Το μοιρολόι της οργής

Του Ανδρέα Ζαρμπαλά

Το δροπολίτικο μοιρολόι που είναι γνωστό με τον τίτλο «Όσα δέντρα έχει τ’ αλώνι» μοιάζει με δωρικό ναό.
Κανένα στολίδι, κανένας περιττός διάκοσμος, τίποτα δε σε θωπεύει στο 8ρό[κο προς το εσωτερικό του ναού. Μπαίνεις και στέκεις έκθαμβος μπροστά στις δέκα στήλες. Η μοιρολογίστρα αρχιτεκτόνισσα σμίλευσε πάνω τους την εποχή της, όχι με τα υπονοούμενα των ιερογλυφικών κι ούτε με κρυπτογραφημένες γραμμικές γραφές, αλλά με λόγια δυνατά σαν τον κεραυνό και κατανοητά σαν το ψωμί.

Μην καθυστερείτε, μπείτε στο ναό:
Σάπιες να ‘ναι οι κολώνες, ω αγά ω μπιρ,
Το κατώφλι σου να πέσει,           »
Τράβα σβάρα το ποδάρι,             »
Πίσω σου να ‘ρ-θούνε κι άλλοι.    »
Να ‘ναι στείρα τα παιδιά σου,     »
Για να σβήσει η γενιά σου.         »
Πέντε-δέκα την ημέρα,              »
Κι εκατό την εβδομάδα,             »
Οσα δέντρα έχει τ’ αλώνι,          »
Τόσοι αγάδες ν’ απομείνουν.        »

Είναι ευφυΐα να κάνεις το μοιρολόγι οχυρό, να ταμπουρωθείς και να ανοίξεις μάχη άνιση. Είναι αποκοτιά να διακωμωδίσεις τον νεκρό αγά καταμεσίς σε τόσον κόσμο. Είναι θεία έμπνευση να ανακαλύπτεις τέτοιες αντιθέσεις. Όλα, όμως, έχουν την εξήγηση τους. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.
Τι είναι μοιρολόι;
Είναι ο θρήνος. Το κλάψιμο. Είναι, όμως, και θρηνητικό τραγούδι για τον νεκρό, το οποίο αναφέρεται στις αρετές του, στο κενό που αφήνει πίσω του, στη θλίψη των συγγενικών του προσώπων. Ως τραγούδι, που γεννιέται τη στιγμή του θανάτου, δεν μπορεί να το σχεδιάσει ο οποιοσδήποτε, αλλά άτομα χαρισματικά, που έχουν την ικανότητα να πλέκουν στίχους. Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία εμφανίστηκαν οι μοιρολογίστρες, οι γυναίκες δηλαδή που κατά παραγγελία μπορούν να θρηνήσουν έντεχνα έναν νεκρό.
Ιστορικά το μοιρολόι είναι γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων. Στην Ινδία, γύρω από τον νεκρό συγκεντρώνονταν άντρες και θρηνούσαν, συνοδεύοντας το θρήνο με στηθοκοπήματα. Στην Αίγυπτο οι άντρες αντικαταστάθηκαν από γυναίκες. Στον Όμηρο υπάρχει το μοιρολόι της Εκάβης για τον Έκτορα. Στον κύκλο των Αντρειωμένων της Βόρειας Αλβανίας υπάρχει το μοιρολόι της Αϊκούνα για το γιο της. Σήμερα στη Μάνη της Ελλάδος και στο Μπρεγκντέτι της Αλβανίας διατηρείται ακόμα ο θεσμός του έντεχνου θρήνου. «Τον έκλαψαν τραγουδιστά» λένε ακόμα στα αλβανοχώρια της Χειμάρρας και στο ορεινό Κούτσι της Λιαμπουριάς, που σημαίνει ότι ο νεκρός ήταν αξιόλογο άτομο.

Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή, κατά την περιοδεία του το 1660 στο χώρο αυτό, πέρασε από το Δέλβινο και το Αργυρόκαστρο. Στο βιβλίο του Sejjhatnamesi (Οδοιπορικό) μεταξύ των άλλων αναφέρει και τα παρακάτω: «Κάθε Κυριακή όλοι οι συγγενείς του νεκρού συγκεντρώνονται σε ένα σπίτι και τελούν μνημόσυνο για τον νεκρό, καλώντας μοιρολογίστρες αντί αμοιβής, οι οποίες κλαίνε και οδύρονται με μεγάλο πόνο, με υψηλή φωνή, χύνοντας ποτάμι τα δάκρυα. Την ημέρα αυτή γίνεται τόση οχλαβοή από τις μοιρολογίστρες, που άνθρωπος δεν μπορεί να παραμείνει στην πόλη. Εγώ βάπτισα το Αργυρόκαστρο ως «πόλη του μοιρολογιού». Η μεγάλη μου απορία είναι το πώς οι μοιρολογίστρες χύνουν δάκρυα και μοιρολογούν με τόσο σπαραγμό έναν νεκρό που είναι ξένος για εκείνες. Και τι κλάμα! Μέχρι που εξαντλούνται εντελώς».

Η μοιρολογίστρα συνήθως ήταν μία, αλλά όταν ο νεκρός ήταν από ψηλό τζάκι και έπρεπε να του γίνουν οι δέουσες τιμές με έμφαση, ακόμα και ως επίδειξη μπροστά στους άλλους, τότε καλούνταν πολλές. Στις περιπτώσεις αυτές, το έντεχνο μοιρολόι μετατρέπονταν σε σωστή ιεροτελεστία. Οι μοιρολογίστρες θρονιάζονταν γύρω από τον νεκρό και, ενώ η κορυφαία αυτοσχεδίαζε τους στίχους, οι άλλες σε μορφή χορού επαναλάμβαναν τα ημιστίχια ή και κάποια επιφωνήματα θλίψης.
Η εικόνα αυτή σε παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία με τον κορυφαίο και το χορό. Ένας μελετητής παρομοίασε τις μοιρολογίστρες με τα μουσικά όργανα στο γάμο, που τα καλούν για να κάνουν την τελετή όσο πιο μεγαλόπρεπη. Πιστεύοντας πως ο απλός αναγνώστης μας είναι περίεργος να ιδεί ένα έντεχνο μοιρολόι, παραθέτομε από παλαιό κείμενο ένα δείγμα:

Κορυφαία: Αυτού ψηλά που περπατείς και χαμηλά λογιάζεις.
Χορός: Και χαμηλά λογιάζεις.
Κορυφαία: Για γύρισε και κοίταζε τα δόλια τα παιδιά σου.
Χορός: Τα δόλια τα παιδιά σου.

Η ίδια διαδικασία και η ίδια εικόνα υπάρχει και στην περίπτωση μας, με τη μόνη διαφορά ότι ο χορός δεν επαναλαμβάνει ημιστίχια, αλλά το ρεφρέν «ω αγά, ω μπιρ».
Κορυφαία: Σάπιες να ‘ναι οι κολώνες.
Χορός: Ω αγά, ω μπιρ.
Κορυφαία: Το κατώφλι σου να πέσει.    
Χορός: Ω αγά, ω μπιρ.

Ο τόπος μας είναι βαθιά σημαδεμένος από το μοιρολόι. Η φωτιά, ο ξεριζωμός, ο αδικοσκοτωμός, η ξενιτιά ήταν το προσφορότερο χώμα να το κουναρήσει και να το θεριέψει στα βουνά του Πωγωνίου, της Δρόβιανης και της Λεσινίτσας, στους κάμπους της Δρόπολης και του Βούρκου, στις ποταμιές της Μπίστρισσας και της Παύλας. Για να εμφανιστεί μια μέρα και στα μέρη μας το κλαρίνο και να το τελειοποιήσει τόσο, που να διεκδικεί το μοιρολόι εξέχουσα θέση σε οποιοδήποτε γλέντι. Ακόμα και στην κορυφαία στιγμή της ανθρώπινης ζωής, το γάμο, υπάρχουν πολλοί που παραγγέλλουν τα όργανα να παίξουν ένα βαρύ μοιρολόι.

Το μοιρολόι «Όσα δέντρα έχει τ’ αλώνι» μπορείς να το χαρακτηρίσεις ως μοιρολόι της οργής. Οι Δροπολίτισσες μοιρολογίστρες τού έδωσαν μια εντελώς καινούργια διάσταση. Καθώς τις βλέπεις νοερά να βαδίζουν προς το σεράι του αγά, σου θυμίζουν μικρή στρατιωτική μονάδα, που ανέλαβε ριψοκίνδυνη αποστολή. Περισσότερο, δηλαδή, είναι μαχήτριες, παρά μοιρολογίστρες.
Το ξεχωριστό στο κάτασπρο δροπολίτικο μαντίλι που φοράνε οι γυναίκες δε βρίσκεται στο χρώμα του. Άσπρα μαντίλια φοράνε και σε άλλες περιοχές. Το ξεχωριστό είναι ότι ακόμα και στις κηδείες παραμένει άσπρο, δηλαδή και ο ίδιος ο θάνατος δεν κατάφερε να το μαυρίσει. Οι Δροπολίτισσες, όταν πηγαίνουν σε κηδείες, φοριούνται στα μαύρα, αλλά το μαντίλι τους είναι άσπρο. Μοιάζει, έτσι, ως ένας συμβολισμός θριάμβου επί του ίδιου του θανάτου. Το ίδιο συμβαίνει και με το μοιρολόι, που, ενώ σε άλλες περιοχές εγκωμιάζει τον νεκρό ή εκφράζει τον πόνο για το χαμό του, στην περίπτωση της Δρόπολης μετατράπηκε σε όπλο στον κοινωνικό αγώνα.

Τι άλλο από την ευφυΐα μπορεί να επινοήσει τέτοιους μοναδικούς τρόπους αντίστασης;
Η ψυχή της Δρόπολης ήταν σαν την υπόγεια δεξαμενή της Σκοτεινής στη Γοραντζή, γεμάτη άχτι. Το κατάγυμνο βουνό πίσω της και ο ξερός κάμπος μπροστά της, την ανάγκαζαν να προσκυνάει τα λιγοστά πηγάδια, τους σερτούς όπως ονομάζονται στην ντοπιολαλιά της. Σε έναν από τους σερτούς αυτούς ίσως να κατέβηκε «ο Κώστας ο μικρός», ο μοιραίος αδερφός από τα εννιά αδέρφια και τα δώδεκα ξαδέρφια του τραγουδιού, για να βγάλει νερό. Μα στο βυθό, κατά πώς λέει το γνωστό τραγούδι, δεν είχε νερό, αλλά αίμα.
Μπροστά από τα δροπολίτικα χωριά περνάει ένα ποτάμι που το λένε Ξεριά. Ο Δρίνος, πιο πέρα, τα καλοκαίρια ξεραίνεται. Κι ενώ τα δυο ποτάμια στερεύανε, ένα άλλο είχε αρχίσει να πλημμυρίζει. Εκείνο της Ξενιτιάς.
Σε έναν τέτοιο τόπο, εκείνο που έπρεπε να λείπει ήταν οι αγάδες. Εκείνοι, όμως, περίσσευαν. Δεν όργωναν, δεν έσπερναν, δε θέριζαν. Ο μόνος σπόρος που έριξαν σαν ήρθε το σόι αυτό πέρα από την Ανατολία, ήταν εκείνος της «πρώτης νύχτας», δηλαδή το δικαίωμα να κοιμηθούν με τη νύφη πριν από το γαμπρό.
Το Πυρροκόκι, όμως, τους έκοψε το βήχα. Η παράδοση λέει πως ο γαμπρός σκότωσε τον αγά κι όλο το χωριό αναγκάστηκε να μετοικήσει στη Ρουμανία. Το χωριό μπορεί να μετοίκησε, αλλά ο άθλος του έγινε τραγούδι, που από τότε τραγουδιότανε στους γάμους:
Κάτω στο Πυρροκόκι
Τι ‘αι που λουλουδίζει
Του γαμπρού μας το φέσι
Της νύφης το προσώπι.

Κάπου στον δροπολίτικο κάμπο ανακλαδίζεται ακόμα και βουίζει ο θρυλικός δέντρος της Δρόπολης. Κάτω του είναι ξαπλωμένος ο λαβωμένος Γιάννος.
Στης Δερόπολης τον κάμπο, μωρέ Μπιρμπιλι-ό
Δέντρος ήταν φυτρωμένος, μωρέ κι αϊ Μηλι-ό.
Κι ο Γιαννάκος ξαπλωμένος,
Με το Γρίβα του δεμένο,
Σήκω, Γιάννο, καβαλήκα,
Δεν μπορώ, καημένε Γρίβα,
Γιατί είμαι πληγωμένος.

Η ιστορία του τόπου είχε να επιδείξει πολλές μορφές αντίστασης. Οι Δροπολίτισσες μοιρολογίστρες επινόησαν κι έβαλαν σ’ εφαρμογή μια εντελώς νέα μορφή Το θάρρος, τους, όμως, δεν ήταν ούτε τυχαίο, ούτε αυθόρμητο, αλλά απλώς μια συνέχεια του Δέντρου, του Πυρροκοκιού, και πολλών άλλων.
Τώρα, τι έμπνευση ήταν αυτή, που ξεπέταξε τέτοιους στίχους με πυκνότητα σοφίας εφάμιλλη των παροιμιών; Η ίδια έμπνευση, πιστεύομε, που δημιούργησε την περίφημη δροπολίτικη λαϊκή φορεσιά, η οποία πήρε την ασπράδα του χιονιού και την έκανε μαντίλι. Πήρε το φεγγάρι, το έκοψε μικρά κομματάκια και το κρέμασε μικρές πετραμίδες στο πόσι. Πήρε το σύννεφο και το έκανε σεγκούνι. Η ίδια βαθύτερη έμπνευση που τελειοποίησε τόσο πολύ τον κοριτσίστικο χορό, που μοιάζει πια να μην τον ρίχνουν κορίτσια, αλλά Βροσερές μαργαρίτες του κάμπου. Κάτι μαργαρίτες που, ακούνε κλαρίνο, τρέχουν μέχρι το χοροστάσι, ρίχνουν το χορό και ξαναπηγαίνουν στον κάμπο. Ένας χορός αέρινος σα στίχος του μεγάλου Λόρκα, πέρα από την άλλη άκρη της Μεσογείου.

Το δροπολίτικο μοιρολόι είναι κατόρθωμα. Για τα κατορθώματα δουλεύουν μαζί και η ευφυΐα και το θάρρος και η έμπνευση.
Ιστορικά στοιχεία που να μιλούν για το συμβάν στο οποίο αναφέρεται το τραγούδι «Στης Δερόπολης τον κάμπο», πέρα του ότι συγκαταλέγεται στον Ακριτικό κύκλο, είναι δύσκολο να βρεθούν. Σημειώνουμε, πάντως, ότι υπάρχουν και άλλες παραλλαγές του ίδιου τραγουδιού.
«Στου Βαρδάρη, στου Βαρδάρη / και στου Βαρδαριού τον κάμπο» λέει η μακεδονίτικη παραλλαγή. Στην παραλλαγή αυτή πρωταγωνιστής δεν είναι ο Γιάννος, αλλά κάποιος άλλος με το όνομα Βέβρος. Χρονικά, όμως, ανάγεται στην εποχή των ακριτικών τραγουδιών, που μιλούν για τον πολεμικό βίο των Ακριτών στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κάτω στον Ευφράτη ποταμό.

Ευτυχώς, για τις μοιρολογίστρες υπάρχουν κάποια στοιχεία που τουλάχιστον δε σε αφήνουν να βαδίζεις μόνος και απογοητευμένος στην ξερολιθιά. Κι αυτό χάρη στον Αλέξανδρο Μαμμόπουλο και στο αξιόλογο βιβλίο του Η Ήπειρος — Λαογραφία, ηθογραφία, εθνογραφία. Όταν, λέει, απεβίωσε ο Καντρί Ντίστη, ο οποίος καταγότανε από μεγάλη καρδικιώτικη οικογένεια, οι συγγενείς του φωνάξανε μια ξακουσμένη μοιρολογίστρα, τη Ζαχάρω από το χωριό Προγγί, η οποία ήταν ρωμιογύφτισσα. Μαζί με τη Ζαχάρω φωνάξανε και μοιρολογίστρες από το χωριό Πιτσάρι.
Ως μοιρολογίστρες από δροπολίτικα χωριά, ο εν λόγω συγγραφέας αναφέρει κάποιες Κοσοβιτσινές. Η Κοσοβίτσα ήταν τσιφλίκι του Χακί μπέη από το Αργυρόκαστρο. Όταν ο μπέης αυτός απεβίωσε, για να τον θρηνήσουν φωνάξανε Κοσοβιτσινές μοιρολογίστρες. Οι μοιρολογίστρες, όπως ήταν φυσικό, ανταποκρίθηκαν και πήραν το δρόμο για το Αργυρόκαστρο. Τις συνόδεψαν, όμως, για κάδε ενδεχόμενο και μερικοί άντρες από το χωριό.

Σαν φτάσανε στην οικογένεια του νεκρού, τους υποδεχτήκανε καλά, τους στρώσανε και τραπέζι. Κι ενώ τρωγόπιναν, κάποια στιγμή λησμονήσαν το σκοπό για τον οποίο πήγανε και άρχισαν να μουρμουρίζουν στην αρχή, και στη συνέχεια να σιγοτραγουδάνε. Δεν άργησαν να τις αντιληφθούν και παραλίγο να πέσει ξύλο. Οι μοιρολογίστρες μαζί με τους προστάτες τους αναχώρησαν νύχτα για την Κοσοβίτσα.
Το γεγονός ότι τις αντιληφθήκανε σημαίνει ότι το συμβάν δεν πρέπει να είναι πολύ παλιό. Όπως φαίνεται, οι μεγαλοοικογένειες του Αργυρόκαστρου δεν είχαν πια τυφλή εμπιστοσύνη στις μοιρολογίστρες και στα μοιρολόγια τους. Το μυστικό ότι, αντί για μοιρολόι, μπορούσαν να τους εξαπολύσουν βαριές κατάρες, τις είχε κάνει επιφυλακτικές. Κατά συνέπεια, το μοιρολόι «Όσα δέντρα έχει τ’ αλώνι» είναι πολύ παλιότερο και ανάγεται σε εποχές πιο «αθώες» και «ανύποπτες» ως προς τη συμπεριφορά των γυναικών, ενώ οι αργυροκαστρίτικες μεγαλοοικογένειες αισθανότανε ακόμα πολύ ισχυρές.

Δε θα παραλείψομε κι ένα άλλο περιστατικό, που αναφέρει ο ίδιος συγγραφέας, αυτή τη φορά από το χωριό Καρδικάκι, που γειτονεύει με τη Δρόπολη, αλλά συγκαταλέγεται στο νομό των Αγίων Σαράντα. Το Καρδικάκι ήταν τσιφλίκι των Αγκονάτων — μεγάλη και φημισμένη οικογένεια από το Αργυρόκαστρο κι αυτή. Όταν απεβίωσε ο Μουσά Αγγόνι, φωνάξανε δέκα μοιρολογίστρες, οι οποίες και ξεκινήσανε υπό την προστασία μερικών αντρών. Μόλις φτάσανε στο χάνι του Καραφίλη, αρχίσανε το μοιρολόγι. Σε όλη τη διαδρομή μέχρι το σπίτι των Αγγονάτων, η οποία διήρκησε 10-15 λεπτά, οι καρδιές των ανθρώπων σφίχτηκαν από το βουερό κλάμα των γυναικών.
Στις Δροπολίτισσες μοιρολογίστρες αναφέρεται και ο Δουβιανίτης Νικόλαος Κ. Παπαδόπουλος, ο οποίος γράφει: «Δεν παρέλειπαν πολλές φορές να καλούν από γειτονικά χωριά, ή μέσα από τη Δούβιανη, «βαγίστρες», γυναίκες δηλαδή, που είχαν ως επάγγελμα να καλούνται στις κηδείες και να θρηνούν τον νεκρό με αυτοσχέδια ποιήματα.

Συνήθως, οι εικόνες που επιλέγουν οι μοιρολογίστρες την ώρα της ιεροτελεστίας είναι από τις παραστατικότερες. Αποκαλούν τον αποθανόντα αετό που πέταξε, καράβι που σαλπάρει, μηλιά ανθισμένη που την ξερίζωσε και την παρέσειρε το ποτάμι, κυπαρίσσι που το ‘κοψε το τσεκούρι του Χάρου.
Στην περίπτωση του μοιρολογιού της Δρόπολης, οι μοιρολογίστρες εξωτερικεύουν την οργή τους μέσα από βαριές κατάρες, οι οποίες μπορούν να ισοπεδώσουν όχι μόνον άτομα ή οικογένειες, αλλά ολόκληρα κοινωνικά οικοδομήματα. Αν σαπίσουν οι κολώνες, το εποικοδόμημα θα τρίξει και θα πέσει. Αν πέσει το κατώφλι, θα σκοντάψουν και θα τσακιστούν όλοι όσοι θα το διαβούν. Ρίγος προκαλεί η κατάρα «στείρα να ‘ναι τα παιδιά σου», που σημαίνει ότι πάει για σβήσιμο η γενιά του. Για το τέλος οι μοιρολογίστρες επιφυλάσσουν το ανώτερο απ’ όλα, την καταπληκτική μεταφορά «Όσα δέντρα έχει τ’ αλώνι, τόσοι αγάδες ν’ απομείνουν».
Αυτός κι αν είναι κεραυνός!
Τίθεται ένα ερώτημα: Μόνον από δέκα στίχους αποτελείται το δροπολίτικο μοιρολόι; Όχι, οι στίχοι του ήταν πολλοί περισσότεροι. Σύμφωνα με τον Πανωδροπολίτη ποιητή Βασίλη Κώτσια, ο οποίος είχε καταγράψει το μοιρολόι από τους παλαιότερους, υπήρχαν γύρω στους σαράντα στίχους. Ο συντάχτης-χρόνος, όμως, έκανε τις απαραίτητες παρεμβάσεις, με αποτέλεσμα να εκλείψουν πολλοί στίχοι οι οποίοι δε φέρνανε πληροφόρηση, ούτε και συγκινησιακό φορτίο κουβαλούσαν. Απλώς περιορίζονταν σε ρόλο επεξηγηματικό.
Ανάμεσα λ.χ. στο στίχο Όσα δέντρα έχει τ’ αλώνι και στο στίχο που ακολουθεί, Τόσοι αγάδες ν’ απομείνουν, υπήρχε κάποτε κι ένας άλλος, από αυτούς που απωλέσθηκαν κάτω από την αυστηρότητα του συντάχτη-χρόνου. Με τους ενδιάμεσους στίχους το μοιρολόι είχε άλλη μορφή. Το παραθέτουμε παρακάτω όπως ήταν στην πρώτη του μορφή:
Ήρθαμε κι εμείς οι μαύρες
Από τόσο πολύ δρόμο,
Νηστικές και πεινασμένες
Κι όλες καταποσταμένες
Και πολύ βασανισμένες.

Ήρθαμε κι εμείς οι δόλιες
Με το σκώτι μας βαμμένο,
Την καρδιά μας μαυρισμένη
Και με την ψυχή στο στόμα
Και τα χείλια πικραμένα
Και καταφαρμακωμένα.

Ήρθαμε οι μαυρισμένες
Να σε κλάψομε, μώρ’ μπέη,
Και να κλάψομε τα χάλια
Τα πολλά και χωρίς πάψη
Τα πολλά και χωρίς σώση.

Τα παιδάκια μας στο σπίτι
Κλαίνε και μας καρτερούνε.
Αε -θα ‘ρχόμασταν οι μαύρες,
Να σου γένει το χατίρι,
Μας επήραν με το ξύλο
Τα βαμμένα παλικάρια,
Που να τα βαρέσει η πίκα.

Σάπιες να ‘ναι οι κολώνες
Το κατώφλι σου να πέσει.
Τράβα σβάρα το ποδάρι,
Πίσω σου να ‘ρθούνε κι άλλοι
Στείρα να ‘ναι τα παιδιά σου
Για να σβήσει η γενιά σου.
Πέντε δέκα την ημέρα
Κι εκατό την εβδομάδα

Όσα δέντρα έχει τ’ αλώνι
Που αλωνίζουνε τα στάρια
Τόσοι αγάδες ν’ απομείνουν,
Να λευτερωθεί ο τόπος
Κι οι καημένοι οι ζευγίτες,
Που τους μαύρισε το σκώτι
Και τους πλήγιασαν οι πλάτες
Στη δουλειά και στο λιοπύρι
Να θρεφτούν οι χαραμήδες
Που δε δούλεψαν ποτέ τους.

Οι πολλοί στίχοι την ώρα του θρήνου ήταν αλήθεια απαραίτητοι, διότι ένας θρήνος, και ειδικά τέτοιου είδους, έπρεπε να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Σε περίπτωση που οι στίχοι ήταν μόνον δέκα, τότε θα τελείωνε πολύ γρήγορα. Με τον καιρό, όμως, όταν το έθιμο άρχισε να αποδυναμώνεται και σιγά-σιγά να χάνεται, ο συντάχτης-χρόνος ανέλαβε να παραμερίσει τους περισσότερους και ν’ αφήσει μόνο τους σπουδαιότερους, που μοιάζουν με μαρμάρινες κολώνες ενός ναού.
Ενός ναού που στέκει μεγαλόπρεπος σε μια από τις κορφές της Λαογραφίας του τόπου μας.

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Ανδρέα Ζαρμπαλά, «Το αίμα της αγάπης».

Advertisements