Ιστορικοκοινωνικά για το Πωγώνι

Του Λάμπρου Μάλαμα

Τα χωριά της περιοχής που είναι κοντά στα ποτάμια Γορμό και Καλαμά, είναι κι αυτά από τ’ αρχαία κατοικημένα μέρη της Ηπείρου.
Δυο ήταν οι κύριες φυλές από τις 20 ονομαστές που πρωτορίζωσαν και κάλυψαν αιώνες αυτό το ΒΔ διαμέρισμα του τόπου μας.
Ήταν οι Θεσπρωτοί και οι Αντιτάνες.
Αυτά τα γένη, είχαν αναπτύξει δικό τους πολιτισμό, με κάποιους ηγεμόνες που εφάρμοζαν και δημοκρατικές διαδικασίες.

Τον 3 π.Χ. αι. στη γενική πολιτιστική ακμή του Πύρρου, έλαμπε ξεχωριστά κι αυτή η περιφέρεια, με τις πόλεις και τις ακροπόλεις, τα χωριά και τα κάστρα της.
Τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες όμως, γνώρισε πολλές και δεινές επιδρομές και καταστροφές…
Αργότερα, κι ανάμεσα στο 668 με 685, ο Κων/νος Πωγωνάτος ο Δ’ κυρίεψε τα χωριά Βασιλικό παλιά Τσαραπλανά, το Λαχανόκαστρο, τα Ραβένια, τα Δολιανά και άλλα, κοντά στις πηγές του Καλαμά και πέρα, κι επέβαλε σ’ αυτά τη δυναστεία του.
Από τότε, η περιοχή κληρονόμησε και τ’ όνομα του, που λέγεται μέχρι σήμερα Πωγώνι.
Ο ίδιος ηγεμόνας, επιστρέφοντας το 683 από νικηφόρα εκστρατεία του στη Σικελία, ίδρυσε την αρχιεπισκοπή Πωγωνιανής, έχτισε τη μονή Μολυβδοσκέπαστη, κι έχρισε πρωτεύουσα τη Βοστίνα (Πωγωνιανή).

Έπειτα, σ’ όλη τη διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας, από τον 8 κι ως το 15 αι. εφτά ολάκερους αιώνες, η περιφέρεια του Πωγωνίου, γνώρισε ανομολόγητες καταχτητικές εκστρατείες, από διάφορες κι ολέθριες βαρβαρικές σταυροφορίες…
Η μια λαίλαπα διαδέχονταν την άλλη…
Οι πληθυσμοί ξεκληρισμένοι, μετακινούνταν από το ένα χωριό στο άλλο.
Αλλά και πάλι, με την καταναγκαστική και τυφλή υποταγή, επέστρεφαν όσοι απόμεναν και στέριωναν στον τόπο τους.
Έτσι, θέλοντας και μη, υπηρετούσαν τους δυνάστες, αφού επικρατούσε η δύναμη και το δίκιο του ισχυρότερου.

Σκλάβοι οι κάτοικοι του Πωγωνιού, καλλιεργούσαν και πότιζαν με το αίμα τους τα φέουδα των τυράννων.
Το Βασιλικό, το Λαχανόκαστρο, ο Παρακάλαμος κι άλλα χωριά, έμπαιναν και περνούσαν σιγά-σιγά στη νεώτερη ιστορία, από το 1081 που χτίστηκε το Δελβινάκι κι έγινε πρωτεύουσα της περιφέρειας.
Στα 1352, κυρίεψε αυτά τα μέρη, μια φάρα Οθωμανών αγαδομπέηδων, που εισέβαλε από την Αλβανία.
Πέρασαν κι αυτοί το λαό… από τη φωτιά και το σίδερο…
Έσφαξαν, έκαψαν και ρήμαξαν τον τόπο!…
Χωριά ολόκληρα ξεκληρίστηκαν, κι άλλα πουλήθηκαν σε πασαδομπέηδες τσιφλίκια.
Όσοι κάτοικοι απόμειναν τότε, έγινα δούλοι, παρίες και σπαήδες.

Γύρω στα 1370, κατέβηκε από τη Ρουμανία και φώλιασε στην περιοχή, και η φτώχεια, πειναλέα κι εξαθλιωμένη φυλή των Γύφτων…
Οι Γύφτοι, ή Γιούφτοι, με απώτερη καταγωγή αιγύπτια, έμεινε τ’ όνομα τους από Αιγύπτιοι = Γύπτιοι -Γύπτοι και πιο ευκολοπρόφερτα στα χείλη του λαού Γύφτοι. Έχοντας λοιπόν και κάποιες εμβόλιμες και ταυτόσημες προσμίξεις, αφομοιώσεις, ή κι επιμιξίες με τουρκογύφτικες και αθιγγάνικες φάρες, στην κυκλικά περιφερόμενη ζωή τους από την Αίγυπτο – Μέση Ανατολή – Ασία και Ανατολική Ευρώπη, επέβαλαν με κέντρο το Δελβινάκι και τον Παρακάλαμο, τη νομαδική κλειστή εθιμικά, ομαδική κοινωνική μορφή του βίου τους.
Η μεγάλη αυτή μειονότητα των Γύφτων του Πωγωνίου, σκορπίστηκε με το πέρασμα των χρόνων και τους κατατρεγμούς από νεώτερους καταχτητές της Ηπείρου, και σ’ άλλες περιοχές, όπως π.χ. στα Ζιτσοχώρια, Γραμμενοχώρια, Γιάννινα και λιγοστοί στα Ζαγοροχώρια.

Εκτός από νόθες κι αιμόμιχτες εξαιρέσεις, οι Γύφτοι είχαν μέσα τους κάποιες κληρονομικές δειλίες και φόβους οι περισσότεροι. Έτσι, σπάνια εμφανίστηκαν από τη φυλή τους πολεμιστές και ήρωες.
Έμειναν κι ως τα χρόνια μας, ολότελα αμόρφωτοι κι αγράμματοι.
Μέχρι το Β’ παγκόσμιο πόλεμο, τα κύρια βιοποριστικά τους επαγγέλματα ήταν: οργανοπαίχτες, με μια φυσική κλίση και τάση στην πραχτική και παθιάρικη παραδοσιακή μουσική. Ήταν σιδεράδες γεωργικών εργαλείων, κοσκινάδες, καρβουνιάρηδες, και θεληματάδες, τσαμπάσηδες, επαίτες και τεμπελχανάδες.
Εύκολα συμβατικοί, και δύσκολοι στην προσαρμογή των κοινωνικών και προοδευτικών εξελίξεων, ζούσαν σχεδόν ως το 1960, με λιτότητα σε χαμοκάλυβα, με ολιγάρκεια, αφροντισιά και αθλιότητα.
Όσα κι αν τους έδιναν, δε χόρταιναν ποτέ… για να επιβεβαιώνουν μια παροιμία που έλεγε ο προπολεμικός δάσκαλος στη Χειμάρρα και στο Γραμμένο Μάνθο Τσίκας ότι:
«οι κότες και οι Γύφτοι
ποτέ τους δε χορταίνουν».

Μετά το 1960 και το ακατάσχετο ρεύμα των μεταναστεύσεων, άρχισαν κι αυτοί να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία, να μαθαίνουν γράμματα και άλλες τέχνες» να δοκιμάζουν τα κότσια τους και στο εμπόριο και σε άλλα εργατικά πεδία.
Ο εκπολιτισμός από τις γενικότερες επιδράσεις και τα νέα συστήματα• προσάρμοσε και τους Γύφτους σε νέους τρόπους και μορφές οικογενειακής κι επαγγελματικής ζωής.

Ήτανε μια προσαρμογή, ιστορικοκοινωνικά αναγκαία και αναπόφευχτη. Σχετικά βέβαια και αποδοτική, για το σύνολο που μέσα σ’ αυτό διαβιούν.
Όμως, η πραχτική μουσική (θαρρείς κ’ είναι στο αίμα τους), τους κράτησε από φυσικού τους κι από πατρογονική παράδοση, στην οργανοπαιξία.
Πολλές οικογένειες Γύφτων και Τουρκόγυφτων και στην Κατοχή και αμέσως μετά το 1945, έφυγαν από χωριά του Πωγωνίου και ορισμένοι μπήκανε και ζούνε στην Αλβανία. Σαν γνωστοί τότε και διακεκριμένοι αργότερα οργανοπαίχτες της Δημοτικής Μουσικής.
Γενικά, και μεταπολεμικά, αυτές οι ράτσες, και ιδιαίτερα από το 1960 μέχρι σήμερα, έχουν πια σπερματικά διασταυρωθεί, με αναπότρεπτες εξελιχτικές διαμορφώσεις και συγχρωτίστηκαν με άλλες ελληνικές φάρες.
Πάντως το Πωγώνι, κράτησε κάποιες παλιές και νεώτερες γυφτογενιές και σοϊλίτικες φύτρες.

Με την έλευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1453 που αλώθηκε η Πόλη, οι Τούρκοι λεηλάτες με τα εξαγριωμένα στίφη τους, πέρασαν με σκληρές βαρβαρικές διαθέσεις κι εξανδραπόδισαν τους κάτοικους του Πωγωνίου, με λεηλασίες, φωτιές και ρεμούλες στα περισσότερα χωριά της περιφέρειας.
Στο Βασιλικό, στο Λαχανόκαστρο, και σ’ άλλα, για 50 ολάκερα χρόνια, σκοτείνιαζε πάνω τους ένα φάσμα νεκρικής σιγής και ερημιάς.
Έτσι, ο εθνολογικά ανάμειχτος λαός του Πωγωνίου, στέναζε επί δυόμιση αιώνες κάτω από τον βαρύ και καταθλιπτικό τούρκικο ζυγό.
Το αίμα, ο πόνος και το δάκρυ, πότιζαν ακατάπαυτα τη γη του.
Γύρω στα 1700, διαφέντεψαν την περιοχή κάποιοι πασαδομπέηδες της Πρεμετής.

Στα 1725, ένας Τουρκσρωμιός που λεγότανε Μάρης, πούλησε τους κατοίκους του Βασιλικού και του Λαχανόκαστρου για 13 πουγγιά σ’ έναν Αλήμπέη στο Δελβινάκι…
Το 1740, κυρίεψαν το Πωγώνι, με μια επιδρομή τους, οι Φρασιαλήδες και οι Καραμουρατάτες, δυναμικές και πολεμόχαρες φάρες.

Στα 1777, πέρασε από το Πωγώνι ο εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός και δίδαξε και αφύπνισε τον πληθυσμό, επισημαίνοντας το χρέος του για την ανάσταση της εθνικής συνείδησης.
Ο Πατροκοσμάς όργωσ’ ένα στέρφο ψυχικό έδαφος, κι έριξε το σπόρο της ελευθερίας με την ιδέα του αγώνα, όπου σιγά σιγά, ριζοβόλησε καρπούς, στο πρώτο και πλατύ της Κλεφτουριάς εγερτήριο του γένους…

Από το 1788 και πέρα, όταν ο Αλής Τεπελενλής, έγινε κυρίαρχος στην Ήπειρο, έκανε πάλι πρωτεύουσα της επαρχίας αυτής το Δελβινάκι, που γνώρισε τότε μεγάλη ακμή.
Κατοπινά, και πάνω στην εθνικοαπελευθερωτική και κοινωνική επανάσταση του 1821, ο λαός του Πωγωνίου, έγινε συμπαραστάτης και συμμετείχε ενεργά στον αγώνα, με υλικές και ηθικές θυσίες στο γενικό ξεσηκωμό.
Το Δελβινάκι και τα Δολιανά, ανάδειξαν μεγάλες αγωνιστικές ηγετικές μορφές, όπως π.χ. το Γεώργιο Γεννάδιο (δάσκαλο του γένους), το Γεώργιο Γαζή, αγωνιστή, σύντροφο και γραμματικό του Καραϊσκάκη, το στρατηγό πολέμαρχο του ιππικού Χατζημιχάλη Νταλιάνη, που κατατρόπωσε τους Τούρκους στο Μοριά, κι έπεσε πολεμώντας στο Φραγκοκάστελο της Κρήτης, μαζί με όλο το ιππικό του… Κι αργότερα, τον Ηροκλή Βασιάδη, γιατροφιλόσοφο και δάσκαλο της Μεγάλης του Γένους Σχολής, του αλύτρωτου τότε ελληνισμού και άλλους πολλούς μικρότερους και μεγαλύτερους ήρωες στους αγώνες.

Όταν βασίλεψε ο δέκατος ένατος αιώνας, κι ανάτειλλε ο εικοστός, οι Πωγωνίσιοι πήραν δραστικότατο μέρος και στα Κομιτάτα και στον ταχτικό στρατό, Μπιζάνι κ.λπ., ως την απελευθέρωση της Ηπείρου μας το 1913.
‘Έτσι, πρόσφεραν πολλά για τη λευτεριά, την αναγέννηση και την προκοπή του τόπου.
Ακολούθησε ο εθνικός διχασμός το 1915, και η πολεμική συντριβή της Μικρασίας, το 1922…
Αλλά, πριν από την ιταλική εισβολή το 1917, οι κάτοικοι του Πωγωνίου, είχαν κατορθώσει ν’ ανασυνταχτούν και να συγχωνευτούν σε μια εθιμική γλωσσική και βιολογική ομοιογένεια.
Από κει κι έπειτα, ως το 1940, είχαν διαμορφώσει έναν ιδιάζοντα και ιδιότυπο φολκλορικό βίο, με εξαιρετικά ήθη; καλλιεργώντας και τα παλιά, τα βαριά και πολυφωνικά πονεμένα και παραδοσιακά από τις βασανιστικές δουλείες «μακρόσυρτα» λαϊκά μοιρολόγια και τραγούδια…

Σύγκαιρα, τα άλυτα κι ανυπόφορα ζωτικά προβλήματα, οι πολιτειακές αδιαφορίες και παραγκωνισμοί, ανάγκαζαν και τον πωγωνίσιο κόσμο να ταξιδεύει, πάντοτε, και στην Ελλάδα και σε ξένες χώρες.
Χρόνια και χρόνια, στη μετανάστευση έβρισκε δυστυχώς ο λαός μοναδική διέξοδο ζωής και προκοπής.
Στην Αμερική, στη Ρουμανία, στην Αίγυπτο, στην Κων/πολη και σε άλλα μέρη. Εργάτες, υπάλληλοι, έμποροι, ψωμάδες, τεχνίτες, επιχειρηματίες.
Φίλεργοι και φιλότιμοι οι Πωγωνίσιοι, όπου κι αν βρίσκονταν, αλληλέγγυοι μεταξύ τους, έθεταν τη σφραγίδα του τίμιου και πατριωτικού ηπειρώτικου
χαρακτήρα.
Ο ψυχικός δεσμός με την πατρική τους γη, η αγάπη τους και η αφοσίωση στη σκέψη τους μ’ αυτή, τους έφερναν ταχτικά στη γενέτειρα και πιότερο στη δύση του βίου, για ν’ αφήσουν την τελευταία τους πνοή στο χώμα που γεννήθηκαν κι αντρώθηκαν.
Όσοι βέβαια δεν αποδημούσαν, εργάζονταν σκληρά και με πρωτόγονα μέσα, στην περιορισμένη από γεωργία και κτηνοτροφία περιοχή τους.

Γιατί, από το 1913 κι ως το 1940, δεν έγινε καμιά συστηματική κρατική προσπάθεια για την αξιοποίηση του εγχώριου πλούτου, που να εξασφάλιζε στον πληθυσμό αυτόν, μια κάποια οικονομική αυτάρκεια και άνεση, ώστε να κρατηθεί στον τόπο του.
Από τα χρόνια του μεσοπόλεμου κ’ ύστερα, και μετά την απελευθέρωση του 1945… όλες οι κυβερνήσεις και μέχρι τη δικτατορία στα 1973 καλλιεργούσαν από πολιτικές και άλλες σκοπιμότητες και με τη γειτονική Αλβανία απομονωτικές σχέσεις, για να χαρακτηρίζουν έτσι… και την περιοχή του Πωγωνίου «ακριτική», «παραμεθόρια» και «απαγορευμένη ζώνη».
Έτσι, όλα τα φωτισμένα, τα ζωντανά και δημιουργικά στοιχεία ξετοπίζονταν από τα χωριά για τις μεγαλουπόλεις … και για ξένες πατρίδες.

Σε όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, η περιφέρεια Πωγωνίου, ήταν η πιο εκτεθιμένη για τον εχθρό προμετωπίδα, που στάθηκε επικό και δραματικό θέατρο, ανασκολοπισμού, νικηφόρων μαχών, αμυντικών και επιθετικών επιχειρήσεων, ενάντια στον ιταλικό φασισμό. Σημειώθηκαν συγκινητικοί ηρωισμοί και αυτοθυσίες των κατοίκων.

Ήτανε τέτοιες οι εξάρσεις των πατριωτών και των μαχητών, που σύντριψαν τις ισχυρότερες φάλαγγες από τα πιο επίλεχτα τμήματα των Ιταλών επιδρομέων.
Στα 1944, οι χιτλερικοί καταχτητές, έκαψαν περισσότερα από 20 χωριά.
Οι γενναίοι κάτοικοι από το 1942 βέβαια, υπήρξαν πρωτοπόροι και είχαν πυκνώσει τις τάξεις των ανταρτών στην Εθνική Αντίσταση…
Στο μεγάλο εκείνο πατριωτικό και αντιστασιακό πόλεμο, όλη η περιφέρεια και τα 60 περίπου χωριά, στάθηκαν το πρώτο μαχητικό πεδίο, προμαχώνας και κάστρο, σε στρατό και ανταρτοσύνη, που την αντρεία αυτού του λαού, όπως θα ‘λεγε και ο Αισχύλος για τους Πέρσες στο Μαραθώνα, γνώρισαν μόνο οι ελεεινές και κοκορόφτερες ορδές του Μουσολίνι, και αργότερα οι κέρβεροι του Χίτλερ οι ναζήδες.
Από το 1940 ως το 1945, η συμμετοχή των κατοίκων του Πωγωνίου και του Καλαμά, ήταν με κάθε προσφορά και θυσία, παλλαϊκή και συγκινητική. Μια πολυθάμαστη πρωτοπορεία, για την προάσπιση των πιο υψηλών ανθρώπινων ιδανικών, για μιαν ακέρια λευτεριά και εθνική ανεξαρτησία.

Ακολούθησε ο καταραμένος εμφύλιος…
Αλλ’ αφότου οι αγωνιστές και όλο το προοδευτικό δυναμικό κι αυτής της επαρχίας κατατρέχτηκε και κυνηγήθηκε, από τη μεταπολεμική καθεστηκυία τάξη, τα Πωγωνοχώρια, όπως κι άλλες επαρχίες, ρήμαξαν κι απόμειναν στην ορφάνια και στην εγκατάλειψη.
 Έτσι και οι επίγειες και υπόγειες πλουτοπαραγωγικές πηγές, έμειναν αναξιοποίητες.
Από τότε και μέχρι σήμερα, έβλεπε και βλέπει κανείς, μια θλιβερή εικόνα και σ’ αυτά τα χωριά: σπαραγγιασμένα κι ελάχιστα, απόμαχα, νωθρά, συμβατικά κι αδύναμα πληθυσμιακά κύτταρα.

Ο ξεριζωμός και η αναγκαστική φυγή, έπληξε καίρια και την ταλαίπωρη αυτή περιφέρεια, και τη βύθισε σε θλίψη και υπομονή.
Τώρα ο λαός περιμένει την ανακοπή του ρεύματος της αστυφιλίας και την αντίστροφη μέτρηση, με μιαν αποκέντρωση που επιτάσσουν οι καιροί μας και οι ανάγκες της υπαίθρου, καθώς και η αποπνιχτική ζωή των πόλεων.
Ορισμένα κεφαλοχώρια, κράτησαν κάποια μερίδα πληθυσμού, όπως τα Δολιανά και ο Παρακάλαμος, που είναι και αγροτικό κέντρο, το Βασιλικό, το Δελβινάκι σαν παλιό επαρχείο, και η Πωγωνιανή (Βοστίνα) με το παλιό οικοτροφείο.
Σε μερικά βέβαια Πωγωνοχώρια μεταπολεμικά, έχει εγκατασταθεί μόνιμα, μια μειονότητα Βλάχων κτηνοτρόφων, αφού βρήκανε σπίτια, χωράφια και βοσκοτόπια εγκαταλειμένα κι έρημα.
Αρκεί ν’ αναφερθούμε όχι στη Βήσσιανη και στα ριζά της Νεμέρτσικας, αλλά στο Κεφαλόβρυσο που είχε και μια ραγδαία εξέλιξη κι έπειτα από μιαν αποδοτική μετανάστευση τις τελευταίες δεκαετίες στη Γερμανία και αλλού.
Τα Κεφαλόβρυσο έγινε σήμερα, το πιο πολυάνθρωπο και προοδευμένο κέντρο σε όλη την περιοχή.

Υπάρχουν όμως προβλήματα σ’ αυτή την ύπαιθρο που χρονίζουν αποτελματωμένα.
Υπάρχουν πηγές ορυκτών αγαθών, όπως π.χ. τα πετρέλαια της Λάβδανης, οι φωσφορίτες του Δελβινακίου, τα μάρμαρα και άλλα προϊόντα θαμένα στα έγκατα της Νεμέρτσικας, του Μπότσοβου και του Κασιδιάρη, η αξιοποίηση των ποταμιών Γορμού και Καλαμά σε υδροηλεκτρικά έργα κ.ά.

Όλα τα χρόνια λοιπόν, έλειψαν οι βασικές προϋποθέσεις, σε όλη την περιφέρεια, που ο κόσμος δεν έβρισκε και δε βρίσκει, για μόνιμο επαναπατρισμό. Έρχονται μόνο οι πονετικοί για τον τόπο Πωγωνίσιοι τα καλοκαίρια, από Αθήνα και Θεσσαλονίκη που είναι εγκατεστημένοι, οι περισσότεροι, δεμένοι συναισθηματικά με την προγονική τους γη. Έτσι, δίνουν κάποιες αναλαμπές κίνησης και ζωής, αναστυλώνοντας το κατά δύναμη και τα πατρικά τους σπίτια.
Αυτοί καλλιεργούν και διατηρούν και τα οργανικά και πολιτιστικά αναγκαία, εθιμικά, και πατροπαράδοτα λαϊκά πανηγύρια.
Και όχι ασφαλώς με τον παλιό ρωμαντισμό των αλόγων που έχει πεθάνει, αλλά, με τον τροχοφόρο συρμό της νοσηρής και πολύπλαγκτης εποχής μας.

15-4-82

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του Λάμπρου Μάλαμα «Θωρώντας βουνά & Πέλαγα».

Advertisements