Το γιοφύρι της Πλάκας

Της Έφης Ψιλάκη

Οι δρόμοι που οδηγούν στο γεφύρι της Πλάκας είναι κουραστικοί για τον σημερινό βιαστικό ταξιδιώτη. Για όποιον θέλει, όμως, να απολαύσει ένα μοναδικό περιβάλλον, να νιώσει τον απόηχο της ιστορίας, να ακούσει το κελάρυσμα των νερών που ανακατεύεται με το θρόισμα των φύλλων, η εμπειρία είναι μοναδική. Αξίζει να περάσει κανείς από τα μικρά χωριά που συναντά στη διαδρομή, να καθίσει στα καφενεία με τους γερόντους, να δει τις Ηπειρώτισσες που συνεχίζουν να βόσκουν λιγοστά πρόβατα στα χωράφια.

Αξίζει να περάσει από τα Άγναντα και τα Πράμαντα, τα ξακουστά μαστοροχώρια των Τζουμέρκων, να ακούσει τους αξεπέραστους μαστόρους της πέτρας που μπορούσαν να δαμάζουν τη φύση και να ζέχνουν ποταμούς. Και να μην παραλείψει να δει εκείνο το ξεχασμένο κι εγκαταλειμμένο σήμερα παλιό τελωνείο στην όχθη του ποταμού, να θυμηθεί τον τόπο στον οποίο συναντήθηκαν κάποτε οι δυο πρωταγωνιστές της Αντίστασης, ο Ζέρβας κι ο Βελουχιώτης.

Γλυκιά απομόνωση..
Περιοχή αποκομμένη τα Τζουμέρκα, συνεχίζουν να ζουν στη μοναξιά τους διατηρώντας τον πλούτο της τοπικής παράδοσης μαζί με τον πλούτο της φύσης, τις συχνές εναλλαγές, τα βράχια και τα δάση με τα πανύψηλα δέντρα. Ίσως καμιά απομόνωση να μην είναι τόσο γλυκιά… Η πολιτεία δεν ήταν παρούσα σ’ αυτούς τους μικρούς και τους μεγάλους παραδείσους. Ήταν δύσκολο να γίνουν μεγάλοι δρόμοι εδώ. Όπως ήταν δύσκολο για τους ανθρώπους να περάσουν από τη μιαν όχθη του Άραχθου στην άλλη. Το όνειρο γενεών και γενεών ήταν ένα μεγάλο και στέρεο γεφύρι που να μην το παίρνουν τα νερά του ποταμού.

Όταν κάποτε, στα μεσάτου 19ου αιώνα, το παρέσυρε η ορμή του ποταμού, οι κάτοικοι των Τζουμέρκων έζησαν δύσκολες μέρες. Πως αλλιώς να περάσουν τον Άραχθο; Βουτούσαν στα νερά του άνθρωποι και ζώα. Και καλά αν ήταν καλοκαίρι και υπήρχαν αβαθή σημεία. Αν ήταν χειμώνας και κατέβαιναν ορμητικά τα νερά; Πήραν απόφαση να ξαναχτίσουν το γεφύρι. Ο κ. Βασίλης από τα Άγναντα, μάστορας κι εκείνος, θυμάται τους παλιούς που λέγανε πως μπορεί να περίμεναν και δυο και τρεις βδομάδες για να μπορέσουν να περάσουν στην άλλη όχθη. Στα μέσα του 19ου αιώνα αποφάσισαν να το φτιάξουν μόνοι τους. Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια, ενάμισης αιώνας. Η ιστορία και ο θρύλος μπερδεύονται γλυκά στα στόματα των ανθρώπων. Οι αφηγήσεις θυμίζουν ηπειρώτικο παραμύθι.
Αν δεν ξέρεις πως οι παλιοί μαστόροι θεωρούσαν το ασπράδι θαυμάσιο συγκολλητικό υλικό θα παραξενευτείς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το γεφύρι που θα έβγαζε τα δυτικά Τζουμέρκα από την απομόνωση ένωσε τους κατοίκους όλων των χωριών στην κοινή προσπάθεια. Οι κάτοικοι των Αγνάντων, κεφαλοχωρίου της περιοχής, έκοψαν δέντρα και πρόσφεραν ξυλεία από τα δάση τους, δοκάρια και σανίδια. Οι κάτοικοι της Σχωρέτσαινας (σήμερα Καταρράκτης) πρόσφεραν αβγά και μαλλί που τα χρησιμοποιούσαν οι μαστόροι για να ενισχύουν τα κονιάματα. Οι κάτοικοι των άλλων χωριών, των μικρότερων, κουβαλούσαν πέτρες. Άλλοι έφτιαχναν ασβέστη. Έτσι άρχισε και τέλειωσε ένα σπουδαίο έργο.

Οι στοιχιωμένοι
Οι αφηγήσεις δεν σταματούν εδώ. Ακούω πάλι το γνωστό μοτίβο που έχει περάσει στη συλλογική μνήμη ως βίωμα και ακούγεται σε δεκάδες παραλλαγές του τραγουδιού για το μεγάλο γεφύρι της Άρτας: «Αν δεν στοιχειώσετ’ άνθρωπο γιοφύρι δεν στεριώνει…» Και το γιοφύρι της Πλάκας πως στέριωσε; Κι εδώ μιλούν για στοιχειωμένους ανθρώπους. Ένας Τούρκος που περνούσε, μια άρρωστη κοπέλα από γειτονικό χωριό, κάποιος τέλος πάντων, αλλά όχι «του πρωτομάστορα η όμορφη γυναίκα», γιατί εδώ τον πρωτομάστορα τον ξέρουν όλοι. Ονομαζόταν Κώστας Μπέκας και ήταν από ένα κοντινό μαστοροχώρι, από τα Πράμαντα. Τα γεγονότα δεν είναι τόσο μακρινά, μόλις εκατόν πενήντα χρόνια έχουν περάσει. Επομένως, μένουν ακόμη σαν μακρινές αναμνήσεις στον ελκυστικό κόσμο των αφηγήσεων. Μπορεί να μην ειπώθηκε ποτέ πως είδε κάποιος να χτίζουν ανθρώπους στα θεμέλια αλλά η παράδοση είναι τόσο ισχυρή στην Ελλάδα (και σε άλλες γειτονικές χώρες) που το χτίσιμο μιας γέφυρας θεωρείται αδιανόητο χωρίς θυσία ανθρώπου.

Πλησιάζοντας στα μαστοροχώρια των Τζουμέρκων αναρωτιόμουν πόσες ζωές πέρασαν με την έγνοια του αδιάκοπου ταξιδιού. Μαστόροι της πέτρας οι άνθρωποι που ρίζωσαν στα ψηλά ηπειρώτικα Βουνά, χόρτασαν την ξενιτιά και τη στέρηση. Άγναντα, Πράμαντα, Χουλιαράδες, Κτιστάδες, Καταρράκτης, Χριστοί… Αδιάκοπα ταξίδια. Κι αγώνας ατέλειωτος. Η μεγάλη απόφαση πάρθηκε γύρω στο 1860. Αρχικά ανέθεσαν το έργο σε έναν μάστορα από τα χωριά της Κόνιτσας σε συνεργασία με έναν δικό τους. Δούλεψαν με ζήλο, ήθελαν να φτιάξουν μια βολική γέφυρα με χαμηλό τόξο, και ύστερα από λίγο καιρό το έργο είχε τελειώσει. Η μοίρα, όμως, ήθελε να παίξει με την αντοχή των ανθρώπων. Και το παιγνίδι που διάλεξε να παίξει άγγιζε τα όρια του τραγικού. Λέγεται πως όταν έβγαλαν τον ξυλότυπο από το πέτρινο γεφύρι, ακούστηκε ένα φοβερό βουητό. Το γεφύρι είχε σωριαστεί πριν ακόμη προλάβει να περάσει ανθρώπινο πόδι από πάνω. Το έδαφος πάνω στο οποίο είχε θεμελιωθεί δεν ήταν σταθερό.
Όλοι έχουν ακούσει την ιστορία με διάφορες παραλλαγές. Σκέφτομαι πως η παράδοση απηχεί ένα ιστορικό γεγονός μεταπλασμένο. Οι μαστόροι κάνουν κριτική στον παλιό συνάδελφο τους. Λένε πως είχε θεμελιώσει το γεφύρι σε λάθος τόπο.
Και ο Κώστας Μπέκας;
– Α, σπουδαίος μάστορας, λένε. Αν έλειπε αυτός θα ήμασταν χρόνια πίσω.

Η «εκδίκηση»
Ήταν αυτός που έχτισε τη γέφυρα μετά την κατάρρευση της προηγούμενης. Ήταν Σεπτέμβρης του 1866 όταν, ύστερα από δουλειά λίγων μηνών, το έργο ήταν έτοιμο. Αλλά, ποιος μπορούσε να το περάσει; Ποιος εμπιστευόταν να ανεβεί σε τέτοιο ύψος ύστερα από τα γεγονότα του 1863, της χρονιάς που είχε πέσει η προηγούμενη γέφυρα; Ανέβηκε, λένε, πρώτος ο Κώστας Μπέκας… Ξεθάρρεψαν κι άλλοι. Κι από τότε το γεφύρι στέκει αγέρωχο στον ίδιο τόπο. Πέρασαν μέρες δύσκολες. Ο Άραχθος έγινε σύνορο του ελληνικού κράτους. Από το 1881 μέχρι το 1913 η γέφυρα της Πλάκας δεν ένωνε μόνο τα Τζουμέρκα με τον υπόλοιπο κόσμο. Αν και χώριζε δυο κρατικές οντότητες, ένωνε τους εκτός Ελλάδας Έλληνες με την πατρίδα. Πέρασαν κι άλλα χρόνια, ήρθε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ήρθαν κι οι ναζί  στην Ελλάδα. Το αντάρτικο έκανε τα βουνά να αντιλαλούν. Τον Οκτώβρη του 1943 οι Γερμανοί προσπάθησαν να ανατινάξουν τη γέφυρα. Έβαλαν δυναμίτιδα και φιτίλι, το πυροδότησαν, ακούστηκε μια ισχυρή έκρηξη. Αλλά η γέφυρα αποδείχτηκε πιο ισχυρή από το μπαρούτι. Ο Κώστας Μπέκας θα καμάρωνε αν ζούσε. Και θα έπαιρνε εκδίκηση απ’ όσους είχαν τολμήσει να αμφισβητήσουν τα σχέδια του…

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό «explore Nature», Μάρτιος 2009

Advertisements