Τα ηπειρωτικά χωριά και η κεντρική τους πλατεία

Τα ηπειρωτικά χωριά συγκροτούνται γύρω από έναν κοινοτικό, ελεύθερο, ανοικτό και κοινόχρηστο χώρο, που είναι η κεντρική πλατεία, το γνωστό μας μεσοχώρι. Συνήθως, τρεις συνοικίες, η πάνω, το μεσοχώρι και η κάτω, συναρθρώνονται μεταξύ τους, για να συγκροτήσουν την έκταση της συνεκτικής δόμησης ή κατοικίας.

Ο αριθμός των συνοικιών κυμαίνεται ανάλογα με το πληθυσμιακό μέγεθος του χωριού, χωρίς να αλλάζει σημαντικά η οργάνωση της δόμησης τους. Η κάθε συνοικία φέρει τη δική της ονομασία, που προέρχεται, κατά κανόνα, είτε από την αρχική οικογένεια που την ίδρυσε, είτε από την πληθυσμιακή σύνθεση της, είτε από τα φυσικά χαρακτηριστικά της τοποθεσίας, είτε ακόμη, από τον δικό της ιερό ναό ή ξωκλήσι. Η κάθε συνοικία ακολουθεί την οικιστική οργάνωση του χωριού ως προς τον ελεύθερο, ανοικτό και κοινόχρηστο χώρο. Διαθέτει, εν ολίγοις, τη δική της πλατεία και φυσικά πολλά από τα κτίρια και τις εξυπηρετήσεις της κεντρικής πλατείας του χωριού.

Σε πολλές μικρογεωγραφικές περιοχές της Ηπείρου, όπως π.χ. στις περιοχές Σουλίου, Λάκκας Σουλίου, Ξηρβουνίου, κ.λπ., χωρίς να είναι γενικός κανόνας, οι συνοικίες ενός χωριού ανέρχονται στον αριθμό των 20-25 και βρίσκονται διάσπαρτες στο χώρο και σε μεγάλη απόσταση μεταξύ τους. Τέτοιες περιπτώσεις οικιστικής διάρθρωσης του χώρου δηλώνουν, μεταξύ άλλων, οικογενειακές και κοινωνικές δομές, το σύστημα παραγωγής και την οικονομία γενικότερα, η οποία επικεντρώνεται στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Δηλώνουν, επίσης, την προσαρμογή της κοινωνίας στις παραγωγικές δυνατότητες του ηπειρωτικού φυσικού γεωγραφικού χώρου και παράλληλα εκφράζουν τον καθημερινό τρόπο ζωής, ένα σημαντικό κομμάτι του τοπικού πολιτισμού.

Η κεντρική πλατεία του ηπειρωτικού χωριού συγκεντρώνει όλη την κοινοτική δραστηριότητα και αποτελεί το γεωγραφικό σύμβολο της τοπικής κοινωνίας. Είναι ένα σημαντικό «σημείο» του χώρου για την ίδια την υπόσταση της κοινότητας. Χωρίς την πλατεία η κοινότητα ουσιαστικά δεν υπάρχει ως συγκροτημένο σύνολο. Τις περισσότερες φορές, παρά το έντονο ανάγλυφο του ορεινού χώρου, η κεντρική πλατεία αποτελεί και το γεωμετρικό κέντρο του χωρίου, γεγονός που ενισχύει τη σημασία και τη λειτουργία της. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο, ότι όλες οι υποδομές συγκεντρώνονται σ’ αυτόν τον ελεύθερο και ανοικτό χώρο και ότι όλες οι κοινοτικές δραστηριότητες λαβαίνουν χώρα σ’ αυτόν. Με δυο λογία, η κεντρική πλατεία του χωριού ταυτίζεται με την κοινωνική, θρησκευτική, οικονομική και πολιτισμική οντότητα της τοπικής κοινότητας. Έτσι, το σημείο αυτό του χώρου εκφράζει και αναδεικνύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ταυτότητα της τοπικής κοινότητας.

Ο κεντρικός ιερός ναός αποτελεί το πρωταρχικό κύτταρο γύρω από το οποίο αναπτύσσεται η συνεκτική δόμηση. Πολλοί θεωρούν, χωρίς να είναι βέβαιο, ότι ο κεντρικός ναός ταυτίζεται με την ίδρυση των οικισμών. Ανεξάρτητα όμως από τις όποιες θεωρήσεις, βέβαιο είναι, ότι τα πρώτα κοινοτικά και κοινόχρηστα κτίρια είναι τα θρησκευτικά. Αντίθετα, τα κοσμικά, κοινοτικά και κοινόχρηστα κτίρια, εμφανίζονται αργότερα, όταν φυσικά τα ηπειρωτικά χωριά αποκτούν τις απαραίτητες υποδομές. Συνήθως ο κεντρικός ιερός ναός βρίσκεται στο γεωμετρικό κέντρο της συνεκτικής δόμησης, όπως και η κεντρική πλατεία, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι είναι και το παλιότερο σε ηλικία οικοδόμημα του χωριού. Τις περισσότερες φορές, η χρήση και η λειτουργία της πλατείας και της εκκλησίας ταυτίζονται, γι’ αυτό και συνδέονται οργανικά. Οι στεγασμένοι και οι ανοικτοί χώροι τους εισχωρούν ο ένας στον άλλον, συνδέονται και συγχέονται, σε σημείο που είναι δύσκολο να τους ξεχωρίσει κανείς. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ταύτιση του κοσμικού και θρησκευτικού βίου που είναι μια άλλη όψη της καθημερινής ζωής και ένα άλλο στοιχείο της τοπικής πολιτισμικής ταυτότητας.

Η υποδομή του ηπειρωτικού χωριού αναπτύσσεται στην περιφέρεια του κοινοτικού, ελεύθερου και κοινόχρηστου χώρου, δηλαδή της κεντρικής πλατείας. Οι βρύσες, οι στέρνες, τα πηγάδια, οι υδρόμυλοι, τα λιθόστρωτα και τα γεφύρια, ίσως, είναι οι πρώτες κοινοτικές και κοινόχρηστες υποδομές της συνεκτικής δόμησης. Αργότερα, την εποχή της κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής άνθησης, το αμελικό, το χάνι, το σχολείο, το αρρεναγωγείο, το παρθεναγωγείο και το εμπορικό συμπληρώνουν, ακόμη καλύτερα, τις κοινοτικές υποδομές του χωριού. Στους νεότερους χρόνους, μετά την προσάρτηση της Ηπείρου στο ελληνικό κράτος, το κοινοτικό κατάστημα και άλλες σύγχρονες υπηρεσίες, οι οποίες ουσιαστικά εκφράζουν και δηλώνουν την κρατική παρουσία στο χώρο, προστίθενται στην υπάρχουσα παραδοσιακή υποδομή των χωριών. Τα περισσότερα από τα κτίρια της σύγχρονης υποδομής κτίζονται ή στεγάζονται γύρω από τον ανοικτό χώρο της κεντρικής πλατείας, φυσικά όπου και όταν υπάρχουν οι απαιτούμενοι ελεύθεροι χώροι η τα κτίρια.

Ο χώρος της συνεκτικής δόμησης του ηπειρωτικού χωριού κυκλώνεται, κατά κανόνα, με διάφορες εκκλησιαστικές και κοσμικές κατασκευές. Εικονίσματα, ξωκλήσια και αρκετές φορές μοναστήρια, αλλά και υδρόμυλοι, χάνια, καλύβες, αποθήκες, βρύσες και γεφύρια οριοθετούν την οικιστική έκταση, διαγράφοντας στον ανάγλυφο φυσικό χώρο μια νοητή περιφέρεια, δηλαδή έναν κύκλο, ο οποίος έχει ως γεωμετρικό κέντρο την πλατεία. Ανεξάρτητα από τον αριθμό των εικονισμάτων ή των ξωκλησιών που διαθέτει κάθε ηπειρωτικό χωριό, τέσσερα απ’ αυτά κτίζονται, οπωσδήποτε, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και ειδικά πάνω στους δύο βασικούς οδικούς άξονες που διασχίζουν, από βορρά – νότο και ανατολή – δύση, την κοινοτική έκταση. Η σημασία αυτών των «σημείων» του χώρου έχει πολλαπλές διαστάσεις. Ο χώρος της συνεκτικής δόμησης καθαγιάζεται, οριοθετείται με σαφήνεια, χρησιμοποιείται και λειτουργεί οργανικά και αποτελεσματικά, καθορίζονται οι ατομικές, κοινοτικές και εκκλησιαστικές ιδιοκτησίες και τέλος, συναρθρώνονται σ’ ένα ενιαίο σύνολο όλες οι εκφράσεις της καθημερινής ζωής.

Η κεντρική πλατεία του ηπειρωτικού χωριού συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος και πολλές φορές το σύνολο της κοινοτικής υποδομής και με τον τρόπο αυτό καθίσταται το σημείο εκείνο του χώρου, που συνδυάζει και εκφράζει όλες τις μορφές της τοπικής εξουσίας. Το γεγονός αυτό είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο του τοπικού πολιτισμικού προτύπου, που δηλώνει, συν τοις άλλοις, τη σημασία των κοινωνικών δομών και της ιεραρχίας στις ορεινές κοινότητες της Ηπείρου.

Η κοινωνική συγκρότηση, ο τύπος της παραγωγής και της οικονομίας, οι μορφές της εξουσίας, η θρησκευτική συνείδηση, η εθνοτική καταγωγή και η πολιτισμική έκφραση της τοπικής κοινωνίας, όλα βρίσκονται ενσωματωμένα και αποτυπωμένα στον ελεύθερο και ανοικτό κοινοτικό και κοινόχρηστο χώρο της συνεκτικής δόμησης. Με δυο λόγια, η πλατεία συμπυκνύνει τη γεωγραφική υπόσταση της κοινότητας, την ύπαρξη της τοπικής κοινωνίας, δηλαδή την οντότητα της στο χώρο. Οι έννοιες κοινωνία, οικονομία, πολιτική, θρησκεία, εκπαίδευση, ιστορία, ήθη, έθιμα, συνήθειες και παραδόσεις συνυφαίνονται στον δομικό ιστό της κεντρικής πλατείας και της συνεκτικής δόμησης, ταυτίζονται μ’ αυτήν και αποδίδονται με έναν ιδιαίτερο αισθητικό τρόπο, την τοπική αρχιτεκτονική.

 

* Αναδημοσίευση από το βιβλίο «Νομός Ιωαννίνων, Σύγχρονη πολιτισμική γεωγραφία» που εκδόθηκε από την N.Α. Ιωαννίνων το 1998.

Advertisements