Το τυχερό ταξίδι

Του Λάμπρου Μάλαμα

Και να μια βλογημένη μέρα. Φύσηξε ιόνιο ζεφυράκι αλαφρό. Κι ένα σουλιώτικο αγέρι από τα κορφοβούνια ευωδιαστό. Ήταν χινόπωρο. Σα να με καρτερούσανε τα παργινά μελτέμια να μου χαϊδέψουν τα μαλλιά, τ’ αυλακωμένο μέτωπο που στράγγιζε τον ίδρω, στου Φαναριού τον κάμπο και στην Πάργα. Ήταν για ν’ αληθέψει τ’ όνειρο: με είχε πλημμυρίσει αδιάκοπα αναπάντεχη χαρά.

Τι γοητεία τ’ όποιο μου φτωχό ταξίδι. Και προπάντων τούτο, στη πιομορφη γωνιά της ηπειρωτικής μας ενδοχώρας. Είχα την έγνοια να ζήσω το κάθε τι, που μου ροκανούσε η στέρηση αγάλια. Τ’ ανήσυχα μάτια μου έλαμψαν μέσα στο χινόπωρο, πασχαλινή ευδία!… Ένας φίλος καλός με πονούσε καλύτερ’ απ’ αδερφός! Κι όταν είχε την ευχέρεια της δουλειάς του, μ’ έπαιρνε συχνά στο αυτοκίνητο του. Ήταν μια περίσταση πολύ δύσκολη, άχαρη και καταθλιπτική! Μα ο φίλος μου Τάσος δε λογάριαζε θυσίες. Πηγαίναμε σε πολιτειούλες και χωριά, ζουλούσαμε την πραμάτεια του. Ήταν ανθρωπιστής. Συμπονούσε βαθιά τριγύρω του τις ανυπόφορες κατασταθείς. Λυπόταν για τις βαριές κι ατέλειωτες αδικίες που γίνουνταν από ντόπιους και ξένους   μεγαλοσχήμονες σε βάρος του κακομοίρη μας λαού!   Ήταν ευγενικός κι αόργητος. Έμοιαζε στη μορφή του τον τριαντάχρονο γιο του Ιωσήφ και της Μαρίας!   Πεθυμούσε κάθε τόσο να του λέω τη γνώμη μου για τις ξένες σε διεθνή κλίμακα τυραννίες, που δρούσαν ύπουλα και σκοτεινά κι αόρατα, και σκότωναν με χίλιους τρόπους τις ζωές των πιο αδύναμων λαών, για να καρπώνουνται τα πλούτια των αποικιών, και να κρατούν αμείωτα τα μονοπώλια τους. Με μάσκες και προσχήματα «ελευθερίας – προστασίας» παράσταιναν τους χωροφυλακές του κόσμου… κι άναβαν πολεμικές φωτιές για να ξοδεύουνε τα προϊόντα τους. Γεννοκτονούσανε και σκλάβωναν λαούς για τα τρανά τους τα συφέρα.

Οι ώρες κυλούσαν πιο γρήγορα στο μονότονο μαγγάνι του χρόνου, εκείνη τη μέρα. Κι είμαστε στην Ηγουμενίτσα… Κινήσαμε. Έπειτ’ άπονα μικρανήφορο, βαδίσαμε ισιότοπα προς τα κεφαλοχώρια Μαζαρακιά και Πέρδικα, Ελεύθερο και Μαργαρίτι. Σκεφτόμουν πως όλα τουτ’ τα εύφορα μέρη κάποτε τα κάτεχαν ως το ’44 Τουρκαλβανοι της Τσαμουριας. Κι όλο το βιό τ’ απομυζούσανε Λιάπηδες τσιφλικάδες. Τώρα, ο κάμπος ορφανός, ανόργωτος γιομάτος αγκάθια και παραπέρα έλη με καλαμιές και ερπετά και βούρκους. Πολλά τσαμοχώρια έρημα, βουβά, σιδηροκλειδωμένα. Άδικα μοιρασμένοι οι μεταπολεμικοί κλήροι, σε άσχετο με τη δουλειά της αγροτιάς κόσμο.  Κτήματα παρατημένα, κ’ οι δικαιούχοι τους σε Γερμανίες και σε Βέλγια, εργάτες σ’ ανθρακωρυχεία. Έχουνε μείνει οι γεροντότεροι και λίγα μικρά παιδάκια. Σ’ αυτό τον τόπο άλλοτε, άνθιζε χειμώνα – καλοκαίρι ανοιξιάτικη η ζωή, όλο καρποφορίες και χαρές!

Έρρεαν τα λάδια, από πατήδες κι από λιοτροβιά, λιράτα, πράσινα και βρυσημιά μες στα μεγάλα κιούπια’ και οι μαυρομάτικες ελιές σε πελώρια ξύλινα καδιά. Οι τσάμηδες ήταν παλιότερα γέροι νοικοκυραίοι. Άλλα, μετά τον πόλεμο, διωχτήκανε για την Αρβανιτιά. Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Κ’ ήρθε η σύγχρονη εξέλιξη. Άλλαξαν οι τρόποι της ζωής. Πλήθαιναν οι ανάγκες. Φτένεψαν ηθικά οι άνθρωποι. Νοθεύτηκαν τα ήθη. Οι πιο πολλοί μεταναστεύουνε’ κι αφήνουμε τα «μούλκια» τους να κοίτουνται χορταριασμένα ρημαδιά!

Ένα κλίμα ήπιο, γλυκό, ελκυστικό. Λεκανοπέδια, κι ανάγλυφες από σειρές πετρώματα ραχούλες, που μαρτυρούν πως πριν από χιλιάδες χρόνια ήταν μια θάλασσα κι απολιθώθηκε όλη η περιφέρεια. Τ’ αμάξι μας πάει αργά. Ο δρόμος είν’ ακόμα ο παλιός. Στροφές και κογγυλίσματα. Κατεβαίνουμε από το χωριό Αγία Κυριακή, που ‘ναι κρυμμένο σ’ ένα ήμερο χαριτωμένο δάσος. Η μέρα μας φεύγει. Ο ήλιος πέρα μακριά στο κερκυρέικο πέλαο γέρνει να βασιλέψει. Δεξά ζερβιά μας, λιοπερίβολα πυκνά κι ανοίγει στόματα κι αυτιά η μοναξιά της φύσης, και μας κοιτούν καμαρωτές με μύρια μάτια οι πικροδάφνες. Σε λίγο μπαίνουμε στη χαριτόζωη πολίχνη. Από σιμά στην είσοδο, το βλέμμα ξεχωρίζει μια ανοιχτή μισόκυκλη στροφή, που λες και μοιάζει στο μέτωπο της πόλης, πλατύ ζωγραφισμένο φρύδι. Στεκόμαστε δυό λεφτά για μιαν εξήγηση.

– Όσες ώρες έχουμε απόψε, μπορείς να τις χαρείς, γιατί αύριο φεύγουμε νωρίς. Σε περιμένω στο ξενοδοχείο. Μου λέει ο φίλτατός μου, και πάει να διαθέσει την πραμάτεια του. Μένω σ’ ένα περίοπτο στρατί. Βιγλίζω με ολόψυχη χαρά, τούτον τον κόρφο το γαλατερό της Ηπειρωτομάνας! Τριγύρω περιβόλια μ’ ελιές και με πορτοκαλιές, σε λόφους κάστρα, και κάτω μια θάλασσα ήσυχη γλυκεία, δίνει γαλήνη και ξεκούραση στους δουλεφτές της μέρας. Νιώθω μια τέρψη απερίγραφτη σε τουτ’ το νυφοστόλιστο της φύσης ορμαθιό. Αντίκρυ, βαθιά, στο διάβα του ήλιου φλογιέται τ’ ακρουράνι. Το πέλαο, δεν το μαλάζει άνεμος, καταλαγιάζει σα δαρμένο από παλίρροιες και πόνους, να κοιμηθεί να ξαποστάσει.

Κοιτάζω εδώ κι εκεί, πετάει μου μετάρσια η ψυχή, σε ομορφιές πρωτόθωρες, απολαμβάνει κάθε γεύση κι επαφή. Πάνω από το κορμί της πόλης, κι από την κεφαλή της, βλέπω τα σκουροπράσινα τα σκιόδεντρα, και τα ταιριάζω αμάραντα στεφάνια στην  ξελογιάστρα και μαγευτική ερωτογόνα Πάργα. Πάνω απ’ την ανατολή, ρίχνει σκιά επιβλητική το τρανό βουνό Πετζοβολιό, κι ο βράχος της Ειρήνης. Του τελευταίου η σκιά ξυπνάει μύθους και θρύλους. Σαν πρώτο και πιο πέρφανο της παργιοπούλας της Ειρήνης, που ‘πεσε στο φερώνυμο γκρεμό κι αποτσακίστηκε, για ν’ αποφύγει ενού Τούρκου αγά ερωτοκυνηγού την αγκαλιά. Είναι μια σκιά, που πέφτει ανάλαφρη νυφόπεπλη για χάδι του κοσμάκη. Η μέρα που φεύγει, απλώνει στον αιθέρα ένα μαγνάδι γκρίζο, καφετιό, σα θλιβερό αντίο, για τη γλυκεία κι ανέφελη ρωμαντοσύθαμπη ζωή!

Έρχεται το σούρουπο. Σε λίγο ανάβουνε τα φώτα και σπιθοβολούν. Κατεβαίνω στη γραφική κωμόπολη. Περιπλανιέμαι στα σοκκάκια της. Σκέφτομαι τ’ όνομα που επικράτησε από αναγραμματισμό του Πράγα, που θα πει όρμος, κι έγινε Πάργα όταν χτίστηκε μετά από την αρχαία του Πετζοβολιού, γύρω στα 1300. Θέλω να χαιρετίσω δυο φίλους λόγιους, τον Γιούργα και τον Τσάκα. Παίρνω στρατί ανηφορικό. – Που βγαίνω εδώ; Ρωτάω έναν παργινό. – Στο σπίτι που γεννήθηκε ο Κανάρης… Μου άπαντα. Κολλάω σ’ ένα στοχασμό και λογαριάζω πως από τέτοια φτωχόσπιτα, κατάχαμα, τσαρδάκια, όρμησαν οι μεγάλοι άντρες του λαού και των επαναστάσεων του γένους. Έρχουνται αυθόρμητοι κι απρόσκλητοι στη μνήμη μου τ’ Αχιλλέα Παράσχου οι στίχοι, για το μεγάλο μπουρλοτιέρη μας:

«Μια νύχτα, πο ‘τρεμε η γης κι ο κόσμος έχαλουσε,
τ άστρο του Άρη άγριο και χωριστό από τ’ άλλα,
χαμήλωνε, χαμήλωνε, τη θάλασσα ζητούσε,
κ’ η θάλασσα σηκώνουνταν στα σύννεφα καβάλα.
Και τη στιγμή που φίλησε τα κύματα ο Άρης
Μ’ ένα της θάλασσας σπασμό γεννήθηκε ο Κανάρης…».

Προχωρώ και ξομπλιάζω. Ζερβιά από την είσοδο στην παράλια πλατεία η προτομή του. Αναδιφίζω και ταυτίζω πως από τούτο το χώμα, το νερό και τον ήλιο, πρωτοπλάστηκε η φλογερή ψυχή του απαράμιλλου επαναστάτη ναύαρχου. Από δω πήρε η φωτιά τα προσανάμματα της και πέταξε μετά στις θάλασσες και στα Ψαρά, κι έλιωνε με τις φλόγες της τον τούρκικο στόλο η ηρωίδα του ψυχή. Σε τούτο το στρατί, ξαναπέρασε με τον τρανό Βαλαωρίτη μας στα 1863 και του μολόγησε για τα γεννησιμιά και παιδικά της Πάργας του καθέκαστα.

Έχει νυχτώσει για καλά. Οι κάτοικοι, γύρω στις δυο χιλιάδες είναι ψαράδες, εργάτες, κτηματίες κι επαγγελματίες. Τούτη την ώρα, πολλοί αράζουν στα καφενεδάκια του μώλου, κι ανακουφίζουνται με το ουζάκι, το τσιγάρο, τον καφέ, ή το τραγούδι και τ’ αστείο. Σπίτια και δρομάκια μοιάζουν νησιώτικα, και μερικά πλακιώτικα. «Όμως σιγά σιγά αδειάζουν, κι απλώνεται μια σιγαλιά, σα να μυρίζει κατοχή παλιά. Κάτω και πέρα στου πελάου τα νερά, γυαλίζουν αντιφεγγίσματα απαλά, σα μαγικοί καθρέφτες. Βρίσκω το φίλτατο Πέτρο Γιούργα. Με καλωσορίζει. Με θωρεί και χαίρεται. Τα μάτια του αχτινοβολούν μια πράα συσταλμένη ευγένεια. Συνομιλούμε για τη ζωή και την αγάπη της Πάργας.. Αντίκρυ δυο μικρούλικα νησάκια. Πάνω τους ξωκκλήσια της Παναγιάς και τ’ Άη-Θανάση, δίνουν στη φυσική ομορφιά της παργινής βραδιάς μια φωτεινή περίγυρη συστάδα. Μεθούσε η ψυχή από τα θέλγητρα της φύσης. Χορόπηδούσε η καρδιά μου γιομάτη πεθυμιές και ξεχειλίσματα τοπολατρείας. Πάσκιζε να ξανοιχτεί να εκτονώσει πόνο, ν’ αλαφρώσει.

Στο περιγιάλι αναπνέω αλμύρα, ιώδιο και φύκι, και λέω μέσα μου: με δίκιο η Πάργα να σφύζει πάντα από ζωή, και η τουριστική της κίνηση ν’ ανθίζει, όπως η φύση της χειμώνα – καλοκαίρι.

*Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Λάμπρου Μάλαμα «Μορφές και είδωλα».

Advertisements