Η Μάχη της Γκραμπάλας (8 Νοεμβρίου 1940)

Του Παντελή Θ. Παπαγεωργίου

Από τις 2 του Νοέμβρη 1940 βρισκόμουνα με το λόχο μου στο ύψωμα της Γκραμπάλας. Η φρούρηση του υψώματος είχε ανατεθεί στο 1ο λόχο του 1ου Τάγματος του 15ου Συντάγματος με λοχαγό τον μόνιμο υπο/γό Βασιλά και τον 3ο λόχο του ίδιου τάγματος με λοχαγό τον μόνιμο υπ/γό Στίπα.

Ο 1ος λόχος του Βασιλά φρουρούσε το δεξί ύψωμα της Γκραμπάλας όπως κοιτάμε προς την Αλβανία προς το μέρος της Αρίστης και ο λόχος του Στίπα το αριστερό προς το Καλπάκι που ήταν και ψηλότερο και είχε και χαρακώματα. Οι μέρες και οι νύχτες περνούσαν με βομβαρδισμούς του Ιταλικού Πυροβολικού κατά διαστήματα και αναγνωρίσεις από τα αεροπλάνα. Οι μέρες και νύχτες ήταν πολύ δύσκολες, νερό δεν υπήρχε, γαλέτα και κεφαλοτύρι πολύ αλμυρό ήταν το φαγητό της ημέρας. Το μόνο καλό που είχαμε και μας ευχαριστούσε κάπως, ας πούμε ήταν που δεν έσκαγαν τα 70-80% από τις Ιταλικές οβίδες και ακούγονταν από τους στρατιώτες μας «από το ίδιο το κιβώτιο νάναι οι οβίδες».

Ξημέρωσε η 8η του Νοέμβρη. Πυκνή αντάρα σκέπασε το ύψωμα και σιγά σιγά άρχισε να ψιλοβρέχει. Το απόγευμα στις 4 η ώρα με κάλεσε ο λοχαγός μου στο πίσω μέρος του υψώματος που ήταν ένα ψευτοκαταφύγιο που χωρούσε μονάχα δυό άτομα από το κεφάλι μέχρι τα γόνατα. Μπροστά από το καταφύγιο ήταν σκορπισμένες καμιά 20σαριά βαρέλες από τον Ελαφότοπο που μας έφερναν νερό με τα ζώα τη νύχτα. Φάγαμε κάτι πρόχειρο που είχε ο λοχαγός μου. Τώρα να πας στη Διμοιρία σου μου είπε γιατί σήμερα δε μας χτύπησαν οι Ιταλοί με το πυροβολικό, ήταν μεγάλη ησυχία και φοβάμαι μη μας κάνουν τίποτε τη νύχτα. Καληνύχτισα το λοχαγό και πήγα στη Διμοιρία μου. Είχε σουρουπώσει, η αντάρα και ψιλή βροχή συνέχιζαν. Έβαλα σε κάθε ομάδα τους διπλοσκουπούς και κοντά τον έναν στον άλλο και γύρισα όλους τους άνδρες της Διμοιρίας μου προς το μέρος των Ιταλών για να αποφύγω το πυροβολικό και να μην αιφνιδιαστώ. Τυλίχτηκα με το αντίσκηνο μου άναψα το τσιγάρο και περίμενα όπως όλοι. Η βροχή χτυπούσε το αντίσκηνο σα να με νανούριζε. Πέρασε αρκετή ώρα. Παντού απλώνονταν νεκρική ησυχία και καμιά κίνηση στο μέτωπο των Ιταλών δεν φαίνονταν. Την ησυχία αυτή τη διέκοψε ένα αλτ του σκοπού από το λόχον του Στίπα Στη συνέχεια: «στα όπλα» φώναξαν οι άλλοι σκοποί, μερικοί πυροβολισμοί μια ιταλικιά χειροβομβίδα και μετά ησυχία. Πήραμε αμέσως θέσεις μάχης και περιμέναμε. Σε λίγο ακούω τη φωνή του λοχαγού μου να με φωνάξει. Τρέχω προς το μέρος του, τον βρίσκω και μου λέγει. Οι Ιταλοί ανέβηκαν στην κορυφή του λόχου του Στίπα, οι στρατιώτες αιφνιδιάστηκαν και γύρισαν όλοι προς τα πίσω. Πάρε μια ομάδα από τη Διμοιρία σου να βρούμε και τον Στίπα να επιτεθούμε τώρα που είναι γρήγορα, πριν ανεβούν πολλοί Ιταλοί. Βρήκαμε το Στίπα και μερικούς στρατιώτες και ξεκινήσαμε για την κορυφή. Το πυκνό σκοτάδι, η αντάρα η ψιλή βροχή μας βοήθησαν να πλησιάσουμε αρκετά τους λίγους Ιταλούς που έριχναν μέσα από τα χαρακώματα κατά καιρούς με ατομικά όπλα. Αρχίσαμε να φωνάζουμε αέρα να τουφεκάμε προς το μέρος των Ιταλών και να προχωρούμε. Φθάσαμε στην κορυφή χωρίς να καταλάβουμε. Οι Ιταλοί είχαν φύγει. Ο λοχαγός μου μίλησε με του Στίπα, του είπε να κατεβάσει τους σκοπούς κάτω από τα χαρακώματα για να μην αιφνιδιάζονται και να προσέχουν γιατί η νύχτα ήταν πονηρή. Φωνάζαμε όμως δυνατά και οι Ιταλοί ήταν κάτω από μας και άκουγαν τα ονόματα μας.

Γυρίσαμε με το λοχαγό μου και πήγε ο καθένας στη θέση του. Πέρασε αρκετή ώρα. Τα ζώα με το φαγητό δεν φαίνονταν. Πάλι στην κορυφή του Στίπα ακούστηκε δυνατή η φωνή του σκοπού δύο φορές Αλτ. Αλτ στα όπλααα. Πυροβολισμοί, χειροβομβίδες, φωνές και πάλι ησυχία. Φαίνεται ότι την πρώτη φορά είχε ανεβεί μια ιταλικιά ομάδα για ανίχνευση, τώρα τη δεύτερη φορά ήταν ανεβασμένη μια Ιταλικιά Διμοιρία ως εμπροσθοφυλακή. Ο λόχος του Στίπα είχε διαλυθεί. Στη στιγμή βρέθηκε πάλι στη Διμοιρία μου ο λοχαγός λέγοντας. Την κορυφή του Στίπα την κατέλαβαν πάλι οι Ιταλοί, γρήγορα την ομάδα σου και πάμε. Μαζί με σκορπισμένους στρατιώτες του Στίπα και τον ίδιο άρχισε πάλι αντεπίθεση μας προς την κορυφή. Το γνωστό σύνθημα αέρα επάνω τους παιδιά και τους πιάσαμε. Τα πράγματα ήταν διαφορετικά, γιατί οι Ιταλοί μας πετούσαν χειροβομβίδες και τα τρία αυτόματα των Ιταλών έβαζαν συνέχεια. Καθώς προχωρούσαμε ο λοχίας Γιάννης Παππάς με μερικούς στρατιώτες προχώρησε προς τα πλάγια από το μέρος που ανέβηκαν οι Ιταλοί ταμπουρώθηκε σε κάτι βράχια μικρά και έβαζε προς την κορυφή. Οι Ιταλοί νόμισαν πως τους κυκλώσαμε και υποχώρησαν αμέσως, ο λοχίας τους κατάλαβε και μας φώναξε. Ανεβήκαμε στην κορυφή. Εκεί βρήκαμε τον πρώτο Ιταλό νεκρό φορτωμένο με τρεις μικρούς γελιούς με πυρομαχικά, χειροβομβίδες και τρόφιμα. Τότε ο Στίπας άναψε το φακό του, έβγαλε το πιστόλι του, έσκυψε προς τον Ιταλό λέγοντας «άτιμε τόλμησες να πατήσεις το πάτριον έδαφος, η Θεία δίκη σε ετιμώρησε, ψόφα εδώ πάνω και πάλι οι δυό λοχαγοί συζήτησαν και ο ίδιος ο λοχαγός μου Βασιλάς κατέβασε τους στρατιώτες του Στίπα κάτω από τα χαρακώματα και τους είπε οι Ιταλοί θα ξανάρθουν θα τους ακούσετε και θα τους αρχίσετε το τουφεκίδι αμέσως και σιγά σιγά θα γυρίσετε στο χαράκωμα να τους περιμένετε. Ο Στίπας και οι Διμοιρίτες του συγκέντρωσαν αρκετούς στρατιώτες και παρατάχτηκαν κανονικά. Γυρίσαμε με το λοχαγό μας στις θέσεις μας. Η βροχή και η αντάρα συνέχιζαν.

Από τα δυό μέτωπα ήταν μεγάλη ησυχία. Οι μεν Ιταλοί περίμεναν και παρακολουθούσαν τη νυχτερινή τους επίθεση για να δουν το αποτέλεσμα, οι δε δικοί μας, επειδή δεν υπήρχε κανένα μέσο επικοινωνίας δεν μπορούσαν να μας βοηθήσουν, έστω και ηθικά. Είχαν φθάσει πια μεσάνυχτα. Από το αριστερό μέρος της Γκραμπάλας από το δικό μας ακούστηκε η φωνή κάποιου στρατιώτη, έρχονται τα ζώα με το συσσίτιο, κάποια ανακούφιση ένοιωσαν οι στρατιώτες μας και ξετυλίχθηκαν από τα αντίσκηνα τους και σηκώθηκαν όρθιοι. Την ώρα ακριβώς που τα ζώα έφθασαν στην κορυφή και το καθένα θα πήγαινε για τη Διμοιρία ακούστηκαν συνεχόμενα. Αλτ! φωνές στα όπλα, μετά πυροβολισμοί, συνέχεια φωνές των στρατιωτών μας που γύριζαν προς τα πίσω και μετά ιταλικές χειροβομβίδες αυτόματα όπλα, οπλοπολυβόλα, πολυβόλα με σφαίρες τροχιοδεικτικές έκαναν το αριστερό της Γκραμπάλας να λάμπει.

Συνέχεια ακούονταν ιταλικές φωνές «βίβα Ντούτσε, βίβα Μουσολίνι, βίβα τ’ Ιταλία». Δυο πράσινες φωτοβολίδες ιταλικές στόλισαν το αριστερό μέρος της Γκραμπάλας μαζί με τις πολύχρωμες σφαίρες των αυτομάτων και των φωτεινών χειροβομβίδων. Οι φωτοβολίδες ασφαλώς φανέρωναν για τους Ιταλούς ότι ο αντικειμενικός σκοπός καταλήφθηκε και οι Ιταλοί πανηγύριζαν. Αυτά παρακολουθούσαμε με το λοχαγό μου προς το μέρος της Διμοιρίας μου, ακούστηκε η φωνή του σκοπού μου στα όπλα, αμέσως χειροβομβίδες δικές μας πυροβολισμοί και ησυχία πάλι. Όπως φάνηκε το πρωί ένας Ιταλός ανθ/γός που βρέθηκε νεκρός ή από φόβο ξέφυγε από τον όγκο των Ιταλών ή ήταν μπροστά από το τμήμα του και σκοτώθηκε και οι άλλοι Ιταλοί γύρισαν πίσω. Ξεκινήσαμε πάλι με το λοχαγό μου με μια ομάδα δική μου και με μερικούς άνδρες του Στίπα και λίγους στρατιώτες του μηχανικού που είχαν έλθει για να φτιάσουν καταφύγια και χαρακώματα, για την κορυφή. Τα πράγματα πολύ δύσκολα. Το σκοτάδι, η αντάρα, η βροχή και το φωτεινό τόξο γύρω από τους Ιταλούς από τις χειροβομβίδες που έριχναν και τρυπούσαν οι πολύχρωμες σφαίρες έκαναν τους στρατιώτες μας να μην προχωρούν. Μάταια προσπαθούσαμε να τους παρασύρουμε προς την κορυφή. Το βίβα Ντούτσε, βίβα τ’ Ιτάλια ακουόταν καθαρά, κάποτε προς την πλευρά τη δική μας ακούστηκαν φωνές δικές μας και τρία οπλοπολυβόλα έβαλαν προς την κορυφή που ήταν οι Ιταλοί. Οι σφαίρες περνούσαν πάνω από τα κεφάλια μας. Ήταν ο Ανθ/γός Σαρρής που είχε έλθει με τη Διμοιρία του για βοήθεια χωρίς να γνωρίζει ότι εμείς βρισκόμαστε κάτω από τους Ιταλούς και πάνω από αυτόν. Έγινε η συνεννόηση και αποφασίσαμε έφοδο με εφ’ όλου λόγχη. Η προσπάθεια απέτυχε, γιατί οι πολλές ιταλικές χειροβομβίδες δεν μας άφηναν να πλησιάσουμε. Σε κάποια στιγμή θυμήθηκα τις χειροβομβίδες Μιλς είπα στο λοχαγό μου. Βρήκε σωστή τη γνώμη μου και ο ένας με τον άλλο στρατιώτη μαζέψαμε καμιά δεκαριά. Η αντάρα είχε κάπως αραιώσει και φαίνονταν το μέρος που ήταν στημένα τα οπλοπολυβόλα και πολυβόλα των Ιταλών.

Στη Σχολή των εφέδρων έριχνα 55 μέτρα χειροβομβίδα και μέσα στον κύκλο. Ανέλαβα με το λοχία Παπά και ένα στρατιώτη να πλησιάσουμε λίγο και να τις πετάξουμε. Έτσι και έγινε. Πριν όμως πετάξουμε τη χειροβομβίδα, φωνάξαμε όλοι κάτω για να μη μας χτυπήσουν τα βλήματα. Με τις πρώτες Μιλς που έσκασαν στην κορυφή ακούστηκαν φωνές και κάπως σταμάτησαν οι πολλές ιταλικές χειροβομβίδες. Οι χειροβομβίδες μας είχαν εξαντληθεί και φωνάζαμε για άλλες. Μια κόκκινη ιταλική φωτοβολίδα, διέσχισε το ύψωμα, δεύτερη, τρίτη και ησυχία στην κορυφή όλοι τότε είπαν ότι έφυγαν οι Ιταλοί και να ανέβουμε ο λοχαγός δεν άφησε γιατί φοβήθηκε, μήπως οι Ιταλοί είναι κρυμμένοι και όταν τους πλησιάσουμε μας επιτεθούν με χειροβομβίδες. Όπως προχωρούσαμε μερικοί στρατιώτες είτε από φόβο είτε από το σκοτάδι έγειραν προς το μέρος που ανέβηκαν οι Ιταλοί και όπως έφευγαν οι Ιταλοί έπεσαν πάνω στους στρατιώτες μας, ακούσαμε τότε το Αλτ το δικό μας και συνέχεια: Αλπανέζο Ιταλιάνο κάτι άλλες φωνές, ιταλικές φωνές και μετά ησυχία. Πάλι πυκνή αντάρα σκέπασε το ύψωμα και τότε οι στρατιώτες μας έβαλαν πλάτη με πλάτη και με εφ’ όπου λόγχη κουνούσαν τα όπλα τους στο σκοτάδι. Θελήσαμε να μάθουμε τι έγινε και στρατιώτες μας έλεγαν σε ακούω κε λοχαγέ ή κυρ Ανθ/γέ ή λοχία μη μας πλησιάζεις, περίμενε να φέξει. Αυτό συνέβηκε γιατί οι Ιταλοί φεύγοντας πέσανε επάνω τους και μπερδεύτηκαν. Εκεί χάθηκε και ένας στρατιώτης της Διμοιρίας από την Κρυόβρυση δάσκαλος δεν θυμάμαι το μικρό του το όνομα. Παπάς ήταν το επώνυμο τον πήραν μαζί τους οι Ιταλοί, γιατί δε βρέθηκε νεκρός. Θαμποχάραξε. Η πυκνή αντάρα διαλύονταν σιγά-σιγά. Τα σώματα των στρατιωτών άρχισαν να ξεχωρίζουν σαν μαύρες σκιές, καθώς κουνιόνταν και προχωρούσαν προς την κορυφή. Πρώτος έφθασε ο στρατιώτης της Διμοιρίας μου Ιωάννου. Στην άκρη του χαρακώματος βρήκε ένα Ιταλό τυλιγμένο με το αντίσκηνο του και αμέσως τον τρύπησε πέρα πέρα με την ξιφολόγχη του, πιο πάνω βρήκε ένα ανθ/γό βαριά χτυπημένο, τον άρπαξε από τα μαλλιά, τον τίναξε και πέθανε. Οι άλλοι στρατιώτες φώναζαν χαρούμενοι «έφυγαν-έφυγαν». Ανεβήκαμε όλοι στην κορυφή όταν πετάχτηκαν όρθιοι 5 Ιταλοί με τα χέρια επάνω. Οι στρατιώτες αγριεμένοι από τον αγώνα της νύχτας όρμησαν να τους σκοτώσουν. Φώναξε ο λοχαγός και σταμάτησαν. Τους πλησιάσαμε. Ήταν ο μελανοχίτωνας Ταγματάρχης με αξιωματικούς. Μας έδωσαν τα πιστόλια και τα κιάλια τους. Φωνάξαμε έναν Εβραίο στρατιώτη που ήξερε τα ιταλικά. Ο Ταγματάρχης Ιταλός είπε: Ανήκει στους μελανοχίτωνας και πήρε διαταγή να καταλάβει το ύψωμα πάση θυσία και αν γύριζε ζωντανός πίσω θα τον εκτελούσαν. Είπε ακόμη ότι ήθελε να γνωρίσει κάποιον αξιωματικό Κωστάκη να τον συγχαρεί για την μεγάλη ευστοχία του πυροβολικού. Και πως το ελληνικό πυροβολικό ήταν ο φόβος και ο τρόμος των Ιταλών. Προξένησε μεγάλες απώλειες σε έμψυχο και άψυχο υλικό.

Επίθεση επιχείρησαν και από το δεξί μέρος της Γκραμπάλας από το δρόμο που έρχεται από την Αρίστη. Εκεί όμως ο Διμοιρίτης της Δης Διμοιρίας του 1ου λόχου έφεδρος ανθ/γός Ιωάννου Δημήτριος δάσκαλος τότε, συνταξιούχος βουλευτής σήμερα, είχε πάρει κανονικές θέσεις και απέκρουσε όλες τις επιθέσεις των Ιταλών και προξένησε μεγάλη ζημιά σε έμψυχο υλικό, 15 νεκροί Ιταλοί και αρκετοί αιχμάλωτοι που παραδόθηκαν ένας ένας μόλις έφεξε.
Στην αριστερή κορυφή οι απώλειες των Ιταλών ήταν: 28 νεκροί Ιταλοί μέσα και έξω από τα χαρακώματα. Πολλά πολυβόλα οπλοπολυβόλα αυτόματα τουφέκια, χειροβομβίδες και αμέτρητα φυσίγγια.
Όταν έφεξε καλά, άρχισαν οι Ιταλοί ένας ένας και κατά μικρές ομάδες να παραδίδονται λέγοντας «μπόνο γκρέκο, φινίτο λα γκουέρα» οι απώλειες οι δικές μας ήταν ο στρατιώτης της Διμοιρίας μου που ανέφερα πιο πάνω και τραυματίας ο υποκόμος του λοχαγού Βασιλά. Η μάχη κερδήθηκε με αποτέλεσμα να μην επιχειρήσουν ξανά οι Ιταλοί επίθεση, γιατί αμέσως άρχισε η προέλαση του στρατού μου και υποχώρηση των Ιταλών.

Και λίγα μετά τη μάχη. Οι στρατιώτες μας έκαναν λογοκρισία στα πτώματα των Ιταλών: πανιότες και κονσέρβες αρκετές, συνέχεια φαγοπότι από τους στρατιώτες μας γιατί τα ζώα με το συσσίτιο το δικό μας δεν πρόκαμαν όλα, να έλθουν και ένα μουλάρι μαύρο που το φωνάξαμε γκιόσα με μεγάλη κοιλιά ήταν σκοτωμένο και φορτωμένο με το συσσίτιο και αυτό ήταν της Διμοιρίας μου. Μετά το φαγητό οι στρατιώτες μας από τη δεύτερη λογοκρισία, κυκλοφορούσαν με πιστόλια, ωρολόγια, χρυσαφικά, κοσμήματα και άλλα ατομικά είδη. Στη συνέχεια περιφέρονταν τους νεκρούς Ιταλούς για να βρουν το νούμερο τους στα άρβυλα, γιατί τα δικά μας τα περισσότερα τα είχαμε δεμένα με σύρματα. Έτσι ποδέθηκαν αρκετοί στρατιώτες. Μερικοί άνοιξαν τις κόκκινες ιταλικές χειροβομβίδες, έβγαλαν τον επικρουστήρα, πέταξαν το υλικό που είχαν μέσα και τις έκαναν τσιγαροθήκες. Έφερναν γύρα επάνω στην κορυφή άφοβα και προσέφεραν τσιγάρα παρά τις φωνές μας να καλυφθούν από τον εχθρό, γιατί κινδύνευαν από το πυροβολικό.

Μετά ήλθε ο Ταγματάρχης Αποστολίδης και ο υποδιοικητής του Συντάγματος, αν θυμάμαι καλά, μας αγκάλιαζαν μας φιλούσαν και μας έλεγαν ότι θα προτείνουν στο Σύνταγμα για πολεμικούς σταυρούς κλπ.
Μας ρώτησαν ακόμη τι χατίρι θέλαμε να μας κάνουν. Πήρα το λόγο και τους είπα: Να μας αντικαταστήσουν από τη Γκραμπάλα για να γυρίσουμε στα μετόπισθεν, να φάμε λίγο ζεστό φαγητό, να χορτάσουμε νερό και να κοιμηθούμε στα αντίσκηνα.
Μας απάντησαν: «Σε ποιους άλλους αξιωματικούς θα εμπιστευτούμε τη φρούρηση του υψώματος» αργότερα μας είπαν. Η Γκραμπάλα κρατήθηκε από την παλικαριά του αείμνηστου υπολοχαγού Βασιλά, του Αν/γού Σαρρή, των αξιωματικών και στρατιωτών και των χειροβομβίδων Μιλς. Το βράδυ έφθασε και η διαταγή του μεράρχου Κατσιμήτρου που εξόρκιζε αξιωματικούς και οπλίτας να κρατήσουν τη Γκραμπάλα πάση θυσία και τελείωνε:

«Γκραμπάλα ή θάνατος».

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», τεύχος 223

Advertisements