Το Φυλακτό μου

Του Κώστα Κρυστάλλη

– Έλα, του λέω του βλαχόπουλου, να πάρουμε από μιαν αγκαλιά. Παραπάνου, σαν βρούμε και τίποτε φρύγανα, ανάβουμε λίγη φωτιά και ζεσταινόμαστε. Φορτωμένοι με τα ξύλα, ακολουθάμε τον ανήφορο πάλι. Παραπάνου σε μια πλαγιά βρίσκομε μπροστά μας μια καλαμένια χαλασμένη καλύβα.

– Να τα φρύγανα! φώναξα με χαρά κι αφήνοντας χάμου τα ξύλα εχύθηκα απάνου τους. Μ’ εβοήθησε κι ο σύντροφος μου. Τραβώντας χεριές χεριές τα ξηρά τα καλάμια ματώναμε, κατακόβοντας τα δάχτυλα μας.
Μέσ’ στο πλάγι μας ξανοίγουμε σ’ ολίγο κι άλλον από καλάμια φραγμό, πιο μεγάλον. Σιμώνουμε και βλέπουμε ακέρια μάντρα. Και με τα χέρια που απλώνουμε στα καλάμια της, ακούμε από μέσα χτύπημα κουδουνιού. Μονομιάς τότε μας κυκλώνουν με τα γαυγίσματα τέσσερα φοβερά μαντρόσκυλα. Επέσαμε σε στάνη. Δεν επρόφτακα να ειπώ και μας ετρόμαξαν μέσ’ στο σκοτάδι άγριες φωνές ανθρώπου όπου έσπρωχνε καταπάνου μας τα σκυλιά. Να και μια άλλη καλύβα παρέκει ξεφύτρωσε μέσ’ στα σκότα. Εγώ κι ο σύντροφος μου μαρμαρωθήκαμε ολόρθοι. Τα σκυλιά όσο πήγαινε μας εσίμωναν. Βγάζω κι εγώ στερνά το πιστόλι μου και φωνάζω του άγριου εκείνου αφέντη τους να τα μαυλίση.
– Τι είστε; ρωτάει αυτός.
–  Άνθρωποι καλοί, τ’ αποκρίνομαι.
– Μη με ζυγώνετε, λέει, γιατί σας σκοτώνω! Κι άρχιζε να φωνάζει: Κλέφτες!… Κλέφτες!… Κι ετίναξε στον αγέρα μια βροντερή τουφεκιά. Άλλοι τρεις ξεπετάχτηκαν τότε από το καλύβι. Ύστερ’ από χίλια λόγια γλυκά, που βγήκαν από το στόμα μας μισοκομμένα από τον τρόμο και το κρύο, εστάθηκε βολετό, να μας σιμώσει με το καλό.

Στην καλύβα του μέσα εβρήκαμε κι άλλους τέτοιους βοσκούς όλους παλικαράδες ως εκεί απάνου, λεβέντες από είκοσι ως εικοσιπέντε χρονών, νευρωμένους, χοντρούς, κόκκινους κόκκινους, χειροδύναμους, με κάτι στήθια λάσια και πλατιά και στοιχειωμένα σαν δράκων.
Είχαν μαζί κι ένα γέροντα. Άρχισε ο γέρος να μας ρωτά πούθ’ ερχόμαστε και πως επέσαμε τέτοιαν ώρα στη στάνη τους.
Με κάτι επινοήσεις και νόστιμα ψέματα, τους έκαμα να πιστέψουν πως είμαστε κάλοι άνθρωποι που εχάσαμε τον δρόμο κι όχι κλέφτες που μας είχαν πάρει στο πρώτο. Η καλύβα ήτον καμωμένη από καλάμια κι απ’ άχυρα, στρογγυλή, σουρλωτή, μεγαλούτσικη. Στη μέση της έλαμπε φωτιά τρανή και γύρα εκαθόταν οι πιστικοί. Μας έκαμαν τόπο κι εμάς, ένας απ’ αυτούς έριξε στη φωτιά δυο τρεις αγκαλιές ξηρά κοντόκλαρα και αναδόθηκε μια ξαφνική λάμψη μπροστά μας. Ζεσταθήκαμε για καλά. Ο σύντροφος μου ναρκώθηκε απ’ τη φωτιά τόσο, που αποκοιμήθηκε. Εγώ με κατακόκκινα τα μάτια απ’ την αγρύπνια κι απ’ το αγρίεμα, ακουρμαίνομαν τους βοσκούς που μολογούσαν παραμύθια για βασιλιάδες, για όμορφες βοσκοπούλες, για στοιχειά, για δράκους, για αντρειωμένους γιους. Ύστερα επέσανε στη Γέννηση του Χριστού και είπαν τες ιστορίες των καλλικάντζαρων. Έτσι μας επήρε η χαραυγή.
Ο Βοριάς ακόμα δεν είχε ξεπέσει. Εφύσαε και εμούγγριζε, άκουα, σαν το στοιχειό. Το γλυκοχάραμα ασπρογάλιασε στες κορφές των βουνών. Εξύπνησε κι ο σύντροφος μου, οι πιστικοί άρχισαν τ’ άρμεγμα των κοπαδιών στες στρούγγες. Τους αφήκαμε γεια κι εφύγαμε.

Ο δρόμος μας πάντοτε ανήφορος, πάντα μονοπάτι κι ερημιά. Διαβήκαμε χιλιάδες πάλι ρεματιές και φυλλώματα. Περάσαμε και σ’ ένα χωριό μέσα. Ξημερώματα πλια και κανένας άνθρωπος του δεν είχε ξυπνήσει. Τα παραθυράκια των μικρών του σπιτιών ήσαν όλα κατάκλειστα. Από τούτο κατάλαβα πόσο έξυπνοι κι εργατικοί θα ‘ναι οι κάτοικοι του χωριού εκείνου.
Στους χαρβαλωμένους κι άφτιαστους δρόμους του τρέχαν ακόμα τα ρέματα της βροχής της περασμένης Παρασκευής. Κάπου-κάπου το στόλιζαν και κάτι δεντράκια που τα παράδερνε ακόμα ο βοριάς. Μα, βρε αδερφέ, ούτε φωνή ορνιθιού να μη ακούσουμε στο ρημαγμένο αυτό χωριό;…

Κατάραχα στο βουνό μάς έπιακε ο ήλιος, εγιόμισαν με τις αχτίδες του και με το φως του τα βουνά κ’ οι λαγκαδιές κ’ οι κάμποι και τότε ξάστερα πλια τα χωριά όλα του κάμπου κάτω φάνηκαν, που τη νύχτα την περασμένη ήταν θαμμένα μέσ’ στα σκοτάδια. Είδα απ’ εκεί την αγαπημένη μου χώρα γεμάτη ήλιο και κάπου-κάπου ανταριασμένη από την πρωινή καταχνιά της λίμνης. ‘Ερριξα κατ’ αυτή στερνή ματιά, πνιγμένη στα δάκρυα κι έγειρα γρήγορα σαν τρελός στην κορφή. Στον κατήφορο του βουνού όταν γύρισα κατά πίσω τα μάτια μου, δεν εφαίνονταν πλια… Πατρίδα μου φτωχή, γλυκεία πατρίδα! Ποιος ξέρει αν πάλι θα σε ξαναϊδώ!…
Κι ο κατήφορος έρμος, χωρίς δρόμο, κακότοπος, γεμάτος γκρεμνούς και δάση. Κατεβήκαμε ωστόσο στο ποτάμι κάτω. Το γεφύρι του το φύλαγαν τούρκοι και περάσαμε εμείς παραπάνω στο ρέμα του μέσα. Το νερό του μας πήγε ως τη μέση. Ήταν κατεβασμένο από τες βροχές και θολό σαν το αίμα. Πέρ’ απ’ το ποτάμ’ σηκώνονται μεσουρανίς τα ξακουσμένα κλεφτοβούνια. Τη μέρα εκείνη τα χιόνια έφταναν ως τη ρίζα τους. Οι κορφές τους ήταν γεμάτες μπόρες και σύγνεφα. Οι πάγοι τους λαμποκοπούσαν σαν χιλιάδες καθρέφτες στις αχτίδες του ζεστού ήλιου. Σ’ όλα τα μέρη τους βασίλευε ερμιά και νεκρίλα βαθειά. Πάνε τα πρόβατα με τα λαμπρά τα κουδούνια τους, πάν’ οι πιστικοί με τες γλυκείες τους φλογέρες κ’ οι βλαχοπούλες με τα χαριτωμένα του καλοκαιριού τραγούδια τους. Πάνε κ’ οι κλέφτες με τα ασημένια τ’ άρματα και τσαπράζια τους.

Είχαν κατεβή όλοι στα χαμηλώματα, στα ζεστά χειμαδιά, στους ταπεινούς κάμπους, είχαν απαριάσει τα περήφανα τα βουνά όλοι στες κακοκαιρίες του χειμώνα. Ο δρόμος εδώθε κι απάνω όλος γκρεμνούς και στεφάνια και ραϊδιά, όλος χιόνια και παγωνιές…
Κι ανήφορος, πάντ’ ανήφορος. Κάποτε-κάποτε μέσα στα χιόνια ακούγαμε βαρύ ποδοβολητό, κι άξαφνα βλέπαμε να περνάνε μπροστά μας μπουλούκια ακέρια αγριογούρουνα σκάφτοντας με τα πόδια και με τα ρουθούνια τους τα βαθιά χιόνια. Πουλί δεν εφτερούγιζε, δεν ετετέριζε πουθενά… Καταμεσήμερα εσώσαμε τον ανήφορο και θα παίρναμε το ίσωμα, πλαγιά. Βρήκαμε και μια βρύση. Γιοματίσαμ’ εδώ, ξαπλωθήκαμε σαν τ’ αγρίμια στο προσήλιο κι επήραμε ύπνο ως το βασίλεμα.
Θέλησα να καθρεφτιστώ στα κρυσταλλένια της βρυσούλας νερά. Πόσες όμορφες τάχα χωριατοπούλες με γλυκό γλυκό χαμόγελο ν’ αγναντεύουν το καλοκαίρι τα χρυσά κάλλη τους στα ίδια νερά! Η δική μου μορφή ήταν παράξενη. Είχε αγριέψει το πρόσωπο μου, και τυλιγμένος με τα μάλλινα εκείνα φορέματα από το κεφάλι ως τα πόδια, έμοιαζα τους βουνήσιους, τ’ αγρίμια εκείνα που δεν έχουνε πέσει ποτέ σε κόσμο μέσα. Και όμως πόσες φορές η βρυσούλ’ αυτή μ’ έχει ποτίσει με το νερό της τ’ αθάνατο το καλοκαίρι! Πόσες φορές μ’ έβλεπε ν’ ανεβαίνω τραγουδώντας τα κλεφτοβούνια και να περνώ χαρωπός το ποτάμι με τες πλατανοσκέπαστες τις οχτιές, που μ’ εμάγευαν και μ’ αποπλανούσαν τ’ αηδόνια και τα κοτσύφια της άνοιξης!
Τώρ’ αληθινά ούτε και θα με γνώρισε η βρύση, αφού κι ο ίδιος εγώ δεν γνώρισα τη μορφή μου στα νερά της μέσα. Με το σούρπωμα ξαναρχίσαμε πάλι το δρόμο μας. Είχε συγνεφιάσει ο ουρανός πάλι. Τη νύχτα έπιασε χιόνι ως τα μεσάνυχτα πυκνό και παχύ, από κει και πέρα αριό και ψιλό. Οι ίδιες κακοτοπιές, τα ίδια χαλάσματα, οι ίδιες λαχτάρες.

Κατά τα σύνορα πέρα τα ελληνικά, πολύ μακριά, ξανοίγαμε κάποτε ένα φως, που ετρεμόλαμπε κόκκινο και μικρό, σαν αστέρι. Άλλον καιρό τες ίδιες νύχτες ένα αστέρι λαμπρό τ’ ουρανού οδηγούσε τους Μάγους στην κατοικία που γεννιόταν ο Χριστός μας. Τ’ αστέρι τούτο της γης οδηγούσεν εμένα τώρα στο χώμα το ελεύθερο.
Δεν ήταν ούτε νερόμυλου φως, ούτε πύργος αφεντικού σε χωριό ραγιάδων, ούτε καντήλα ερημοκλησιού, ούτε φωτιά καλυβιού αγροτικού, που ν’ αγρύπναε μέσα του η φαμίλια του φτωχού ζευγολάτη ακαρτερώντας την αυγούλα των Χριστουγέννων. Ήταν φως ελληνικού σταθμού. Περπατήσαμε κατ’ αυτό. Κι ώσπου να το φτάσουμε μας πήρε το ξημέρωμα.
Ξημέρωναν τα Χριστούγεννα! Είχε πάψει το χιόνι. Από μια ραχούλα πέρα χιονισμένη, ερχόταν ένας γλυκός γλυκός μακρινός αντίλαλος καμπάνας μοναστηριού, που εκάλναε στον όρθρο τους χριστιανούς. Αναστέναξα μια φορά βαριά-βαριά σαν να ‘βγαζα μέσ’ στα στήθια μου καμιά μυλόπετρα που επλάκωνε την έρμη μου την καρδιά. Ξαλάφρωσα. Έγειρα γονατισμένος κατά το μέρος που ερχόταν ο αντίλαλος της καμπάνας κι έκαμα το σταυρό μου με τέτοιο ράγισμα κάργας, οπού ποτέ άλλη φορά δεν το αιστάνθηκα μέσα μου. Έσκυψα ύστερα κατά γης κι εφίλησα με πόνο το ελεύθερο, τ’ αγιασμένο χώμα και το πότισαμε ποτάμια από δάκρυα. Όλο εκείνο το ράγισμα της καρδιάς κι όλα τα δάκρυα ήταν για μένα ένα άγιασμα, μια μεταλαβιά, που μου διναν καινούρια δύναμη, πλατύτερη καρδιά για να βαστάξω την πίκρα και την καταφρόνια της ξενιτιάς, τη στέρηση της κατακαημένης πατρίδας μου. Πέντε παιδιά χωριατόπουλα διάβαιναν μπροστά μας και πήγαιναν απ’ ένα χωριό σ’ άλλο για να πουν τα Καλημέρα. Στον σταθμό απάνω οι ευζώνοι τα ‘βαλαν και τραγούδησαν. Έφτανε ως εμάς κάτω ο αντίλαλος του αχού τους και κομμάτια του τραγουδιού τους!… Έτσι εγλύτωσα.

Τρία χρόνια πέρασαν από τότε. Όμως ακόμα ανατριχιάζω και λαχταρώ σαν θυμάμαι το φοβερό εκείνο ταξίδι. Σαν απίστευτο μο ‘ρχεται ότι ο ίδιος εγώ πέρασα τες κακοτοπιές και τα σκοτάδια του, ότι εμένα έδειραν οι ανεμονυχτιές του οι άγριες. Νομίζω πως σ’ όνειρο το ‘δα. Νομίζω σαν να το εδιάβασα μέσα σε ιστορίες παλιές των πρώτων χρόνων του χριστιανισμού. Εκεί στες σκλαβωμένες χώρες, στα χώματα τα κακοπατημένα, τέτοιες άγριες και σκοτεινές ανεμονυχτιές είναι συνηθισμένες σ’ εμάς τους σκλάβους ακόμα, τους καταφρονεμένους ραγιάδες.
Κάθε Σαββατόβραδο τώρα μέσ’ στα σκοτάδια του σπιτιού μου, σε μια γωνιά λάμπει το γλυκύτατο φως του καντηλιού που ανάβω στο μικρό εικόνισμα του Νεομάρτυρα του Αϊ-Γιώργη. Είναι ακριβό δώρο της όμορφης κι αγαθής κόρης, είν’ ιερή ενθύμηση της πολυστέναχτης της πατρίδας μου, είναι… το Φυλαχτό μου.

Advertisements