Οι Πελαργοί

Του Χρήστου Χρηστοβασίλη

Όταν, παιδί μικρό, πήγα στα Γιάννινα, αρχές Μαρτίου σ’ εποχή πώρχονται οι Πελαργοί, απόρεσα ιδόντας για πρώτη φορά πελαργό, που στέκονταν άφοβα στον τοίχο του περιβόλου ενός τζιαμιού.

Συνηθισμένος από το χωριό μου, όπου τα πετεινά του αναστήματος του πελαργού είναι άγρια και σαρκοβόρα και ξεπετούν απάνω στον άχανον αιθέρα, κι’ όταν κάθονται στον προσήλιο ή δίπλα σε κανένα ψοφίμι και τρων έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα για να μην τα ζυγώσει και τα πυροβόληση κανένας κυνηγός, μώκανε κατάπληξη να βλέπω ένα τέτοιο μεγάλο πετούμενο με πορτοκαλιά ψηλά ποδάρια και πορτοκαλί μακριά μύτη και ρώτησα την μάννα μου, που μ’ είχε μαζί της απάνω στο μουλάρι.
– Τι αητός είν’ αυτός μάννα; Γιατί δεν έχομε και μεις τέτοιους αητούς στο χωριό μας;
– Δεν είναι αετός (μου απάντησε η μάννα μου αξιωματικά)… είναι λέλεκας.
-Λέλεκας!!!
Είπα ακούοντας για πρώτη φορά αυτό τ’ όνομα και την ξαναρώτησα.
– Τρώγεται; Πως δεν τους σκοτώνουν τους λελεκάδες και τους αφήνουν να περπατούν έτσι μέσα στες αυλές;
– Θεός φυλάξοι, παιδί μου. Δεν τρώγεται. Είναι τουρκοπούλλι. Έρχεται αυτές τες μέρες, κάθε χρόνο, έμπα Μαρτίου, σαν τα χελιδόνια, τα τριγώνια, τα κουκάλογα και τους κούκους και φεύγει αρχές Αυγούστου να ξαναπάει στην αραπιά του, απ’ όπου κι’ έρχεται.

Μου απήντησε η μάννα μου σοβαρά. Εκείνην την στιγμήν ένας Τούρκος, ντυμένος ασιατικά φορέματα, σαν χότζας, μ’ άσπρο σαρίκι στο κεφάλι, κρατώντας στα χέρια του μικρού σφαχτού πλεμόνι, στάθηκε μπροστά στον πελαργό, από δέκα βήματα μακρυά και τον χαιρέτησε, σαν να είταν άνθρωπος το πετούμενο.
– Καλημέρα, Μπαμπά. Καλώς μας κόπιασες!
Ο πελαργός έκανε κάποια κίνηση ή στροφή του λαιμού του ή του κεφαλιού του, που την πήρα εγώ ως απάντηση στον χαιρετισμό του Τούρκου, τέτοια απάνω-κάτω:
– Καλή σου ημέρα και καλώς σ’ ηύρα.
Ο Τούρκος εξακολούθησε την ομιλία του με τον πελαργό.
– Πώς τα πέρασες Μπαμπά στο ταξίδι;
Άλλη πάλι κίνηση του λαιμού και κεφαλιού του ο πελαργός, ως νομιζόμενη απάντηση, σαν να ειπούμε:
– Πολύ καλά ευχαριστώ.
Κι’ ο Τούρκος εξακολούθησε τες ερώτησες του προς τον πελαργό.
– Είδες τον Κιαμπέ του Περχαμπερη;
Άλλη πάλι στροφή του κεφαλιού και της μύτης του ο πελαργός, προς ικανοποίηση του Τούρκου, σαν να του απαντούσε.
– Τον είδα! τον είδα! Μπορούσα να μην τον ιδώ; Τότε ο Τούρκος μη έχοντας, φαίνεται, να ρωτήσει άλλα τον πελαργό, του πέταξε το πλεμόνι λέγοντας του.
–  Και του χρόνου, Μπαμπά, ίνσιαλλαχ να σε καλοδεχτούμε με γεια και με χαρά…

Ο πελαργός άρπαξε το πλεμόνι με την συνηθισμένη του προφύλαξη, και πέταξε θριαμβευτικά προς ένα δένδρο στον περίβολο του τζιαμιού προς μεγάλη ευχαρίστηση του φιλάνθρωπου Τούρκου.
Άρχισα πάλε να ρωτάω την μάννα μου, που νόμιζα πολύξερη.
– Κατάλαβε, μάννα ο λέλεκας τι του είπε ο Τούρκος;
– Οι Τούρκοι νομίζουν ότι τους καταλαβαίνουν τα λελέκια, όταν τους μιλούν γιατ’ είναι δικά τους πουλιά.
– Πως δεν τα σκοτώνουν τα λελέκια, μάννα, για να τα φαν, και πως δεν τα πιάνουν για να τάχουν; Πως ήθελα να πιάναμαν κανένα και να το παίρναμαν στο χωριό μας…
–  Τι λες αυτού παιδάκι μου; Σ’ αφήνουν οι Τούρκοι να σκοτώσεις το πουλί τους ή να το πιάσεις; Σε πιάνουν και σε σφάζουν, σαν τ’ αρνί, ή το λιγότερο σε βάνουν φυλακή μες στα μπουντρούμια του Κάστρου…
Μου απάντησε σοβαρά η μάννα μου κι’ εγώ θλιβόμουν το καημένο το παιδάκι που δεν μπορούσα να πιάσω ένα λελέκι και να το πάγω στο χωριό μου να το δείξω σαν κάτι θαυμαστό στα ομόηλικά μου τα παιδιά, που δεν είχαν πάγει ακόμα αυτά στα Γιάννινα και δεν ήξεραν τι εστί πολιτεία, κάστρο, λίμνη, βάρκες, σεράι, μεγάλα κι’ όμορφα σπίτια με γυαλιά στα παραθύρια, μεγάλες εκκλησιές τζιαμιά και… λελέκια! Αλλά θλιβόμουν πλειότερο, που μου είχε πει η μάννα μου, ότι το λελέκι, που έμαθα αργότερα ότι λέγεται ελληνικά «πελαργός» ήταν τουρκοπούλι! Κι’ έλεγα μέσα μου.
– Αχ! Γιατί ένα τέτοιο ώμορφο και μεγάλο πετούμενο νάναι τουρκοπούλι και να μην είναι ρωμιοπούλι;
Και θλιβόμουν και θλιβόμουν, γιατί από την πρώτη στιγμή, που τον γνώρισα, τον πελαργό, τον συμπάθησα, κι’ όταν πήγαινα άλλες φορές στα Γιάννινα κι’ έβλεπα πελαργό νε πετάει, ή να φωλιάζει, ή να περπατάει στα τούρκικα τα νεκροταφεία, μ’ εκείνο το βασιλικό περπάτημα, ή να κρακρακίζη, κρα κρα κρα κραααααά γοητευόμουν και νόμιζα ότι αυτό το πετεινό είχε κάτι ανθρώπινο μέσα του.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε. Το παιδάκι, που αγαπούσε τόσο πολύ τον πελαργό στα Γιάννινα, έγινε παλικάρι, τέλειωσε τες εγκύκλιες σπουδές του και μια μέρα ταξίδεψε για την Θεσσαλία ως… πολιτικός εξόριστος…
Όταν έφτασα για πρώτη φορά στα Τρίκαλα -ήταν Απρίλης, καρδιά της Άνοιξης- μώκανε εντύπωση η πληθώρα των πελαργών εκεί πέρα. Εκατοντάδες πετούσαν προς όλες τες διευθύνσες, ή στέκονταν στες στέγες των τζιαμιών και των σπιτιών, κι’ έδιναν πανηγυρική χροιά στην πανηγυρικώτατη μορφή, της μυρωμένης, λουλουδοστολισμένης, μυριόχρωμης, κατάχλωρης και καταπράσινης Άνοιξης. Όλη η Θεσσαλία πολιτείες και χωριά, γεμάτη πελαργούς. Ξύπνησαν μέσα μου όλες οι παιδικές αναμνήσες για τους πελαργούς και δεν χόρταινα να τους βλέπω.
– Έχετε πολλούς πελαργούς εδώ στη Θεσσαλία… Είπα μια μέρα σ’ έναν φίλον μου Θεσσαλόν χωρικόν, τον μακαρίτη τώρα Θανάσην Καλιώρα, από το χωριό Μεσδάνι.
– Δυστυχώς (μου απάντησε θλιβερά) έχουμε πάρα πολλούς φέτους!
– Και γιατί δυστυχώς (τον ρώτησα). Τους έχετε σε κακό;
– Γιατ’ είν’ π’λλί, (μου απάντησε), που προυμαντεύει του καλό της αντίχριστης Τουρκιάς, όταν είνη πλησμουνή απ’ αυτούς και του κακό της, όταν είνη έλλειψη. Όταν εδώ και τρία χρόνια, ήταν να κυρηχτή ο πόλεμος της Ρουσσίας και της Τουρκίας αριά και πού ήγληπης πελαργό, λες και τους είχε κουλλήσει κακό θανατικό τσοι πελαργοί. Τώρα ξανάρχισε να πληθιαίνη του καταραμένου του ‘πλλί, που θα πη
ότι δεν θάχουμε κη φέτος ελληνικό. Πάλι θα την φάει κι’ αυτήν την χρονιά η αντίχριστος ο Τούρκος, στην δυστυχισμένη την Θεσσαλία!
– Τι λες, αυτού, κυρ-Θανάση! (του είπα). Μην τα πιστέψεις αυτά… Είναι λόγια των αγραμμάτων!!!
– Αυτό λεν τα σημάδια (μου απάντησε) κη δεν ακούου ηγώ τα λόγια ησάς των γραμματισμένουν…
Άρχισα να παραπείθωμαι ότι κάποια μυστική δύναμη επενεργεί ώστε να υπάρχει σχέση μεταξύ Τούρκων και πελαργών, γιατί κι’ οι εφημερίδες παρουσίαζαν ως απελπιστική την θέση του ηπειροθεσσαλικού ζητήματος, κι’ όμως, άμα έβλεπα πελαργό, ματαπηδούσα αμέσως στα παιδικά μου χρόνια, και στες πρώτες μου εντύπωσες και συμπάθειες και μου φαίνονταν ότι άκουα τα λόγια, που μούχε πρωτοειπεί η μάννα μου για τα μακρολαίμικα, μακρόποδα και μακρομύ-τικα αυτά πετούμενα.
Πέρασε και δεύτερη χρονιά στην Θεσσαλία με πελαργούς πολλούς και με Τούρκους και Τουρκιά. Πέρασε και τρίτη με πλειότερους ακόμα πελαργούς, αλλά κατά τον Αύγουστο, που είχαν φύγει οι πελαργοί (1881) έφυγαν οι Τούρκοι κι’ ο Ελληνικός στρατός, μ’ αρχηγόν τον Στρατηγόν Σκαρλάτον Σούτσον, μπήκε στην Καρδίτσα κι’ ύστερα κατέλαβε όλην την Θεσσαλίαν.
– Τα είδες, κυρ-Θανάση (είπα στον φίλον μου τον Καλιώρα τον εχτρό των πελαργών). Άδικα τους συκοφάντησες τους καημένους τους πελαργούς.
– Βάνουμε ένα στοίχημα (μου είπε) ότι δεν θα ξαναπατήσουν πλειό οι πελαργοί σου στην Θεσσαλία, αφού έφυγαν απ’ εδώ οι Τούρκοι; Μάθε, αγόρι μου, με τα πολλά τα γράμματα, ότι οι πελαργοί δεν πατούν σε χριστιανικό Βασίλειο! Είταν πελαργοί κη στη Λαμία, μολογούν, όταν είταν κι’ εκεί Τούρκικο αλλ’ αφόντας ξηπαστρεύτηκαν απ’ ηκεί οι Τουρκοι και πάτησαν κατά διαβόλου μάννα, δεν ξανάρθαν κι’ οι πελαργοί… Βάνουμε στοίχημα, λέου; Σου βαστάει;
– Βάνομε…
Του απάντησα και τον άλλον χρόνον (1882) κέρδισα το στοίχημα, γιατί ξανάρθαν οι πελαργοί στην Θεσσαλία, αν κι’ είχε φύγει πλεια η Τουρκιά απ’ εκεί.
Εκείνην όμως την χρονιά (1882) οι στρατιώτες οι Παλιολλαδίτες, όσοι έβλεπαν για πρώτη φορά πελαργούς, τους ντουφέκιζαν και τους σκότωναν, νομίζοντας ότι τρώγονταν ή κι’ από απλή περιέργεια, γιατί το πουλί, που πετάει στον αέρα, είναι ένα μυστήριο για τον άνθρωπο, και προσπαθεί να το κατάκτηση. Αλλά μ’ όλην αυτήν την καταδίωξη, οι πελαργοί εξακολουθούν ευτυχώς νάρχονται στην Θεσσαλία. Λέγω «ευτυχώς» γιατί είναι από τα ευεργετικώτατα πετεινά του τόπου μας.

Ο Πελαργός είναι ένα από τα νοητότερα πετεινά, πώχει πλάσει η Δημιουργία.
Ζει ζευγαρωμένος με μια πελαργίνα μόνον, όπως η τρίγωνα, το χελιδόνι κι’ άλλα φιλόζυγα πουλιά, κι’ αυτό νομίζω είναι μια τρανή απόδειξη ότι δεν έχει καμιά σχέση με τους Τούρκους, που παίρνουν και σαράντα γυναίκες, αν θέλουν. Όταν συμβεί να χηρέψει ο πελαργός, μένει μοναχός του, αν δεν βρει άλλο ταίρι, χηρεμένο βέβαια, γιατί δεν χωράει διαζύγιο στους πελαργούς, όπως στους ανθρώπους. Έχει πολύ ανεπτυγμένο το αίστημα της πατρίδας, της συζυγικής αλληλεγγύης, της συζυγικής τιμής, και της φωλιάς του, ήτοι της εστίας του. Είναι ευεργετικότατος στη γεωργία κι’ εν γένει στην ανθρωπότητα, γιατί καταστρέφει πλήθος βλαπτικά έντομα, ζώα κι’ ερπετά, φίδια, γκουστουρίτσες, ακρίδες, ποντικούς κι’ άλλα, που τα χρησιμοποιεί για τροφή του. Του είναι τόσο μεγάλη η ανάμνηση της πατρίδας του και μάλιστα της φωλιάς του, ώστε το ζευγάρι των πελαργών που φεύγει φέτος π.χ. από την φωλιά τους πούναι στα Γιάννινα, και πάει στην Αραπιά, όπως πιστεύει ο Ελληνικός λαός, ή στες χώρες, που βρίσκονται στην ζώνα των πηγών του Νείλου, όπως βεβαιώνουν οι φυσιοδίφες, θα ξαναγυρίσει του χρόνου στα Γιάννινα και στην ίδια του την φωλιά κι’ όχι αλλού, ή σ’ άλλη φωλιά, ξένη, κι’ αν τυχόν βρει χαλασμένη την φωλιά του, την ξαναφκιάνει.

Οι πελαργοί φεύγουν από τον τόπο μας το δεύτερο δεκαήμερο του Αυγούστου κι’ έρχονται το δεύτερο δεκαήμερο του Μαρτίου. Κάθονται, δηλαδή στον τόπο μας πέντε μήνες σωστούς, κι’ αν λάβωμε για πατρίδα τον τόπο, που γεννιέται κι’ ανατρέφεται κανείς, οι πελαργοί είναι ελληνικά πετεινά, τέκνα του τόπου μας κι’ εν γένει της δικής μας της ανατολής, γιατί τους βλέπουμε να γεννιούνται στην πατρίδα μας, και στην πατρίδα μας ν’ ανατρέφονται, και το μόνο, που μας χωρίζει τοπικώς από τους πελαργούς, ή καλλίτρα «πατριδικώς», είναι ότι δεν ρίχνουν τα κόκαλα τους στην πατρίδα μας, αλλά πεθαίνουν εκεί κάτω στην Αφρική, στες σπηλιές του Νείλου, στο ξεχειμαδειό τους. Γιατί δεν βλέπομε ποτέ στον τόπο μας πτώμα πελαργού από φυσικόν θάνατον. Ίσως όμως οι γηρασμένοι πελαργοί να μην πεθαίνουν στα καλά καθούμενα στες πηγές του Νείλου, αλλά να παραδίδουν την τελευταία τους πνοή στα μάκρυνα ταξείδια, που κάνουν δυο φορές τον χρόνο πηγαινοερχόμενοι, πέφτοντας στην θάλασσα. Δεν είναι γνωστό πόσες μέρες κάνουν για το κάθε τους ταξίδι, ούτε και πόσα χρόνια ζει ένας πελαργός. Φαίνεται όμως ότι δεν θα ζει πολύ, γιατί είναι πολύτοκος, δηλ. δεν κάνη μόνον δυο αυγά, όπως άλλα ζευγαρωτά πουλιά, τρυγόνες, αητοί κ.λπ. και τα πολύτοκα, λέγουν, δεν ζουν πολλά χρόνια. Ο Πελαργός είναι πολύτοκος, γεννάει τέσσερα αυγά ως τα μέσα του Απριλίου, κι’ ως τα μέσα του Μαγιού τα βγάζει πουλάκια.

Ο πελαργός στήνει τη φωλιά του σ’ ανήσκιωτο και πολύ στέριο μέρος, ψηλά σε κατάλληλους κορμούς δέντρων, σε στεγασμένους καπνοδόχους σπιτιών, σε ψηλούς μοναχικούς τοίχους, πάντα όμως σε μέρη, που να μην είναι δυνατόν να κρύβονται από τον ήλιο, και νάναι το λιγότερο δέκα μέτρα επάνω από την επιφάνειαν της γης. Είναι πολύ ηλιόφιλο πετεινό και δεν πάει ποτέ στην σκιά, ούτε και κατά τα ηλιοβόρια του θερτιού, του Αλωναριού και του Αυγούστου. Είναι κι’ ανθρωπόφιλο, γιατί δεν στήνει την φωλιά του παρά σε πολιτείες και χωριά, και ποτέ σ’ ακατοίκητα μέρη, κατασκευάζοντας την, από ένα φόρτωμα κλαδόξυλα και ράκη ώστε βλέποντας την κανείς, νομίζει ότι είναι φωλιά μεγάλου φτερωτού θεριού κι’ όχι του ειρηνικότατου πελαργού!
Κατά την κατασκευήν ή επισκευή της φωλιάς οι δυό σύζυγοι, πελαργός και πελαργίνα, εργάζονται μαζί μέσα στη φωλιά ή έξω πολύ κοντά στην φωλιά αν δεν είναι τελειωμένη με τρυφερότητα, που θα την ζήλευαν και τα πλειό αγαπημένα νιόπαντρα αντρόγυνα του ανθρωπίνου κόσμου. Το ίδιο και κατά την αυγοτοκία, μαζί πλάι-πλάι, άλλ’ άμα αρχίσει ο κλώσσος των αυγών, ο πελαργός, όταν δεν έχει δουλειά, και την νύχτα και την ημέρα στέκεται ορθός, άγρυπνος φύλακας, στο κοντινότερο κατάλληλο μέρος, έξω από την φωλιά, για να την προφυλάει προπάντων από τον βοριά ή άλλον δυνατόν άνεμο, που φυσάει, ενώ η πελαργίνα σκεπάζει όλην την φωλιά με το σώμα της και κλωσάει. Δεν υπάρχει, ή το σωστότερο δεν εκδηλώνεται σ’ άλλο πλάσμα, λογικό ή άλογο, η ιερή αφοσίωση, που εκδηλώνει ο πελαργός στην πελαργίνα του, όταν βρίσκεται αυτή στα μητρικά καθήκοντα του κλώσου και της διατροφής των νεοσσών της. Κατά το διάστημα του κλώσου δεν κουνιέται καθόλου η πελαργίνα νύχτα-μέρα από την φωλιά της και λείπει μόνον μιά ή δυό φορές την ημέρα, όταν πετάει στα νερά να βρει τροφή τίποτε βατράχια και να πιει νερό. Κατά την απουσία της, που δεν διαρκεί πλειότερο από πεντέξη λεφτά της ώρας, την αντικατασταίνει στην φωλιά ο σύζυγος πελαργός. Πολύ συχνά, κατά το διάστημα, που βρίσκεται η πελαργίνα στον κλώσο, θρέφεται κι’ από τον αγαπημένο της σύζυγο. Της φέρει φιδάκια, γκουστερίτσες, βατράχια ακρίδες, ποντίκια και μόνον νερό δεν μπορεί να της φέρει. Το ίδιο την περιποιείται και την υπηρετεί για λίγες μέρες, όταν βγαίνουν τα πελαργόπουλα από τ’ αυγά, γιατί βγαίνουν άφτερα και γυμνά, κατάγυμνα.
Αλλ’ όταν πιάσουν τα πελαργόπουλα φτερά, βγαίνει ταχτικά η πελαργίνα στο κυνήγι και για τον εαυτό της και για τα μικρά της, σ’ όλο όμως αυτό το διάστημα, ο πελαργός μένει ακοίμητος φρουρός και της φωλιάς και των πουλιών, κι’ όταν έρχεται εκείνη από κυνήγι, φέροντας πάντα στην μακριά της μύτη κάποιο θήραμα, τότε πετάει κι’ αυτός για κυνήγι και για τον εαυτό του, και για την οικογένεια του, σαν καλός πατέρας και καλός σύζυγος.
Όταν τα πελαργόπουλα αποχτήσουν ολόκληρο το φτερωμά τους, μεγαλώσουν αρκετά, και δεν έχουν ανάγκη από τες μητρικές φτερούγες, η πελαργίνα βγαίνει από την φωλιά, για νάχουν πλειότερο ευρυχωρία αυτά, και τα προστατεύει με το μητρικό της μάτι.

Άξια μεγάλης προσοχής είναι η καθαριότητα, που διατηρεί στην φωλιά η πελαργίνα, που μπορούσε να την ζηλέψει και η καλύτερη μητέρα. Όταν τα πελαργόπουλα είναι μικρά, δέχεται τα αφοδεύματά τους με την μύτη της, κι’ όταν μεγαλώσουν κομμάτι, την ώρα που αυτά «έχουν την φυσική τους ανάγκη», τα στρέφει με τον πισινό τους προς τα έξω της φωλιάς κι’ έτσι πέφτουν κάτω τ’ αφοδεύματά, χωρίς να λερώνεται η φωλιά.
Τα πελαργόπουλα καθώς και οι πελαργοί δεν έχουν κανένα ενδεικτικό να διακρίνεται το γένος τους, ποιο είναι αρσενικό και ποιο είναι θηλυκό στα μάτια των ανθρώπων.
Όταν το ζευγάρι των γονέων πελαργών εννοήσει ότι κοντοζυγώνει η ημέρα που θα πετάξουν τα μικρά τους, αρχίζουν να τους λιγοστεύουν την τροφή, και τέλος θα την πάψουν. Τότε αυτά μένουν μιά ή δυο ημέρες νηστικά, ενώ αυτοί οι δυο, πελαργός και πελαργίνα στέκουν έξω από την φωλιά χορτασμένοι και προσποιούνται τον αδιάφορο, ή ξεπετούν και ξαναγυρίζουν γρήγορα, κι’ αυτά παρακινούμενα άλλο από το ένστικτο τους, που είναι πετεινά, κι’ άλλο από την πείνα, την μεγάλη και αναπότρεπτη κινητήρια δύναμη όλου του κράτους της ζωής, επιχειρούν το θανατικό – ας πούμε πήδημα, από την φωλιά ένα-ένα, πρώτα τ’ αρσενικά, φαίνεται, ως ζωηρότερα και δυνατότερα, κι’ ύστερα τα θηλυκά, γιατί όπως είπαμε παραπάνω δε γνωρίζεται από το εξωτερικό τους το γένος τους για να το βεβαιώσουμε αυτό. Εννοείται ότι τα βοηθούν κι’ οι γονέοι τους στα πρώτα τους φτερουγίσματα, κι’ αν είναι στο ανάστημα τους τόσο ψηλά όσο οι γονέοι τους, γνωρίζονται ότι είναι νεοσσοί μόνον από το δειλό τους φτερούγισμα κι’ από την μύτη τους και τα ποδάρια τους, που είναι σταχτιά στο χρώμα κι’ όχι πορτοκαλιά σαν των μεγάλων πελαργών.
Ύστερα από είκοσι εικοσιπέντε μέρες, από το πρώτο φτερούγισμα των νεοσσών, δηλαδή κατά τες είκοσι Αυγούστου, παιδιά και γονέοι πελαργοί αρχίζουν να συνάζονται πανηγυρικά δυο-τρία δειλινά στη σειρά σ’ ένα ορισμένο μέρος, σαν για να συσκεφτούν, και τ’ ακόλουθο πρωί, μόλις χάραξη, κάνουν φτερά κοπαδιαστά, όλα μαζί για το χειμαδιό τους. Λέγουν ότι πρώτα πιάνουν τες αχτές,της Μικρασίας, κι’ ύστερα αχτή-αχτή φτάνουν στη Συρία, απ’ εκεί στην Μεσοποταμία, στην Αραβία, περνούν στην Ερυθρά Θάλασσα, πιάνουν τον Νείλο κι’-ύστερα τον Νείλο-Νείλο και φτάνουν στο χειμαδιό τους, ήτοι στες πηγές του Νείλου.

Αυτή είναι η ιστορία του αγαπημένου μου του πελαργού, που σας τον παρουσίασα πρώτα-πρώτα ως λελέκι και τουρκοπούλι, ύστερα ως σύζυγον, ως γονιόν, ως συμπατριώτη μας, και τέλος ως ωφέλιμον στην γεωργία και στην ανθρωπότητα. Τώρα θα σας τον παρουσιάσω κι’ υπό μιαν άλλην ιδιότητα καθαρά ανθρωπινή, μ’ ένα σκληρό ανδρικό ελάττωμα.
Ο αρσενικός είναι Οθέλος με φτερά κι’ η πελαργίνα φτερωτή Δυσδαιμόνα. Είδα ένα πελαργικό δράμα με τα μάτια μου κι’ ό,τι θα σας ιστορήσω σ’ αυτό το κεφάλαιο είναι καθαρή αλήθεια κι’ όχι διηγηματικό επινόημα.
Ακούστε λοιπόν!
Όταν ήμουνα στα Τρίκαλα, χρόνια ύστερα από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας καθόμουν σ’ ένα σπίτι, πούχε στην αυλή του μια πελώρια μελικοκιά με μια πελαργοφωλιά στην πρώτη ντιχαλωσιά της. Η μελικοκιά είναι ευκολαναίβατη κι’ ο υπηρέτης μου, μια στιγμή πώλειπαν κι’ οι δυο οι πελαργοί στον κυνήγι τους, πήρε ένα χηναύγο, ανέβηκε στην πελαργοφωλιά και τ’ αντάλλαξε μ’ ένα πελαργαύγο έχοντας δυο σκοπούς στο νου του, πρώτα να βάλει το πελαργαύγο, να το κλωσήσει η χήνα και ν’ απόκτηση πελαργοπούλι και δεύτερο να ιδή αν το πουλί που θάβγαινε από το χηναύγο στην πελαργοφωλά, ανατρεφόμενο με τα πελαργοπούλια, θ’ ακολουθούσε τους πελαργούς, ή θα πήγαινε με τες χήνες.
Σε λίγες μέρες άρχισε το κλώσσημα κι’ επακολούθησαν το βγάλσιμο των πουλιών, κι’ ανάμεσα στα πελαργόπουλα, όπως και περιμένονταν ξεφύτρωσε ένα χηνόπουλο! Φαίνεται ότι η πελαργίνα δεν φανέρωσε το πράγμα αμέσως, αλλ’ όταν αυτή σηκώθηκε και πήγε για λίγα λεφτά της ώρας να πιει νερό και να κυνηγήσει τροφή για τον εαυτό της, και παραστάθηκε ο πελαργός ως φύλακας της φωλιάς με τα μικρά, κατάλαβε το παρείσαχτο γένος στο σπίτι του, κι’ άρχισε να κουνιέται σύσσωμος, σαν δαιμονισμένος. Σ’ αυτό επάνω ήρθε και η δύστυχη πελαργίνα! Μόλις την είδε ο Οθέλος πελαργός, άρπαξε το χηνόπουλο με το μυτόστομά του και της τώβαλε στα μάτια της κι’ έκανε σαν να την ρωτούσε. – Τ’ είν’ αυτή η ατιμία που μώκανες άπιστη: Ύστερα αφήνοντας το χηνόπουλο στην φωλιά με τους άλλους νεοσσούς, έφυγε και γύρισε πίσω ύστερα από ώρα, συνοδευόμενος από καμιά τριανταριά-σαρανταριά πελαργούς. Τότε αυτός έδιωξε την Δυσδαιμόνα-πελαργίνα με δυνατά και σκληρά ραμφίσματα, άρπαξε πάλε το χηνόπουλο με το μυτόστομά του και το περίφερε ως σώμα του εγκλήματος σ’ όλους τους άλλους πελαργούς, που στέκονταν άλλοι στα κλωνάρια της μελικοκκιάς, άλλοι στους τοίχους της αυλής, κι’ άλλοι στο παρακείμενο χωράφι, κι’ ύστερα το κατακομμάτιασε, βοηθούμενος κι’ από δυο τρεις άλλους πελαργούς, ενώ η δύστυχη πελαργίνα στέκονταν απ’ έξω από την φωλιά τρεμάμενη. Ύστερα απ’ αυτό σηκώθηκαν όλοι οι πελαργοί και την εξανάγκασαν μ’ άσπλαχνα ραμφίσματα να τους ακολουθήσει βάνοντας την στη μέση της συντροφιάς τους, κι’ έτσι πήγαν και στάθηκαν σ’ ένα χωράφι έξω από την πόλη, όπου εσχημάτισαν έναν κύκλο και τοποθέτησαν στη μέση του κύκλου την νομιζόμενη ένοχη συζυγικής απιστίας κι’ άρχισαν να την δικάζουν κουνώντας όλοι τους λαιμούς και τα κεφάλια τους, σαν να μιλούσαν και να διασκέφτονταν. Τότε εσχημάτισα την ιδέα ότι, όπως οι κωφάλαλοι μαθαίνουν να συνεννοούνται και να διαβάζουν με σημεία, έτσι κι’ οι πελαργοί με κινήματα του λαιμού τους και του κεφαλιού τους, κινούνται και διασκέφτονται.
Μώρχονταν να πάγω και να μπω στη μέση για να τους ειπώ ότι είναι αθώα-αθωότατη η πελαργίνα, σαν την Δυσδαιμόνα, κι’ ότι όλην αυτήν την συκοφαντία και ραδιουργία την είχε σκαρώσει ως άλλος Τάγος ο υπηρέτης μου, άλλα ποιος απ’ αυτούς θα εννοούσε την γλώσσαν μου;

Δεν είχα τελειώσει αυτήν την σκέψη, όταν οι πελαργοί τέλειωσαν την διάσκεψη τους και εκτέλεσαν στην στιγμή την απόφαση τους, ήτοι ρίχτηκαν από απάνω στην καταδίκη και την έκαναν κομμάτια με τα μυτοστόματά τους, και της σκόρπισαν τα μέλη και τα φτερά.
Γυρίζοντας στο σπίτι επέπληξα πικρά τον υπηρέτη μου, για τάδικο, πούχε κάνει στην καημένη τη πελαργίνα και του σύστησα να μην το ξανακάνει αυτό, γιατ’ είναι πολύ μεγάλη αμαρτία!

Advertisements