής από τους υπόλοιπους γνωστούς οικισμούς. Αυτό είναι φυσικό αφού κατά βάση το Μαργαρίτι είναι ένας οικισμός με αρκετά τούρκικα στοιχεία.
Η αγορά ήταν η περιοχή κατοικίας αλλά και εμπορικών δραστηριοτήτων των Χριστιανών επαγγελματιών, ενώ εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να είναι το κοινωνικό και εμπορικό κέντρο του οικισμού. Ουσιαστικά αποτελείται από ένα δρόμο με αρκετή κλίση και σπίτια κτισμένα εκατέρωθεν. Τα σπίτια είναι κατά κανόνα διώροφα, υπακούουν αυστηρά στο συνεχές σύστημα δόμησης (μέσο πρόσωπο περίπου 6 μ., μέσο ύψος περίπου 6 μ. και τετράριχτη στέγη με κεραμίδια). Τα σπίτια στο πίσω μέρος του οικοπέδου έχουν στενόμακρη αυλή που γίνεται ακόμα μικρότερη εάν υπάρχουν βοηθητικοί χώροι. Στο ισόγειο αυτών των σπιτιών και σε επαφή με το κεντρικό δρόμο υπήρχε το μαγαζί, ενώ στον όροφο η κατοικία. Η είσοδος στην κατοικία μπορούσε να γίνει είτε από το μαγαζί είτε από την αυλή. Στην περίπτωση που υπήρχε κατώι αυτό ήταν υπόγειο σε αντίθεση με τα αρχοντικά όπου όλο το ισόγειο ήταν κατώι (αποθήκη -βοηθητικοί χώροι). Η ύπαρξη του εμπορίου δηλώνεται συνήθως με τα μεγάλα ανοίγματα στο ισόγειο σε αντιδιαστολή προς τα μικρότερα της κατοικίας στον όροφο. Το συνεχές σύστημα δόμησης και η σχετική ομοιότητα όλων των κτισμάτων (στενόμακρα με την είσοδο στην στενή πλευρά) έχουν ως αποτέλεσμα κανένα κτήριο να μην έχει χαρακτήρα του σημείου αναφοράς. Έχει χαθεί η έννοια τόσο του οικοπέδου (ιδιοκτησίας), όσο και του κτίσματος ( είναι αριθμήσιμες και μάλιστα όχι φανερά είναι μόνο οι προσόψεις). Είναι χαρακτηριστική, επίσης, η έλλειψη των ανοικτών κοινόχρηστων χώρων (πλατειών), κάτι που δίνει στον κεντρικό δρόμο ιδιαίτερη σημασία για τις κοινωνικές και εμπορικές δραστηριότητες των χριστιανών.
Ψηλότερα στην πλαγιά του βουνού ήταν κτισμένα σε μαχαλάδες τα σπίτια των αγάδων. Δεν ήταν τόσο λόγοι ασφαλείας, που τα έκτιζαν ψηλά, όσο εποπτείας και κλίματος, μιας και εκεί είχε λιγότερη υγρασία από την βαλτώδη πεδιάδα. Τα σπίτια ήταν διώροφα ή τριώροφα με βοηθητικούς χώρους (στέρνες, αποθήκες, αποχωρητήρια κλπ.). Η κατοικία εκτεινόταν σε ένα ή δύο ορόφους ενώ το ισόγειο χρησίμευε ως κατώι. Ήταν κτισμένα στο υψηλότερο μέρος του οικοπέδου αφήνοντας την αυλή με τα υποστατικά στο κατώτερο νότιο μέρος. Προς το νότο (συμπίπτει με την πεδιάδα)( αμφισβητίσιμο) ήταν προσανατολισμένη και η κύρια όψη των σπιτιών, ενώ οι μάντρες που τα περιέβαλλαν, ήταν κατά κανόνα ψηλές για λόγους που συνδέονται κυρίως με τις ισλαμικές αντιλήψεις για τη γυναίκα αλλά και για λόγους ασφάλειας.
Χονδρικά διακρίνονται τρεις τύποι ως προς την κάτοψη: σε σχήμα Τ, σε σχήμα Γ και σε σχήμα Π. Ενδιαφέρον χαρακτηριστικό των περισσοτέρων αρχοντικών αποτελούν οι ημικυκλικές ή ορθογωνικές προεξοχές στη μέση της ανατολικής και δυτικής πλευράς του κτηρίου που κατασκευαζόταν κατά κανόνα μετά το υπόλοιπο κτίσμα και λειτουργούσαν ως αποχωρητήρια ανδρών και γυναικών. Τόσο η θέση των κτισμάτων, όσο και το σχήμα των οικοπέδων είναι ελεύθερο. Σε αντίθεση με τα σπίτια των Χριστιανών στην Αγορά, υπάρχουν δύο διαφορετικές οντότητες σε κάθε ιδιοκτησία, η μια αυτή του οικοπέδου που περιγράφεται από την ψηλή μάντρα και η δεύτερη που φαίνεται να ξεπηδάει από την πρώτη, το αρχοντικό.
Εκτός της συνδετικής τους υποχρέωσης οι δρόμοι (καλντερίμια) έχουν να αντιμετωπίσουν και τις ιδιομορφίες του εδάφους. Έτσι με μέσο πλάτος 2-3 μ. ελίσσονται με οφιοειδή τρόπο και αποκτούν μια πλαστικότητα που εκτείνεται και στην τρίτη διάσταση με τις μάντρες που τους περιβάλλουν. Οι μάντρες εναλλάσσονται μεταξύ δύο δυνατών παραλλαγών, της ψηλής κανονικής μάντρας κτισμένης με συνδετικό κονίαμα και της χαμηλής ξερολιθιάς. Κοινόχρηστα πλατώματα δεν συναντούνται στο Μαργαρίτι.
Ο πιο εκτεταμένος και αντιπροσωπευτικός μαχαλάς είναι αυτός της Σκάλας. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αρχοντικών αποτελούν: το αρχοντικό των Ροημπέη, το αρχοντικό του Ομέρ-Χιμ και το αρχοντικό του Μουχτή. Ο βασικός δρόμος της Σκάλας ξεκινούσε από χαμηλά και διευθυνόταν βόρεια, ως συνέχεια του αντίστοιχου δρόμου της Αγοράς, όπου υπήρχε και μιναρές (ένας από τους 4 που υπάρχουν στο Μαργαρίτι).
Δεν είναι μόνο η διαφορά στην έκταση που συνθέτει την διαφορετική εντύπωση, που δίνουν οι δύο βασικές οικιστικές ενότητες (Αγορά και Σκάλα) του Μαργαριτίου. Είναι μια γενικότερη αισθητική διαφοροποίηση, που αντικατοπτρίζει τη διαφορά της κοινωνικοοικονομικής στάθμης των κατοίκων, δηλαδή το μεγαλόπρεπο της Σκάλας αντιδιαστέλλεται με το ταπεινό της Αγοράς, το άνετο με το στενάχωρο και το πολύπλοκο με απλό. Πρόκειται για αντιπαράθεση του κέντρου (Αγορά) με το προάστιο (Σκάλα), στοιχείο που προσδίδει ξεχωριστό χαρακτήρα στο συγκεκριμένο οικισμό.

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Άπειρος», τεύχος 2, καλοκαίρι 1999.

Advertisements