Οι απορίες του Χριστόδουλου Ζαχαρούλα

Του Μιλτιάδη Οικονομίδη

Ακόμα βούιζαν στ’ αυτιά του μπάρμπα-Χριστόδουλου Ζαχαρούλα, όταν εκάθησε κοντά στο τζάκι, τα λόγια εκείνου του «χαμένου» του Λάζαρου Μήτση: «και τι τάχα έκαμες εσύ στη ζωή σου;» που του επέταξ’ εδώ και λίγη ώρα στο χαγιάτι της εκκλησιάς, σαν τα τσούγκρισε μαζί του για κάποιο χωριανικό ζήτημα.

«- Ακούς, εκεί τι έκαμα!.•. Πως τι έκαμα; Έκαμα, μωρ’ χαμένο κορμί…», έλεγε με το νου του ο μπάρμπα-Χριστόδουλος, έκαμα…» Και θυμωμένος, τώρα με τον ίδιο τον εαυτό του που ακόμα δεν μπορούσε να βρει την πρεπούμενη απάντηση είπε, σα να βιάζονταν να ξεμπερδέψει με αυτό το ενοχλητικό ρώτημα, «Ε! έκαμα τέλος πάντων ό,τι κάνει όλος ο κόσμος στη ζωή του.» Μα η απάντηση δεν τον ικανοποιούσε. Γιατί κι’ ο Λάζαρος που τον έλεγε τώρ’ αυτός «χαμένο κορμί», πάνω-κάτω τα ίδια είχε κάμει, όπως λογάριασε ο μπαρμπα-Χριστόδουλος, και την ίδια απάντηση μπορούσε να του δώκει κι’ εκείνος, αν του έβανε αυτός τέτοιαν ερώτηση.

Είναι αλήθεια ότι κι’ άλλη μια φορά είχε σκεφτεί πάνω σ’ αυτό το ζήτημα ο μπαρμπα-Χριστόδυλος, μα τότε καθησύχασε με τούτο δα: «Ε! τι κάνει όλος ο κόσμος για να κάμω κι’ εγώ; Ποιος ψηλά, ποιος χαμ’λά».
Και θυμάται ότι ελογάριασε τότε το τι είχε κάμει ο Δημήτρη Νικάς, ο Λάμπη Χρήστος, ο Τάκη Περιτέλας που ήταν κι’ οι καλλίτεροι του χωριού και σα βρήκε ότι δεν είχε απομείνει και πολύ πίσω από αυτουνούς, σταμάτησε ως τα εκεί.
Μα τώρα συλλογιέται: «κόσμος όλος» αυτοί οι τρεις-τέσσερις είναι;» Και σαν του πέρασε λίγο ο θυμός, συδαύλισε τη φωτιά που εκόντευε να σβήσει, και είπε: «Μωρ’ αλήθεια για ας λογαριάσω ψίχα τώρα τι έκαμα στη ζωή μου…»

Μια γρήγορη ματιά που έρριξε στα περασμένα, δεν τον εσταμάτησε πουθενά. Όλ’ ασήμαντα «χαμένα», όπως τάλεγε αυτός. Ύστερα θέλησε να τα εξετάσει προσεχτικώτερα.
Άρχισε από τα μικρά του χρόνια.
Ο πατέρας του τον είχε αφήσει ορφανό, μικρόν ακόμα. Για να μάθει κάτι κολυβογράμματα, βασανίστηκε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άξιζαν.
Άμα μεγάλωσε λίγο τον έστειλαν στην Πόλη. Εκεί πάλε είχε καινούρια βάσανα, σα μπακαλάκι που άρχισε το στάδιο του. Χρόνια ακέρια βρίσκονταν, από τη νύχτα ως τη νύχτα, στους δρόμους χειμώνα-καλοκαίρι, γκαραμανιάζοντας: «ο μπακάλης εδώ, το μπακαλάκι εδώ»! για να παίρνει τις παραγγελίες «μια δεκάρα άλας και είκοσι παράδες ζάχαρη» από τις κυράδες του μαχαλά, που δεν εννοούσαν να χαλάσουν το χουζούρι τους, για να παν μοναχές τους στο μαγαζί για να ψουνίσουν και το βράδυ μουσκεμένες πότε από τη βροχή πότε από τον ίδρω, να κοιμάται απάνω στο σκοτεινό πατάρι δίπλα στ’ αδειανά σακκιά, που μύριζαν από σαπούνι, ρύζι ή μπακαλιάρο…
Όταν εμεγάλωσε κάπως, πολύ λίγο καλλιτέρεψε η κατάσταση του. Γένηκε αλήθεια κάλφας στο μπακάλικο, μα μόνο που δε γυρνούσε πλια στους δρόμους και που πήρε χρονιάτικο, λίγα γρόσια παραπάνω. Αυτό μονάχα κέρδισε. Κατά τ’ άλλα, από ζωή, τα ίδια τραβούσε.

Όταν, ύστερ’ από χρόνια, γύρισε στο χωριό ηύρε το σπίτι του κλεισμένο, γιατ’ είχε πεθάνει και η μάνα του, και αφού παντρεύτηκε ξαναγύρισε στην Πόλη αφήνοντας τη γυναίκα του μ’ ένα παιδί στην κοιλιά.
Κατόπι τούρθανε τα πράγματα ανάποδα. Η γυναίκα του αρρώστησε, το παιδί απέθανε, κι’ αυτός εκείνο το ταξίδι, έμεινε στα ξένα δέκα ακέρια χρόνια.
Δεν εκάθησε περισσότερο από ένα χρόνο στο χωριό, γιατί «είχαν πολλές πληγές», και εξ αίτιας απ’ αυτό σώθηκαν γρήγορα οι λιγοστοί παράδες πούχε φέρει, μα – «πήρε πάλε τα μάτια του» κι’ έφυγε.
Δοκίμασε τότες την τύχη του σε μακρυνότερο ταξίδι, μα κι’ εκεί δεν του πήγε καλλίτερα.
Ηύρε, ακόμα, σα γύρισε, μια κοπέλα αρρωστιάρικη και σακάτικη, ηύρε και τη γυναίκα του ιδιότροπη και γκρινιάρα -και τι δεν αλλάζει μέσα σε τόσα χρόνια, μια ζωή ακέρια!- και του πάγωσε η καρδιά.
Πόσο διαφορετικότερα τα συλλογιόνταν και τα λογάριαζε από μακριά, και πώς τα ηύρε! Κι έκαμε γρήγορα-γρήγορα, για τρίτη τότε φορά, το ταξίδι του κι’ εδούλεψε σκυλίσια.
Κι’ όταν του τσάκισε πλια κορμί και ψυχή η ξενιτιά κι’ η δουλειά, μάζωσε το βιο του κι’ εγύρισε πάλι οριστικά στην πατρίδα, όχι τόσο για ν’ αναπαυτεί, όσο για ν’ αφήσει το βασανισμένο κουφάρι του σε μιαν άκρη του «Ταξιάρχη», που ώμοιαζε, με τα πολλά τα δέντρα του, περισσότερο με κουρί παρά με νεκροταφείο.

Παράξενο! Από το χωριό, αυτό τον τραβούσε τώρα περισσότερο. Το σπίτι του, τον εσυγκινούσε λίγο κι’ αυτό, μα πιο πολύ τον ετρόμαζε. Τι θαύρισκε εκεί τάχα; Αυτό ήταν η συλλοή του. Είχε πεθάνει βέβαια η «σακάτισσα», μα η γυναίκα του πούχε μαραζώσει, είχε πάθει ψυχικό σακάτεμα, που ήταν ακόμη χειρότερο;
Και δεν ήταν βέβαια η οικονομική του κατάσταση δύσκολη σαν τους άλλους καιρούς, μα τι ωφελούσε; Ήταν πολύ αργά πλια να του αλλάξει τη ζωή. Ό,τι είχε γίνει γίνηκε…
Είχε απομείνει σαν κούτσουρο. Η ζωή του δεν είχε κανένα σκοπό, κανένα νόημα… Επήγαινε κι’ έρχονταν σπίτι-μεσοχώρι, μεσοχώρι-σπίτι, καρτερώντας τη μέρα που θα θάφτονταν στον «Ταξιάρχη»!…
«- Μωρ’ σαν πώς έχει δίκιο ο παλιο-Λάζαρος» μουρμούρισε τότες. «Τι τάχα έχω κάμει;»
Κι’ άθελα του πήγε ο νους του στην επιθυμία του να γυρίσει στο χωριό, «για να θαφτεί στον Ταξιάρχη του», κι’ αναγέλασε με αυτή.
«- Είδες εκεί κουταμάρα!» συλλογίστηκε• «σαματί γεννήθηκα εξεπίτηδες για να θαφτώ στον Ταξιάρχη».
Μα έξαφνα αναρωτήθηκε:
«- Μωρ’ αλήθεια• γιατί γεννήθηκα άραγες;
Τον ετρόμαξε όμως αυτή η σκέψη.
Ποτέ δεν είχε κάμει στον εαυτό του τέτοια ερώτηση, αφού ήξερε ότι «για να γένωνται έτσι τα πράγματα, έτσι και θα έπρεπε». «- Έτσι είναι φιαγμένα από το Μεγαλοδύναμο», είχε πει κάποια άλλη φορά, κι’ έμεινε με αυτό ικανοποιημένος. Σήμερα όμως του τα μπέρδευαν η ρώτηση του Λάζαρου και η επιθυμία του να θαφτεί στον «Ταξιάρχη» τους που του φαίνονταν τώρα γελοία.
«- Γεννιώμεστε το λοιπόν για να μη κάνωμε τίποτα στη ζωή μας παρά να θαφτώμεστε σ’ έναν οποιοδήποτε «Ταξιάρχη»; αναρωτήθηκε. «Μ’ αν δεν έχω κάμει εγώ τίποτα» είπε πάλε, «είναι από την άλλη μεριά πολλοί άλλοι που έκαμαν».
Κι’ εσυλλογίστηκε τόσους και τόσους που είχαν κάμει παράδες, χτήματα, βιο μ’ ένα λόγο.
Μα γρήγορα βρήκε πως ούτε αυτό ελυούσε την απορία του.
«- Τι; γεννιέται ο άνθρωπος», συλλογιέται, για να φιάνει παράδες και βιο, που για να τ’ αποχτήσει κολάζει τις περισσότερες φορές -για να μη πούμε πάντα- την ψυχή του και τ’ αφήνει αργά ή γρήγορα σε τούτον τον ψεύτικο τον κόσμο; Μπορεί νάναι, είπε πάλε, για να κάμει παιδιά, να τα μορφώσει, να τα κάμει καλούς ανθρώπους… Μ’ αν δεν κάμει όμως καθόλου, ή αν δεν του ζήσουνε, όπως κι αυτουνού, ή αν δεν μπορέσει ή δεν έχει τα μέσα να τους κάμει καλούς, ή αν γενούν από φυσικού τους κακοί, τότες δε φαίνεται ότι δεν έχει κανένα οχοτιό ο άνθρωπος; – Και πρέπει τάχα να γεννιώμεστε, για ν’ αγωνιζόμεστε κατόπι να γένωμε καλοί; Κι’ ήταν -να πούμε και το άλλο- ανάγκη νάναι άνθρωποι στη γης; Γιατί; Για να τη δουλεύουν; Βέβαια θα πεις πως έφταιξε ο Αδάμ κι’ η Εύα, γιατί τον άνθρωπο τον είχε ο Θεός στον Παράδεισο, ευτυχισμένο, μα από αυτή την αμαρτία τους δε μας εγλύττωσε ο Χριστός;»
Όσο λοιπόν πήγαινε και τα μπέρδευε περισσότερο ο μπαρμπα-Χριστόδουλος.

Όταν, σχολνώντας τις έξω δουλειές του σπιτιού, μπήκε στο «χειμωνιάτικο» η γυναίκα του, τον ηύρε πεσμένο σε συλλοή
– Μπα! εδώ είσαι συ; είπε• γιατί κάθεσαι έτσι στα σκοτάδια κι άφηκες και τη φωτιά κι έσβησε;
Και χωρίς να περιμένει την απάντηση, επήγε κι’ έφερε λίγα ξύλα σίμπισε τη φωτιά, άναψε κατόπι τη μικρή γυαλένια λάμπα, που ήταν κρεμασμένη στην «ποδιά» του τζακιού, πήρε από κάποια γωνιά μια πανένια σακκούλα γιομάτη μαλλί κι’ άρχισε να το γρένει.
Βαθειά σιωπή απλώθηκε πάλε στο φωτισμένο τώρα δωμάτιο, και μόνο το ανάλαφρο ρουχαλητό του μεγάλου γάτου, πούχε κουλουριαστεί στο παραγώνι, ακούονταν.
Ο μπαρμπα-Χριστόδουλος ακουμπισμένος σ’ ένα μάλλινο υφαντό προσκέφαλο, με το πρόσωπο γυρισμένο προς το τζάκι, εκύτταζε αφηρημένα τις γλώσσες της φωτιάς που έγλυφαν τα ξερά ξύλα και βγάνανε πότε-πότε μικρά βουητά.
Η γριά του γρένει και φαίνεται να νυστάζει.
Έξω σηκώθηκε αέρας κι’ ένα σκυλί στον πέρα μαχαλά αλυχτάει μανιασμένα.
Σε λίγο ακούστηκαν απ’ εκεί κάτω φωνές γυναικών.
–  Λένηηηη! μωρ’ ΛέεεενηηηηΙ
– Ωωωωρσεεεε!
– Τώωωβρεες;
– Ό-χι α-κό-μαααα!

Κάποιο μοσκάρι είχε χαθεί και το γύρευαν με αγωνία στους κήπους και τ’ αλώνια…
Η ώρα περνάει και με το πέρασμα της λες και σφίγγονται περισσότερο τα στόματα. Αυτό γίνεται χρόνια τώρα. Ο καθένας από τους γερόντους κλειέται στον εαυτό του και τις περισσότερες φορές ούτε καν συλλογιέται τίποτα, σα νάηταν ολωσδιόλου αδειανό το κεφάλι και όλο το είναι του. Ο ύπνος στις τέτοιες περιστάσεις έρχονταν σα λυτρωμός. Έφερνε τουλάχιστο όνειρα…
Άμα σκόλασε η γριά το μαλλί, σηκώθηκε να ‘τοιμάσει να φάνε.
Γύρισε την πυροστιά στη φωτιά, κι έβαλε πάνω σ’ αυτή την καπνισμένη πότσια που βρίσκονταν στην άκρη στο τζάκι. Κατόπι πήρε με τη σκούπα, ανάλαφρα, τις τρίχες και τις σκόνες πούχανε πέσει εκεί μπροστά από το γράσιμο του μαλλιού, έφερε το μικρό στρόγγυλο σοφρά, τον καλοπλυμένο, σα νάχε φιαστεί χτες, τον έβαλε στη μεγάλη αγουνίστρα δίπλα στη φωτιά, έφερε δυο χουλιάρια, δυο χοντρές χωματένιες κουποπούλες πούχανε ζωγραφισμένο στο βάθος τους, μέσα σε κόκκινο κύκλο, ένα γαλάζιο λουλούδι και στα γυριστά και στρωτά χείλη τους κεντίδια σαν είδος κορνίζα, έβγαλε από το ψωμοκούτι ένα κομμάτι ψωμί, κι’ από την κρομμυδαρμάθα που κρέμονταν εκεί στη γωνιά κοντά στο νεροχύτη, δυο κρεμμύδια άσπρα, έβαλε και το ψωμομάχαιρο κι’ εκάθησε στη συνηθισμένη θέση της.
Όταν εζεστάθηκε η φασουλάδα, γιόμισε τις κούπες, έκαμε το σταυρό της και:
– Άιντε, σήκου να φάμε, είπε στο μπάρμπα-Χριστόδουλο, που, έχοντας αλλού τώρα το νου του, δεν επρόσεχε στην ετοιμασία αυτή της γυναίκας του.

Ο μπάρμπα-Χριστόδουλος έτρωε ανόρεχτα.
Η ίδια και πάλε σιωπή, στο μικρό δωμάτιο. Μόνο το χτύπημα των χουλιαριών πότε στις κούπες και πότε στο σοφρά ακούεται.
– Γιατί δεν τρως; τον ρωτάει κάποια στιγμή εκείνη.
– Δε βαριέσαι! χαμένα είναι όλα…
Η γριά τον κοιτάζει παραξενεμένη και ρωτάει:
–  Τι σόι λόγια είναι αυτά που κουβεντιάζεις; Τι σ’ έπιακε απόψε;
– Να• θέλω να πω τούτο: Γιατί τρώμε;
Πάλε η ίδια απορία μα και φόβος μαζί τώρα, μη τάχασε ο γέρος. Γι’ αυτό, για να τον δοκιμάσει, του δίνει την απάντηση:
– …Αμ πώς αλλιώς θα βαστάξωμε τη ζωή μέσα μας;
– Ξέρεις γιατί την έχομε τη ζωή;
– …Μπάει! Γιατί μας την έδωκε ο Θεός…
– Καλά, μα γιατί μας την έδωκε; Η γριά είχε εκνευριστεί πλια.
– Ήμαρτος, Παναγία μου!… Φάε, λέω, χαντακωμένε, κι άφ’στα αυτααά. Είναι θεοτικά. Δεν είναι να τα συλλογιέσαι εσύ κι’ εγώ! Θα με κολάσεις… Φάε…
Πάλι σιωπή.
– Ντιπ άνοστα είναι τούτα τα φασούλια!
– Τι θέλεις νάειναι; βρασμένα χωρίς λάδι…
Κι ο μπάρμπα-Χριστόδουλος λέει με σιγανή φωνή, σα να μιλάει με τον εαυτό του:
–  Βέβαια! φασούλια δίχως λάδι, για να βαστάξεις μέσα σου τη ζωή… Ζήσε να κάμεις αμαρτίες, για να τις ξαγοράσεις κατόπι, τρώγοντας φασούλια νερόβραστα.
Η γριά του δεν του απαντάει. Κάνει μονάχα το σταυρό της και μουρμουράει:
– Ήμαρτος, Παναγία μου! Μ’ εκόλασε απόψε, την καημένη, μ’ εκόλασε!

Σε λίγο ο γέρος σηκώθηκε και βγήκε στην κρεββάτα, για νάβλεπε τι καιρό θάκανε την άλλη τη μέρα, γιατί είχε βάλει μαστόρους να «γυρίσουν» τη σκεπή του σπιτιού.
Ο βοριάς είχε σαρώσει τα λίγα σύννεφα και τ’ άστρα έλαμπαν τώρα στον κατακάθαρον ουρανό.
Τάχε ιδεί άπειρες φορές ο μπαρμπα-Χριστόδουλος, μα δεν τάχε προσέξει… Όταν ήταν μικρός, είχε ακούσει τα παραμύθια για τον αυγερινό και το «άχερο του νούνου» αλλ’ από τότε δεν ασχολήθηκε άλλο με αυτά. Στο σχολείο είχε μάθει ότι τάχε κάμει ο Θεός για τον άνθρωπο… Καλά, μα τι του χρειάζονταν τάχ’ αυτά; αναρωτιέται τώρα. Θα πεις ότι τον ήλιο για να ζεσταίνει τη γης, και το φεγγάρι για να φέγγει τα βράδια, αλλά τ’ άστρια; Εκείνα που φαίνονται σαν τις λαμπυρίδες τις νύχτες του καλοκαιριού; Θα τάκαμε, λες, για τον άνθρωπο κι’ αυτά, αφού δεν του χρειάζονται; Δεν το πίστευε…
«Για φαντάσου όμως», συλλογιέται κάποια στιγμή, «νάκαμε ο Θεός άνοιξη, καλοκαίρι, χινόπωρο, χειμώνα, ήλιο, φεγγάρι, άστρια, ποτάμια, γι’ ανθρώπους, να πούμε, σαν το Ζήσο Χαβή, το Γιάννη Νατσούλα, το Χαρίση Σκαπίδα, το Μήτρο Λιγδοσκούφη και κάτι άλλους τέτοιους! Ή για το Λάζαρο το Μήτση, ή και γι’ αυτόν, μακάρι, τον ίδιο και τη μάμπω του!… Δεν είναι να ξεκαρδίζεται κανένας στα γέλια; Θα πεις, πώς τάχε φιάσει για τον Αδάμ κι αφού μια φορά γινήκανε απόμειναν• μα δε μπορούσε τάχα να τα στείλει κατ’ ανέμου, αφού οι άνθρωποι βγήκαν τέτοια παλιοτόμαρα; Μπα! κάτι άλλο, σίγουρα, ήτανε.»

Κι ο μπάρμπα-Χριστόδουλος απορούσε που του ήρθανε όλα μαζωμένα εκείνο το βράδυ στο μυαλό και που τόσα χρόνια «τώρα δεν είχε σκεφτεί τίποτ’ απ’ αυτά.
«- Πώς ζιούμε, οι κακομοίρηδες, έτσι σαν τα ζά! είπε. Τάγλεπα, τα ξανάγλεπα, μα ποτές δε μου πήγε ο νους να ξετάξω και να μάθω!…»
Και το μυαλό του εδούλευε, όπως δεν είχε δουλέψει ποτές ως τότε…
Μα όσο περισσότερο συλλογίζονταν, τόσο και δεν εύρισκε άκρη! Έπεφτε από απορία σε απορία.
Δεν ήταν προκοπή λοιπόν!
Κάποιον έπρεπε, χωρίς άλλο, να ρωτήσει.
Το δάσκαλο; Δε βαριέσαι!… Αυτός ήταν «του παλιού καιρού» και σίγουρα δε θάξερε τίποτα περισσότερο… Τον παπά; Ακόμα χειρότερα.
Αυτά τα ζητήματα ήθελαν «διαβασμένον» άνθρωπο.
Κι’ επήγε τότε ο νους του στο γιατρό, που ήταν ένα καλό, πρόθυμο και γλυκομίλητο παιδί.
Ε! απ’ αυτόν θα μάθαινε, όταν θάρχονταν στο χωριό τους για κανέναν άρρωστο. Θα τον εκρατούσε, καθώς ήταν και λίγο συγγενής του, το βράδυ στο σπίτι του, και θα τον ερωτούσε για όλα.

Και η μέρα αυτή δεν άργησε.
Έτσι ο μπάρμπα-Χριστόδουλος, ένα βράδυ εκεί κοντά στο τζάκι και στη δυνατή φωτιά που έκαναν κάτι δέντρινες κουφάλες, δεν έπαψε να τον ρωτάει.
Ο γιατρός του μίλησε με λόγι’ απλά για όλα τα ζητήματα, κι εκείνος θαμπωμένος απ’ όσα εμάθαινε έλεγε και ξανάλεγε: «- Σαν το βόιδι εζιούσα ως τώρα ο μαύρος, σαν το βόιδι!»
Κόντευαν μεσάνυχτα κι ο μπάρμπα-Χριστόδουλος δεν έλεγε να τελειώσει. Όλο κι ερωτούσε.
Ο γιατρός, πάλι, σαν το βρήκε του γούστου του, βάλθηκε να τον ξαφνίσει με τη «σοφία» του και να του κάμει άνω-κάτω το μυαλό, να του το κάμει «κουρκούτι», όπως έλεγε ο ίδιος ο μπαρμπα-Χριστόδουλος.
Μα η γριά πούχε σκολάσει τις δουλειές του σπιτιού κι είχε βαρεθεί -από ώρα κιόλας- να καρτερεί να σηκωθούν, για να πλαγιάσει, του είπε με αγανάχτηση κάποια στιγμή που τον επέτυχε μοναχόν του:
– Αφ’στα, μωρέ κούγιαβλο, αυτά και πέσε να κοιμηθείς… Θα σου σηκωθεί το μυαλό και τι να σε κάμω η μαυρομοίρα!… Αφ’στα όπως τάχομε βρει… Στο έχω πει κι άλλη βολά χαντακωμένε.
Εκείνος όμως δεν της απάντησε τίποτα, την εκύτταξε μόνο σούφρωσε το στόμα του και τάραξε το κεφάλι του, σα να της έλεγε: «Που νάξερες, κακομοίρα, σε τι σκοτάδια βρίσκεσαι!…»

Την άλλη μέρα, που ο μπάρμπα-Χριστόδουλος, ξέβγαλε το γιατρό, όταν στο γύρισμα αγνάντεψε τον «Ταξιάρχη» και παραπέρα το μεγάλο μαντρογυρισμένο χωράφι του, που τούχε στοιχίσει τόσα έξοδα και στενοχώριες και εξ αιτίας του είχε μπει σε τόσους νταβάδες, του φάνηκαν τόσο ασήμαντα, τόσο «χαμένα» που δε μπόρεσε να κρατηθεί κι εξέσπασε σ’ ένα δυνατό γέλιο.
Μα του χτύπησε στ’ αυτιά πολύ παράξενα το γελοίο αυτό… Δεν το γνώρισε για δικό του. Ώμοιαζε σα σατανικό, σα ζουρλού… Αυτός ποτέ δεν εγελούσε έτσι!
Κι’ ανασηκώθηκε η τρίχα του, γιατί του φάνηκε κιόλας πως κάτι του έλειπε τώρα από το είναι του… Κάτι άδειο ένοιωθε μέσα του.
Και καθώς εθυμόνταν τα λόγια της γριάς του! «θα σου σηκωθεί το μυαλό, χαντακωμένε!», ενόμισε πως αυτό ήταν. Πως είχαν αρχίσει κιόλας να βγαίνουν αληθινά τα λόγια της…
Εκύτταξ’ ένα γύρω του, σαν τρομαγμένος, για να ιδεί μη τον είχε ακούσει κανένας, και ξάνοιξε την περπατησιά του.
Κι’ όσο κι’ αν σα νάθελε να γλυτώσει μια ώρα γρηγορότερα απ’ αυτό που δοκίμαζε, βιάστηκε να παραδεχτεί μουρμουρίζοντας: «- Μωρ’ σάμα έχει δίκιο η καϋμέν’ η μπάμπω… Σίγουρα έχει δίκιο. Δεν είν’ αυτά για τ’ εμάς! Κάλλιο ας τ’ αφήκωμε, όπως τάχομε βρει» όμως δεν ένοιωσε καθόλου, σαν πρώτα, τον εαυτό του.
Όταν με βαριά καρδιά έφθασε στο σπίτι κι είδε τη γριά του, που εκείνη τη στιγμή είχε ανάψει την καντήλα, να κάνει ευλαβικά την προσευχή της, συλλογίστηκε, όχι χωρίς ζήλεια: – Καλότυχη! Καλότυχη! Τι τάθελα εγώ;

Αναδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων του Μιλτιάδη Οικονομίδη «Άνθρωποι από τη Βόρειο Ήπειρο»

Advertisements