Τα «γύφτικα» της Κόνιτσας

Του Γιάννη Λυμπερόπουλου

Τα «γύφτικα» της Κόνιτσας είναι τέσσερες μικρές και ιδιόρρυθμες κοινωνίες, που κάθε μια τραβάει το δικό της χαβά. Χάρις σ’ αυτούς διατηρήθηκε ζωντανή η μουσική παράδοση του τόπου. Θησαυρός ολόκληρος τα λαϊκά μας τραγούδια, οι Γύφτοι τα παράδιναν από γενιά σε γενιά, μέχρι τις μέρες μας, σα τρόπαιο. Ώρες-ώρες σκέφτουμαι πως όλη τούτη η ιστορία, ως έφτασε με τον καιρό οι λαλητάδες να εξαφανιστούν, την ώρα που παράδιναν την πολύτιμη κληρονομιά μας στο φωνογράφο και στο μαγνητόφωνο, θυμίζει τον πολεμιστή που ξεψύχησε στην έπαλξη του, την ώρα πούφταναν επικουρίες κι’ έσωζαν το κάστρο.

Από το Λεσκοβίκι πέρασαν στην Κόνιτσα, τον περασμένο αιώνα, κι’ έπειτα από κει στην Ελλάδα οι Σουλεϊμάνηδες, πριν βαφτισθούν και τους πούνε Νικόλα και Γιώργο. Τα ξακουστά κλαρίνα του Μωριά. Οι «αρχοντόγυφτοι», όπως καυχιόνταν, με το ημίσκληρο καπέλο, τις καδένες τις χρυσές και τα κωνσταντινάτα, με τα δακτυλίδια και τις πόρπες… «Σαν Πρόεδρος» έλεγαν πως έμοιαζε ο Νικολάκης, «μόνο στην μπογιά πούταν μαύρος». Ήταν τόσο επηρμένος ο Νικολάκης Σουλεϊμάνης για την τέχνη του (καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι), που όταν πέθανε είπε στον τάφο του να γράψουν:
Ω διαβάτη που περνάς, σταμάτησε το βήμα
και με μεγάλη προσοχή διάβασε το ποίημα.
Ζάχαρ’ είχε το στόμα του, μέλι τα δάκτυλα του,
μελαχρινό το πρόσωπο, μεγάλο τόνομά του.

Από το Λεσκοβίκο ήταν ο Ασλάνης κι’ ο γυιος του ο Σελίμης, πούμαθε τις νότες στον Αντώνη Τσιάπη. Λέγανε κείνο τον καιρό: «Ο Ασλάνης τ’ ασημένιο κλαρίνο». Κι’ ήταν πραγματικότητα. Μάργωνε η γλώσσα τους, κι’ ήταν σκάνδαλο στην Πόλη ο Ασλάνης. Ο Σουλτάνος Αβδούλ Χαμήτ, σαν τον άκουσε, του ασήμωσε το κλαρίνο μέσα κι’ όξω. Όμως τον έδιωξε τελικά απ’ την Πόλη, γιατί μ’ αυτόν ήταν ξετρελλαμένα τα χαρέμια. Από το Λεσκοβίκο ήταν κι’ ο θείος του Αντώνη Τσιάπη, ο Θωμάς Τσιάπης, το πρώτο βιολί των Σουλεϊμάνηδων. Από το Λεσκοβίκο έφθασε στην Κόνιτσα, δεκαεφτά χρονών παλικάρι, ο γενάρχης των Τσουταίων για να παντρευτή την κόρη του Ζαχαρή από το Πάπιγκο, και πήρε για προικιό μέσα στ’ άλλα κι’ ένα «μονό κλαρίνο μ’ έξη κλειδιά και βυζί». Με το μικρό τούτο κλαρίνο, το τζουρά, έζησε σαν οργανοπαίχτης κι’ ο γιος τους, ο Παύλο-Τσιούτας. Έναν ολόκληρο αιώνα. Μόνο που από την πολλή χρήση το κλαρίνο τούτο ήρθε και στράβωσε κι’ έγινε σαν κόρνα αυτοκινήτου, κι’ έβγαζε ανέλεγκτα πότε χοντρές και πότε ψιλές νότες. Και βασανίζονταν ο γερο-Τσιούτας στις ατάκες με τα παράτονα κι’ αγρίευαν τα μάτια του, ως προσπαθούσε να φέρει σε λογαριασμό τις νότες, μετακινώντας νευρικά τις δυο ιδιόρρυθμες φουσκάλες των μαγούλων του -ήσαν σα δυο καρύδια— πότε προς τα ^προς και πότε προς τα πίσω. Από κει ήρθε κι’ ο Θώμος κι’ ο Μπεκήρης. Ονόματα ξακουστά κείνα τα χρόνια. Απαραίτητα στα καλά πανηγύρια της Κόνιτσας και των χωριών. Στους μεγάλους γάμους. Στα βαφτίσια. Στα γιορτάσια και στα σπίτια των αφεντάδων. Τα όργανα κείνο τον καιρό πήγαιναν κατά ζυγιές (κουμπανίες). Κάθε ζυγιά περιλάβαινε: Ένα κλαρίνο. Ένα βιολί. Ένα ντέφι. Ένα λαούτο. Και καμμιά φορά κι’ ένα σαντούρι. Λένε πως, άλλοτε, με τις ζυγιές των Γύφτων πήγαινε και μια καραμούζα.

Η γενιά όμως τούτη των μεγάλων λαλητάδων της Κόνιτσας έσβησε σχεδόν για πάντα, λίγα χρόνια πριν, με το θάνατο του αξέχαστου Αντώνη Τσιάπη, πούπαιζε και «με νότες», όπως έλεγαν (γιατ’ οι άλλοι ήταν πρακτικοί) και με τα γερατειά του Λάζου Τσιούτα. Κάθε κλαριτζής άρχιζε να μαθαίνει μόνος του πραχτικά. Τόχε το αίμα του. Σαν προχωρούσε, πήγαινε κοντά σ’ ένα μάστορα για να μάθη τα τσαλίμια. Τι δε θα μπορούσε να ειπεί κανένας για την προσφορά των «καταφρονεμένων» Γύφτων της Ηπείρου στην πολιτιστική παράδοση του ρωμαίικου. Το λαϊκό τραγούδι, σ’ όλα τα Βαλκάνια και τη Μικρασία, έχει την ίδια μουσική ατμόσφαιρα. Την ίδια υποβολή. Βασίζεται στις ίδιες κλίμακες και στους ίδιους ρυθμούς. Μόνο που από τόπο σε τόπο αλλάζει λίγο, ανάλογα προς τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του λαού και τις ιδιαίτερες συνθήκες της ζωής. Άλλωστε, χτες ακόμα, το ρωμαίικο ολόκληρο, από τον Πόντο ίσαμε την Κρήτη και την Κύπρο, σ’ όλα τα Βαλκάνια, δεξιά, ζερβά, παντού, ήταν ολόιδιο. Κάτω από το τούρκικο, ζούσε σ’ ένα ενιαίο κλίμα Κατοχής πάνω στα πανάρχαια θεμέλια, που παράλλαζαν μόνο πού και πού, ανάλογα με τον γεωγραφικό διαφορισμό.

Κοινή, αστείρευτη πηγή αλλαγής και διαμόρφωσης του διαχρονικού Εγώ η αναζήτηση της «λεφτεριάς» (σ’ όλες τις μορφές της), μέσα στους αλληλοσυγκρουόμενους φυσικούς, εθνικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς. Ίδια ιστορική πυκνότητα. Ίδια κι’ απαράλλαχτη πολιτιστική υπόσταση. Οι μουσικάντηδες της Ρούμελης και του Μωρία, οι κουμπανίες των οργανοπαιχτών στην άλλη Ελλάδα, σ’ όλα τα Βαλκάνια, ποιος λίγο, ποιος πολύ, έχουν μιαν άμεση σχέση με την Ήπειρο. Με τους Γύφτους της Ηπείρου. Ο ένας ήταν απ’ την Ήπειρο. Ο άλλος είχε πατέρα ή κάποιο πρόγονο Ηπειρώτη. Ο τρίτος μαθήτευσε σε Ηπειρώτη κλαριτζή. Όπως σ’ όλες τις λαϊκές τέχνες, έτσι και στη λαϊκή μουσική πρώτος τόπος, τόπος ξεκινήματος, είναι η Ήπειρος. Η Ήπειρος των χρόνων της ακμής. Η Ήπειρος των χρόνων της Αναγέννησης του Ελληνισμού… Πλούσιο πολιτιστικό μας στοιχείο η λαϊκή μας μουσική… Δεν χρειάζεται να είσαι ειδικός για να καταλάβεις, από μια απλή επαφή με τη δημοτική μας μουσική, την «ανανεωτική τόλμη της φαντασίας της, τ’ αρμονικά ευρήματα της και τον ανεξάντλητο πλούτο της».

Όλα τούτα δείχνουν μια πηγαία δύναμη τόσο των ανθρώπων που τη σύνθεσαν όσο και των ανθρώπων που τη δούλεψαν. Και, πάνω απ’ όλα, δείχνουν ένα πολυδιάστατο «πολιτιστικό» φόντο της κοινωνίας που τη δέχτηκε. Βέβαια, στο στάδιο τούτο της ανάπτυξης, οι «Μόσχοι κι’ οι αγρότες», η παλιά κοινωνία των χωριών μας, κράτησαν την τεχνική τους, αν κρίνουμε απ’ ό,τι μας μετάφεραν οι Γύφτοι, στα όρια της πρώτης έμπνευσης. Στα όρια μιας πλούσιας πρώτης ύλης «αδούλευτης», που ζήτησε απ’ τους μεταγενέστερους τη  θετική  αξιοποίηση.  Μάταια όμως. Γιατί η έντεχνη ελληνική μουσική ξεμάκρυνε από τις ρίζες του εθνικού μας χαρακτήρα κι’ ευθυγραμμίστηκε με την ευρωπαϊκή παράδοση. Κι’ έμεινε πολλά χρόνια έξω απ’ την αναγκαιότητα του τόπου, στο χώρο του στείρου, του υποτονικού μιμητισμού, μ’ ένα βασανιστικό πλέγμα κατωτερότητας, γι’ αυτό και δεν ζέστανε τις καρδιές μας, ίσαμε τώρα τελευταία που το νέο κύμα ξαναπλησίασε με τόλμη κι’ ειλικρίνεια τις πηγές… Τις πηγές που πλούτισαν οι Γύφτοι με τα στολίδια τους και τα τσαλίμια τους, με τις αμπατζιατούρες στο παίξιμο, με το τσάκισμα της φωνής, με την τρίλλια, με το τρέμουλο, με το κλώσιμο, με τον τααχτά, τις χρωματικές αλλοιώσεις και τους άλλους αυτοσχεδιασμούς, και τις έκαμαν τέχνη. Στα συρτά, στα καλαματιανά, στα συρτοκαλαματιανά. Στα τσάμικα και στα χασάπικα, στα μοιρολόγια (ντόινες). Στις σίρμπες και στα βαριά αρβανίτικα…

Πάνω απ’ τα μαγαζιά του Παζαριού, δίπλα στο λάκκο του Ρούβαλη, σ’ έναν όχτο πεντέξη καλύβες μ’ ορθάνοιχτες πόρτες, δίχως παράθυρα, γύρω-γύρω στη χωμάτινη αυλή, την «αυλή των θαυμάτων», έφτιαχναν την πρώτη γύφτικη συνοικία της Κόνιτσας. Συνοικία; Μεγάλος λόγος! Μια μούντζα τόπος όλη-όλη. Κι’ όμως… «Το γύφτικο νοικοκυριό», που λέει ο λόγος, ήταν «θαυμαστό». Αγέραστος και ακούραστος ο Θώδος (ψηλός, κατάμαυρος, μ’ ένα μικρό καλπάκι στο κεφάλι, και πλούσια μουστάκια) στα ογδόντα πέντε του έκαμε ακόμα παιδιά. Το ίδιο κι’ ο γείτονας του ο Γάκης… Και μαζεύονταν εκεί στρατιές από μικρά και μεγάλα παιδιά. Από τα παιδιά των παιδιών – παιδιά του Παζαριού. Και γίνονταν χάβρα. Και λογαριασμό δεν έβρισκες. Πριν ακόμα, το πρωί, ανοίξουν τα μαγαζιά του Παζαριού, ξεχύνονταν όλα τούτα τα μερμήγκια, σ’ όλους τους καιρούς, πότε τρέχοντας και πότε κοντοστεκάμενα (τα πανταλόνια τους και τα πουκάμισα τους ασυμμάζευτα και σβάρνα-σβάρνα τα παπούτσια), και τραβούσαν γραμμή προς τ’ αποχωρητήρια του Παζαριού, πούταν πιο κάτω, πίσω απ’ τα μαγαζιά (γιατί αποχωρητήρια δεν είχαν τα γύφτικα). Χάρμα ετούτη η ηρωική έξοδος. Οι μεγάλοι όμως ήταν δισταχτικοί. Καμουφλάρανε την πρωινή τους έξοδο σεινάμενοι και κουνάμενοι. Έκαμαν πως δεν βιάζονταν. Έπιαναν κουβέντα με τον Λαρόνα, τον τελάλη της αγοράς, που πρώτος-πρώτος κατηφόριζε στο Παζάρι, λίγο γυρτός, μ’ ένα κοντό μπαστούνι στο χέρι, τρέχοντας σαν να τον κυνηγούσαν. (Ο καημένος, μην έχοντας καμμιά δουλειά, έπειθε τον εαυτό του πως ήταν απαραίτητος στην αγορά. Γιατί; Κανένας δεν ήξερε.) Κι’ όταν πια φούντωνε το Παζάρι από κόσμο… ούτε η γάτα ούτε η ζημιά της… Όλα μέσα στα γύφτικα έπαιρναν τον κανονικό ρυθμό τους. Ένα βουβό συμμάζεμα. Και μια ευπρεπής (το απαιτούσε, βλέπεις, η γειτνίαση του Παζαριού) ανασύνταξη. Τα παιδιά ανακάτωναν τη λάσπη της αυλής και γκρίνιαζαν. Οι γυναίκες τους, ανοικοκύρευτες -«χαλεύεις απ’ το γύφτο προζύμι»- ξάπλωναν στο προσήλιο αποχαυνωμένες. Πότε-πότε βγάζαν κάτι ουρλιαχτά που σ’ έπιανε τρόμος… «Κάτι τρέχει στα γύφτικα…» Η Ρήνα της Π… και καμμιά φορά κι’ η Παρά, κουβαλώντας στην πλάτη τον μπούκλο (βαρελάκι), πήγαιναν στον Αηγιάννη για νερό. Δροσερό και χωνευτικό το νερό του Αηγιάννη. Η άλλη η Ρήνα έβγαινε απ’ το σταθμό της χωροφυλακής «βεργολυγερή», με τις φανταχτερές της ρόμπες —κάτι τεράστια τριαντάφυλλα—, με κοκκινάδι μόνιμα στα μάγουλα κουνιστή, λυγιστή, μόλις είχε τελειώσει το στρώσιμο των κρεβατιών και το σκούπισμα. Καημένη… πόσα χρόνια πέρασαν από τις πρώτες δόξες…

«Κλείσετε μάτια μάργελα, σβυστήτε μάτια πλάνα». Η χαμαλαρία παραπέρα, ο Λιούλιος, ο Μπεκήρης… σταυροπόδι καθισμένοι κάτω απ’ την οστρέχα του Μούριγκου, περίμεναν το πρώτο λεωφορείο από τα Γιάννινα και χαχάνιζαν με υπονοούμενα… Ο Γάκης, καλοντυμένος, καλοποδεμένος, μαντηλάκι στο τσεπάκι, μουστάκι κατσαρωμένο με μαντέκα, άεργος από τα νειάτα του (δούλευε νύχτα-μέρα η καημένη η γυναίκα του για να της κάνη παιδιά, να τον βλέπει και να τον καμαρώνει), είχε πιάσει το πεζούλι όξω απ’ τα γύφτικα, έκανε ανασκαφές στη μύτη του και χάζευε με τον κόσμο που περνούσε… Ο Κόλιας, ένας από τους γιους του, με το κασελάκι στο χέρι —«βάρκα θε… βάρκα θέλω ν’ αρματώσω…»-, τράβαγε για το Παζάρι, μην τύχη και κανένας περαστικός αποθυμούσε γυάλισμα των παπουτσιών του. Η θυγατέρα του Θώδου γύριζε βαριεστημένη απ’ το χασάπικο, κουβαλώντας στο χέρι τον πατσά με τις συκωταριές, που σούρνονταν στο χώμα, σαν να μην ήταν για φαί, αλλά για πέταμα, κι’ έτρεχαν οι γάτες και τα σκυλιά από πίσω. Βαριά, μέσ’ από τα χαλάσματα, ακούγονταν του γέρου η προσταγή: «Μωρή Κατερίνα! Έλα δω μωρή…»

Οι Γύφτοι της Κόνιτσας δεν είχαν ούτε χωράφια ούτε ζώα του σπιτιού, γελάδες, πρόβατα, κατσίκια. Φυγόπονοι όπως ήσαν, αν δεν ήταν σιδεράδες, περίμεναν να ζήσουν απ’ τις γιορτές με τα όργανα και άλλες παρασιτικές δουλειές. Σαν τις γάτες το χειμώνα, λιάζονταν με τις ώρες στα πεζούλια, όξω απ’ τα μαγαζιά του Παζαριού (κρύωναν… σαν Γύφτοι) κι’ έδιναν χρώμα…

Όμως οι καημένοι οι Γύφτοι, στην Κατοχή, πέρασαν δύσκολες ώρες. Παρότι η παροιμία λέει «βάσταξε σα γύφτος». Ρήμαξαν. Ξεδοντιάστηκαν. Αναγκάστηκαν να καλλιεργήσουν τους λάκκους, τα μπαΐρια. Πήγαν για ξύλα. Κουβάλησαν και κουκουσιούλες (κουκουνάρια). Βλέπεις, η δουλειά τους ήταν δημιούργημα της χρηματιστικής οικονομίας, της χρηματικής κουλτούρας, κι’ ο αντιπραγματισμός τους βρήκε απαράσκευους. Ποιος θα γλεντούσε εκείνα τα χρόνια με μια οκά σιτάρι ή μ’ ένα τενεκέ αλάτι; Κι’ έπειτα, πού τη βάζεις την ηδονή των χορευτάδων να κολλάνε στην μπάλα του Αντώνη το σαλιωμένο κοσάδραχμο, που τώρα δεν υπήρχε;

Ο Λάνης ήταν μια «μυστηριακή» μορφή, ένα είδος «πατριάρχης» των Γύφτων του Μπέρκου. Και σαν «πατριάρχης» διατηρούσε όλον τον πρωτογονισμό της φυλετικής καταβολής του. Ασκητικός, πανύψηλος, μαύρος σαν τη νύχτα, με μακριές γκριζόμαυρες μουστάκες κι’ άκοφτα μαλλιά,-όλο ρέντζελο (γιομάτος κουρέλια), έμοιαζε με «ιερέα-μάγο» κάποιας παραπλανημένης στον πολιτισμένο κόσμο φυλής της ζούγκλας. Έτσι και τον έβλεπες νύχτα σε κανένα στενό, όπως περπάταγε «ιεροτελεστικά», σου κόβονταν η ανάσα. Μ’ όση επισημότητα πέρναγε στο Παζάρι, μ’ άλλη τόση έγδερνε στους λάκκους τα ψόφια άλογα κι’ έπαιρνε το δέρμα και το κρέας τους. Καμιά βρώμα δεν ήταν ικανή να τον αναχαίτιση. Ήταν ικανός για όλα. Όπως οι μαύροι της Αφρικής, έτσι κι’ αυτός έτρωγε το κρέας του ψόφιου αλόγου, κι’ ήταν τρισευτυχισμένος. Όμως η συνήθεια τούτη του Λάνη ήταν τόσο αποκρουστική, που το δίχως άλλο έβαζε ανάμεσα σ’ αυτόν και τους Κονιτσιώτες μπάρα. Κι’ ο μύθος πλέκονταν κι’ οργίαζε η φαντασία όταν τα ραμαζάνια έβγαινε ο Λάνης, με το βασίλεμα του ήλιου, στις γειτονιές και το Παζάρι της Κόνιτσας, χιαστί ζωσμένος τ’ άργανο (ένα τεράστιο νταούλι), που το χτυπούσε ρυθμικά, μια με την ψιλή βέργα, μια με τη χοντρή (μπαμ-μπουμ), για ν’ αναγγείλη στους μωαμεθανούς το τέλος της νηστείας. Από τους ώμους του κρέμονταν σειρές τα ντριγκανέλια (κουδουνάκια), που συνώδευαν σαν ψίθυρος την ηχηρή αγγελία. Την ίδια ώρα, ο Σεχ Ντίγκας έβαζε φωτιά στο κανόνι, πάνω στους στρατώνες, κι’ αντιβοούσε όλη η Κόνιτσα απ’ τον κρότο. Με τον κρότο του κανονιού, οι Κονιτσιώτες έλεγαν «έπεσε το τόπι». Γιατί πραγματικά, αντί για βλήμα, το στόμα του κανονιού ξέρναγε μια μπάλα από κουρέλια. Κι’ ήταν το πέσιμο της μπάλας ένα δεύτερο σημάδι πως τέλειωσε η νηστεία.

Στο Μπέρκο, οι Γύφτοι ήσαν όλοι μουσουλμάνοι. Γειτονιά με τους στρατώνες, Γύφτισσες και Γύφτοι πρόσφερναν στους στρατιώτες πολυποίκιλες υπηρεσίες και τέρψεις. Έπλεναν τα ρούχα. Έκαναν το μεσολαβητή στα μικρεμπόρια (λαθραία διάθεση των περισσευμάτων) και τους αντιπραγματισμούς (κουραμάνα με αυγά…). Όμως τι τα θες; Τόχε ο τόπος, ήταν το νερό, το απαιτούσε η γειτονιά; Τις οίδε; Το Μπέρκο είχε τόνομα, είχε και τη χάρη. Λέγαν, κείνο τον καιρό, πως με λίγη καλή προσπάθεια «γέλαγαν τα χείλη κάθε πικραμένου»… Η πορνεία σαν επάγγελμα ήταν άγνωστη στην Κόνιτσα. Όσες βόηθαγαν τους ξενιτεμένους να ξεχάσουν τα βάσανα της ξενιτειάς και τους στρατιώτες ν’ αλαφρύνουν τις δυσκολίες του στρατιωτικού, ήσαν γυναικούλες που κυκλοφορούσαν μεταξύ μας. Πολλές φορές έβρισκαν κι’ ανάμεσα στους ισχυρούς της Κόνιτσας κάποια προστασία. Κι’ η προστασία αυτή δεν είχε τίποτα το ύποπτο. Ένας βαθύτερος ανθρωπισμός προς τα δυστυχισμένα τούτα πλάσματα ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα όλων των Κονιτσιωτών απέναντι τους. Η «καψερή η Μπάλια» λέγανε… Οι γυναικούλες τούτες είχαν το λέφτερο να καπνίζουν και να κυκλοφορούν στο Παζάρι. (Κείνο τον καιρό, μόνον οι γριές και κάτι άλλες, αντρογυναίκες, η Κούλα της Βαγγέλαινας, η Σαλικέ χανούμ, εμφανίζονταν στην αγορά.) Οι περισσότερες φορούσαν  φανταχτερά  φορέματα,  έβαφαν κακόγουστα κι’ έντονα τα χέρια με κηνά, τα μάγουλα με οκνά, κανονικό πανηγύρι. Και δεν ήταν μόνο από το Μπέρκο. Ήταν κι’ από τ’ άλλα γύφτικα. Ήταν και Πανωκονιτσιώτισσες. Ήταν και Κατωκονιτσιώτισσες. Πέρναγαν δυο-δυο κάτω απ’ τα υπόστεγα της αγοράς, κουνιστές και λυγιστές, με πρόκληση, δείχνοντας τους αφράτους τους ώμους. Τα πολύχρωμα φακιόλια στο κεφάλι, με τις πούλιες που λαμπύριζαν στον ήλιο, ανέμιζαν σαν μπαϊράκια «εγκάρδιας υποδοχής». Κι’ όλα φώναζαν: «Εδώ είμαστε»…

Οι μαγαζάτορες ξερόβηχαν ή χτυπούσαν μ’ ό,τι έβρισκαν μπροστά τους τους μπάγκους, κι’ έκαναν κέφι. Κι’ οι άλλοι, οι περίεργοι, ανάκοφταν το βήμα τους, έστριβαν το κεφάλι, και με χαμογελαστά βλέμματα παρακολουθούσαν το θέαμα μέχρις ότου εξαφανιστή πέρα, στη στροφή, στα Στρατσιανίτικα. Πολλές απ’ αυτές έμεναν ανύπαντρες. Μικρός και κλειστός ο τόπος! Άλλες πάλι είχαν παντρευτεί παλιότερα κάτι ξενόφερτους, που κάποια μέρα τις εγκαταλείψαν από ντροπή. Άλλες ήταν χήρες. Άλλες παντρεμένες με κάτι ξωπαρμένους. Κι’ άλλες είχαν ξεπέσει στην Κόνιτσα σα μορόζες τσαούσηδων ή μπολουκμπασήδων, ή ήσαν χορεύτριες και τραγουδίστριες του καφέ αμάν, φερμένες απ’ την Αρβανιτιά…

Η Λ…, η Τζ…, η Μπάλια… ήσαν προηγμένες στο είδος. Δέχονταν στο σπίτι τους σαν μεγάλες οικοδέσποινες. Κι’ έβγαζαν ρετσέλια και καφέ δίπλα στη φουφού. Ήσαν όμως κι’ άλλες που εταιρίζονταν στα πεταχτά. Στα γραφεία ή στους θαλάμους, που πρόσφερναν υπηρεσίες καθαρίστριας. Κάτω απ’ το γεφύρι της στρατώνας. Στον κάμπο. Πίσω από τις ντρόσγες του Αηλιά. Οι ξένοι ήσαν πιο ξεδιάντροποι στις σχέσεις τους με τούτες τις γυναίκες. Τις έπαιρναν στους καφενέδες και τις κέρναγαν, κι’ αυτές κάθονταν στις καρέκλες, τόνα πόδι απάνω στ’ άλλο, και κάπνιζαν αρειμανίως. Οι ντόπιοι είχαν δισταγμούς. Πήγαιναν τις νύχτες, με χιλιάδες προφυλάξεις…

Σαν πέθανε ο Νταρίλης και τον θάψανε, στον τεκέ του Σέιχ-Ντίγκα, κυκλοφόρησε η φήμη πως τούτος βρικολάκιασε, γιατί τα βράδια έβλεπαν στο σπίτι της καημένης της Νταρίλαινας να μπαινοβγαίνει μια σκιά, κουκουλωμένη σ’ άσπρο σεντόνι… Κι’ έτρεχε ο κοσμάκης κι’ έριχνε πετρέλαιο στον τάφο του Νταρίλη… Μάταια όμως, γιατί η σκιά μπαινόβγαινε… Και πέρασαν κάμποσα χρόνια, ώσπου ν’ ανακαλυφτή ποιος Κονιτσιώτης παρηγορούσε τότε την καημένη την Νταρίλαινα…

Το Μπέρκο είχε τον τελευταίο καιρό μια κουμπανία βιολιά με το Σούλιο, δεύτερης όμως διαλογής, που χρησιμοποιούνταν σ’ ώρα ανάγκης. Από το Μπέρκο έβγαιναν κι’ οι πραχτικοί οδοντογιατροί. Μ’ όλα τα σύνεργα. Μια τανάλια. Ένα ράμμα από ανίερο αλόγου. Νισιαντίρι και στύψη για να σταματάη το αίμα.

 

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Γιάννη Λυμπερόπουλου «Παζαριού ανατομή».

 

Advertisements