Τα οχυρά του Μπιζανίου

Του Σπύρου Μελά

…Αλλά τι ήταν ακριβώς το Μπιζάνι, αυτό το Μπιζάνι που γίνηκε θρύλος κι απέμεινε αξέχαστη σελίδα στην πολεμική ιστορία της εποχής; Έτσι ονομάστηκε, από ένα ύψωμα που λέγεται Μπιζάνι, ολάκερο το τότε φρούριο που είχαν οι Τούρκοι συγκροτήσει στα Γιάννενα, μ’ άλλα λόγια ένα μεγάλο περιχαρακωμένο στρατόπεδο, με περίμετρο πενήντα χιλιομέτρων. Αυτή την περίμετρο αποτελούν υψώματα, φτιασμένα, λες, από τη φύση για την πολεμική άμυνα της τοποθεσίας και πάνω σ’ αυτά τα υψώματα κάθονταν συγκροτήματα πολυβολείων και χαρακωμάτων πεζικού, που υπεράσπιζαν και απόκλειαν όλους τους δρόμους από την ύπαιθρο προς τα Γιάννενα, γιατί το ένα υποστήριζε δυνατά το άλλο.

Οι Τούρκοι αμέσως μετά τον πόλεμο του ενενηνταεφτά, προβλέποντας ότι θα είχαν αργότερα κι άλλον πόλεμο με την Ελλάδα, είχαν αρχίσει να φροντίζουν για την οχύρωση της πρωτεύουσας της Ηπείρου σύμφωνα με σχέδια Γερμανών αξιωματικών. Το δε παράξενο κι εντελώς απίστευτο είναι, ότι εμείς οι Έλληνες όχι μόνο δεν είχαμε δώσει καμιά προσοχή σ’ αυτό, αλλά κι επιτρέπαμε να στέλνουν μυστηριωδώς έμποροι μεγάλα φορτία τσιμέντο από τον Πειραιά στη Πρέβεζα που προορίζονταν γι’ αυτά τα οχυρωματικά έργα!

Απ’ αυτά το πιο γνωστό και ονομαστό είναι το Μπιζάνι, σε δώδεκα χιλιόμετρα απόσταση από τα Γιάννενα και νοτιοανατολικά από τη λίμνη. Αποτελείται από τρία διαδοχικά υψώματα, στο ύψος του Λυκαβηττού, αλλά το καθένα σε μεγαλύτερη έκταση απ’ αυτόν και συνεχόμενα. Η οχύρωση του συγκροτήματος είχε γίνει με τον ακόλουθο τρόπο: Το πρώτο ύψωμα, το προς τα Γιάννενα, είχε οχυρωθεί με δυό πυροβολεία που το καθένα είχε από τέσσερα πεδινά κανόνια Κρούπ. Αυτά τα κανόνια, πού δέσποζαν πάνω στο δρόμο τής Πρέβεζας προς τα Γιάννενα, υποστήριζαν συνάμα κι ένα άλλο οχυρό που ήτανε νοτιοδυτικά: το λεγόμενο φρούριο του Αγίου Νικόλαου.

Το δεύτερο ύψωμα, που ήτανε και το κυρίως Μπιζάνι, είχε πέντε πυροβολεία, με τριανταέξη κανόνια βαριά και πεδινά εκστρατείας, που δέσποζαν πάνω σ’ όλο τον κάμπο της Ηπειρώτικης πρωτεύουσας, ακόμα και πάνω στην Αετοράχη όπου ο ελληνικός στρατός είχε βάλει πόδι, όπως είδαμε. Αυτά τα πυροβολεία ήτανε στο βουνό, σε βάθος πέντε ως έξη μέτρα- είχανε σκάψει το βράχο – και μοναχά οι αστραπές των κανονιών φαίνονταν κάθε φορά πού πυροβολούσαν. Απάνω από τα πυροβολεία είχαν επιχωματώσεις από δυο ίσαμε τρία μέτρα, που ήτανε κατάφυτες από άγριους θάμνους, αφημένους επίτηδες από καιρό, για να βλαστήσουν. Κι αυτό δυνάμωνε πολύ την εντύπωση πως το φρούριο ήταν έργο φυσικό και όχι τεχνικό.

Στο μεσημβρινό μέρος του ήταν ένας δρόμος που σχημάτιζε τρίγωνο, που τέλειωνε, μ΄ άλλα λόγια, σε τρία διαφορετικά σημεία. Από το βόρειο σημείο άρχιζε υπόγειος δρόμος που τέλειωνε στο μεσημβρινό μέρος της λίμνης, ακριβώς στη θέση τη λεγόμενη Κατσίκα. Κι από τις δυό άλλες γωνιές έφευγαν άλλοι δυό υπόγειοι δρόμοι, για να μπαίνουν απ’ αυτούς όσοι δούλευαν στα πυροβολεία. Έτσι δε φαινότανε καθόλου από που γινόταν η εξυπηρέτηση του φρουρίου ή πως μπαίναν οι άντρες στα πυροβολεία. Αμέσως έπειτα απ’ αυτό το ύψωμα ερχόταν ένα τρίτο -το τελευταίο του συγκροτήματος αυτού- που δέσποζε πάνω στο ύψωμα της Αετοράχης και των Πεστών. Από την Αετοράχη ως το Μπιζάνι υπάρχουν χωματοβούνια χαμηλά χωρίς δέντρα, που το πυροβολείο αυτό τάχει όλα κάτω από τις μπούκες των κανονιών του. Ένα μεγάλο μέρος του συγκροτήματος αυτού ήταν περιζωσμένο με σιδερένιους πασσάλους και συρματόπλεγμα.

Μετά το Μπιζάνι ερχότανε δεύτερο σ’ οχυρωματική σημασία το συγκρότημα της Σαντοβίτσας, μ’ ένα πυροβολείο από έξη κανόνια. Στα βορειοδυτικά της Σαντοβίτσας, πάνω στο λόφο Στραβολάκας, ήτανε δεύτερο πυροβολείο μ’ εννιά κανόνια, που δέσποζαν απάνω στο δρόμο πούρχεται από τους Φιλιάτες για τα Γιάννενα. Αυτό το πυροβολείο έβλεπε κατά τα Γραμμενοχώρια και το Ραδοτόπι, σ’ όλο τον κάμπο, ίσα με το χωριό Πρωτόπαπα.
Δυτικά από τη Σαντοβίτσα, στο λόφο Μάντρα, με μικρή απόκλιση κατά το Νοτιά, ήτανε άλλο πυροβολείο μ’ έξη κανόνια. Και, τέλος, πάνω στο λόφο Πουρνό, στα Νοτιοδυτικά της Σαντοβίτσας, άλλο ένα πυροβολείο, πούβλεπε κατά τη ρεματιά Μόκου και δέσποζε πάνω σ’ ένα πέρασμα που βρίσκεται εκεί. Το συγκρότημα της Σαντοβίτσας είχε στο σύνολο του εικοσιένα κανόνια, τέσσερις αποθήκες υλικού, σαν αυτές που είχε και το Μπιζάνι, σε μέρη αθέατα και δυό μεγάλες στέρνες για τα νερά της βροχής.

Το μοναστήρι Δουρούτης ή Περιστέρα είχε κι αυτό πυροβολείο μ’ εννιά κανόνια και τέσσερα μυδραλιοβόλα. Μπροστά από τα πυροβολεία, σε διακόσα μέτρα απόσταση, βρισκότανε μεγάλη τάφρος, ενάμιση χιλιόμετρο μάκρος, πούφτανε ως τη Ραψίστα,
για το πεζικό και μπορούσε να σκεπάσει δύο τάγματα. Είχε και δυό αποθήκες υλικού.
Έξω απ’ αυτά τα πυροβολεία υπήρχαν άλλα τέσσερα, στο Γαρδίκι και στο Ζοντίλι, για τριαντατρία κανόνια και μπρος απ’ αυτά τάφρος προς το δημόσιο δρόμο που πάει στα Γιάννενα. Αυτά είχανε κι έξη αποθήκες υλικού πολέμου και δεξαμενή ρωμαϊκής εποχής. Το μοναστήρι της Καστρίτσας είχε δυό πυροβολεία για δώδεκα ορεινά κανόνια, τέσσερις αποθήκες και δυό δεξαμενές. Το νησί, στη λίμνη, στα Γιάννενα, είχε ένα πυροβολείο με δυό κανόνια προς το Δρίσκο και το Μιτσκαλέ. Και, τέλος, στο Πέραμα ήταν ένα: πυροβολείο με δυό κανόνια. Σ’ όλο το Μπιζάνι και τους γύρω λόφους, μ’ άλλα λόγια, ήτανε στημένα εκατόν εννιά κανόνια. Και το στρατηγείο του Εσάτ πασά βρισκότανε στον Αι Γιάννη, μισή ώρα έξω από τα Γιάννενα.

Απ’ όλ’ αυτά τα πυροβολεία και τις θέσεις, η Μάντρα, που ανάφερα παραπάνω, είχε πατηθεί, πολύ πριν από τη γενική επίθεση, από ένα τάγμα του συντάγματος των Κρητικών, με τον ταγματάρχη Ρήγα που πληγώθηκε βαριά και το λοχαγό Σαλταμπάση που σκοτώθηκε. Η Μάντρα βρίσκεται σ’ απόσταση πεντακοσίων ως εξακοσίων μέτρων από το Μπιζάνι κι έχει έκταση ενός τετραγωνικού χιλιόμετρου. Ήτανε δε – όπως λέει και τ’ όνομα της- περιζωσμένη με τείχος ενάμιση μέτρο ψηλό. Αυτό το ύψωμα, πριν οι Τούρκοι προλάβουν να στήσουν εκεί τα κανόνια τους, το κρητικό τάγμα, που είχε όλους σχεδόν τους φοιτητές και σπουδαστές του ηρωικού νησιού, το πήρε με τη λόγχη στις 3 του Δεκέμβρη. Αλλά δέχτηκε φοβερές ομοβροντίες από το Μπιζάνι κι αντεπιθέσεις πεζικού επί εφτά μερόνυχτα. Από τους χίλιους τρακόσους εβδομήντα του άντρες έμειναν στο τέλος μονάχα τετρακόσοι πενηνταεφτά και δεν έχασαν το ύψωμα, παρά μονάχα όταν όλοι τους οι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί πέσανε μέχρις ενός και μείνανε δεκατισμένοι κι ακυβέρνητοι. Αυτός ήταν ο πρόλογος της εποποιίας του Μπιζανιού.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Σπύρου Μελά «Οι πόλεμοι 1912-1913»

Advertisements