Πρωτομαγιά στ’ Αηδονοχώρι

Του Λάμπρου Μάλαμα

Πολλά χωριά στην Ήπειρο μας, είναι χτισμένα σε πλαγιές και λοφάκια, όπου κάθε άνοιξη τα πλημμυρίζει ένα γύρω, μια πολύμορφη βλάστηση, που αφήνουν τον επισκέπτη μαγεμένο. Πρέπει όμως, να ‘ναι κανείς τοπολάτρης και φυσιολάτρης, να τα επισκέπτεται σ’ ανάλογες εποχές και να τα χαίρεται η ψυχή του, σ’ όλες τις αποχρώσεις και τις φυσικές παραλλαγές τους. Πρωτομαγιά και βρεθήκαμε στο Μπουραζάνι…

Αυτή η εύφορη κοιλάδα του Αώου, έχει μιαν ιδιάζουσα, συναρπαστική έλξη. Σε καθηλώνει με την πυκνή και πολύβλαστη χλωρίδα της! Θες να τη θωρείς αχόρταγα και να δροσοβολιέσαι. Ο Μάης με τα λογής πουλιά και με τα μουρμουρά νερά, σου ψέλνει αδιάκοπα όρθρους κι εσπερινούς ευδαιμονίας. Σ’ αυτά τα κάποια έγκατα, τ’ ανάβαθα της γης, κείτεται η αρχαία πόλη Σεσάρηθος των Ταυλαντίων. Κι όπως προχωρούμε κατά τα σύνορα τ’ αλβανικά, λίγο πιο πάνω από κει που συναντιούνται ο Αώος με το Σαραντάπορο, είναι το μοναστήρι της Διπαλίτσας (αρχαία πόλη, που τ’ όνομα της σημαίνει: νεροτριβείο) στα πόδια του χωριού Μολυβδοσκέπαστου. Κτήτορας της μονής ο Κων/ντίνος Πωγωνάτος το 672 μ.Χ., αφιερωμένη στην Παναγιά-προστάτιδα του Βυζαντινού επιδρομέα ηγεμόνα• και σκεπασμένη ολάκερη με μολύβι. Είναι από τους πιο αρχαίους κι αξιόλογους ναούς.

Η εκδρομή μας έχει προορισμό τ’ Αηδονοχώρι. Είναι χωριό που δικιολογεί απόλυτα σαν τόπος φυσικής του καλονής και θέασης, την αξία του ονόματος του. Χτισμένο πίσω από τη Νεμέρτσικα. Ορθώνει τη σιλουέτα του, στη ρίζα του βουνού Βορτόπι. Είναι μια παρουσία, σε αμφιθεατρική τοποθεσία. Σε ανοιξιάτικους και θερινούς καιρούς νιώθει κανείς αναγεννήτρα πανδαισία! Ανηφορίζουμε ζερβά, λίγες στροφούλες και φτάνουμε στο μεσοχώρι. Η φύση ολάκερη γύρω απ’ το Αώο, αλλά και δώθε και κατάντικρυ σ’ όλες τις λαγκαδιές και τις πλαγιές, μας καρτερεί γιορταστική, μ’ όλες τις νύφες κουτσουπιές, ανθοπερήφανες, μαβιές, μαγεύουν τις ευγενικές ψυχές και μαγνητίζουν τ’ αγριομελίσσια. Τ’ αηδόνια σ’ άλλα δέντρα φουντωτά σ’ αναρριχώμενα κισσάρια, αθέατα, κάνουνε στο μοσχοβόλο Μάη πανηγύρι! Είναι για όλους ο ανοιξιάτικος ο ερωτιάρης μήνας. Σε κάθε αηδονότοπο βρίσκει κανείς την πιο γλυκεία γαμήλια κι ευλογημένη ώρα! Τ’ Αηδονοχώρι παλιά λεγόταν Οστανίτσα που θα πει Σταθμός. Σπιτάκια με αυλούλες και μπαλκόνια, στεφανωμένα με λεβάντες κι αγιοκλίματα.

Βιγλίζουμε τους ανοιχτούς ορίζοντες πέρα κατά το βορρά και την ανατολή. Θέα πανοραμική και προς την Κόνιτσα, κι αγνάντια η Μελισσόπετρα και πίσω η Καλόβρυση. Στο βάθος δεξά οι κορυφές του Πίνδου φιλούν τον ουρανό. Όπου σταθείς κι όπου κοιτάξεις, τις ομορφιές εδώ, σε υψόμετρο 560, ακούς τις συναυλίες των πουλιών και η καρδιά σου ανασκιρτά να ψάλλει με πολλές φωνές, ύμνους για την ελληνική την ηπειρωτική μας φύση! Τέτοιον καιρό, θαρρείς και ανασταίνονται οι 800 αρχαίες φαμιλιές με τις 43 τους εκκλησιές… Οι ζωντανές ψυχές από τις 40 οικογένειες, που κατοικούνε σήμερα, είχαν ανέβη από την αυγή, πάνω, κοντά προς τη Νεμέρτσικα, δεξά στον περίοπτο λόφο του Γκούρα. Εκεί στο ξακουστό μοναστήρι, με τα πολλά παλιότερα μετόχια, κάθε Πρωτομαγιά, κάνουν σ’ αυτό το υπέρθεο τοπίο πανηγύρι. Σε σχετική αναπαλαίωση και μ’ άλλες ευκολίες, περιποιούνται τα κελιά και το μικρό ξενώνα, δίπλα στο ναό Ταξιαρχών.

Παίρνουμε κι εμείς αντίδωρο απ’ τα’ αηδονολαλήματα κι ανηφορίζουμε στη Γκούρα, που έμεινε τ’ όνομα, από τ’ αρβανίτικα και σημαίνει πέτρα. Σε λίγα λεφτά της ώρας, βρισκόμαστε κιόλας με το φυσιολάτρη Σωτήρη, στην κορφή στο μοναστήρι, με το παλιό καμπαναριό και πλάι του λείψανα, από τ’ αρχαίο του 12 αιώνα. Ο Ι. Λαμπρίδης στα «Πωγωνησιακά» του θα μας πει: «Η Μονή Ταξιαρχών ίσταται μεταξύ Οστανίτσης και Διπαλίτσης δια λάκκων απόκρημνων απ’ αμφοτέρων των χωρίων τούτων διαχωριζομένη • επονομάζεται δε Γκούρα, διότι ωκοδόμηται επίλίθον γκούρας, εν τη αλβανική διαλέκτω λεγομένου. Έκειτο δε προ χρόνων αμνημονεύτων εις θέσιν «Αηδονολαλούσαν», εκείθεν δεμετετέθη εις τους πρόποδας τον βουνού Βορτόπι και είτα από των αρχών του 17 αιώνος τουλάχιστο προς μονήν και εις απόστασιν 15′ όπου νυν κείται…»

Αργότερα, ο ναός κάηκε… Στα 1854-1856 άρχισε ν’ ανακαινίζεται στο παλιό του σχήμα, κι ανάμεσα στην αυλή του έγινε και η απαραίτητη δεξαμενή του. Έμεινε όμως ημιτελής, γιατί, το χρήμα ερχότανε τσιγκουνευτά, από τους δωρητές συντοπίτες, που ήτανε στο Βουκουρέστι μετανάστες. Το μοναστήρι είχεν έσοδο, γύρω στις 140 λίρες, από χωράφια κι αμπέλια, αλευρόμυλο και νεροτριβειό, που είχε στην κατοχή του στη Ρουψιά, Ζαραβίνα και Τσαραπλανά. Τα δε συμφέροντα του πατριαρχείου καθόριζαν αυτή την περιουσία, πότε ενοριακή, κι άλλοτε σταυροπηγιακή, ανάλογα με τα δικά του νιτερέσια. Ενώ η σταυροπηγιακή μονή της Κοίμησης Θεοτόκου, αντίπερα στην αριστερή όχθη του Αώου, είναι σε απόσταση μισής ώρας από το χωριό Μολυβδοσκέπαστο, παλιά Διπαλίτσα. Τ’ όνομα έμεινε από τη μολυβένια στέγη που ο φιλόθρησκος και φιλοηπειρώτης αυτοκράτορας έχτισε παρόμοια και στο Βουργαρέλι. Μια επιγραφή που σώζεται γράφει: «Ηγέρθη εκ βάθρων και ανωκοδομήθη συνδρομή και δαπάνη του ευσεβέστατου βασιλέως Κων/νου του Πωγωνάτου». Είχε δε πολλούς θησαυρούς. Μετά από πολλά χρόνια, ο ναός της Παναγίας, καταστράφηκε ολότελα. Μα τον ξανάφτιασε και πάλι όπως ήταν, ο Ανδρόνικος Κομνηνός και μέγας δούκας ο Παλαιολόγος το 1185. Γιατί εκεί διδάσκονταν και οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, όπως στα μοναστήρια του Νησιού των Γιαννίνων. Κι άλλες φορές λεηλατήθηκε αλλά και πάλι ξαναγινότανε στον παλιό βυζαντινό ρυθμό του, με νάρθηκες θολωτούς και φωτεινούς, με τις αγιογραφίες του και το ψηλό καμπαναριό του. Τελευταία, είχε ανακαινιστεί και ιστορηθεί από τους Πωγωνιανίτες στα 1521. Από τα πολλά βιβλία και χειρόγραφα, σώθηκε μόνο ένα ευαγγέλιο με ασημόχρυση πλάκα, που αναγράφει το έτος 1585 και τα ονόματα των δωρητών του. Διατηρήθηκαν επίσης και οι αξιόλογες τοιχογραφίες. Να τι γράφει σχετικά, κι ανάμεσα σε άλλα, ο λόγιος ιεροψάλτης Αχιλ. Κολιός στο Περιοδικό «Κόνιτσα» που εκδίδει τελευταία ο κονιτσιώτης συγγραφέας Σωτήρης Τουφίδης: «Η παράδοση απέδωσε όχι σε θρησκευτικό ζήλο, παρά σε αλαζονεία, την ίδρυση του ναού, από τον Κων/ντίνο Πωγωνάτο, που σε κάποιο αρχαίο χειρόγραφο, αναφέρονται και τούτα: «Ούτος παρεδέχετο ότι πάντα τα μεγάλα κατορθώματα εν τω κόσμω τούτω, εξαρτώνται εκ της τύχης και ότι την εξονσίαν οι Κυβερνήσεις των λαών αναλαμβάνουσι κατά διαδοχήν μη συμβαλλόμενης ποσώς προς τούτο της θείας θελήσεως. Δια τονλόγον αυτόν ηθέλησε να διαγράψει, το ΔαυϊτικόνΡητόν: «Καθείλε δυνάστας από θρόνων» κλπ… το οποίον ήτο γεγραμένον εν τω τοίχω του παρεκκλησίου Διπαλίτσας». Και ο κ. Κολιός συνεχίζει: «Ο Ναός είναι καθαρά βυζαντινός, σταυρεπίστεγος μετά τρούλου, διαστάσεων μήκους 20 μέτρα και πλάτος 10 μέτρα περίπου, με τοιχογραφίες που διατηρούνται καλώς… Το τέμπλο είναι ξυλόγλυπτο και καλλιτεχνικότατο που ανάγεται στο 16 αιώνα. Ολόκληρος ο ναός φωτίζεται αμυδρά εσωτερικά, με μικρά πολύχρωμα παράθυρα. Είχε πολλά κειμήλια, τα οποία σε διάφορες εποχές αφήρεσαν ιερόσυλοι. Υπάρχει όμως ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο σε μεμβράνη, 298 φύλλα με μικρογράμματη γραφή και αρχαιότατο και πολύτιμο στάχωμα, το οποίο βρίσκεται στο Μουσείο Ιωαννίνων, και φέρει χρονολογία 1582. Η Μονή Μολυβδοσκεπάστου ήταν πολύ πλούσια και είχε πολλές δωρεές από ομογενείς Κων/πόλεως, Ρουμανίας, Ρωσίας και Μολδοβλαχίας, καθώς και πλούσια μετόχια στη Ρουμανία, που υποστηρίζονταν από Ρουμάνους δυνάστες. Συντηρούσε εκπαιδευτήριο, στο οποίο από το 1376 δίδασκαν μοναχοί και σχολή χειρογράφων, όπου διδάσκονταν χειρογραφία κληρικοί και λαϊκοί. Αργότερα όμως, η παράνομη δήμευση των προσοδοφόρων Μετοχιών στη Ρουμανία, τα οποία εξαρτώνταν από τα σκηνώματα που ήταν στην Ήπειρο, εστέρησε και τη Μονή Μολυβδοσκεπάστου σπουδαίου ετησίου εισοδήματος…».

Οι δυο κοντινές κώμες που έζησαν αιώνες και ήκμασαν και παρήκμασαν, ήταν η Οστανίτσα και η Διπαλίτσα, που αποτελούσαν και οι δύο μια πόλη, με 12.000 κατοίκους, με τα χωριά: Μεσσαρία, Αβαρίτσιανη, Συκιά, Υψηλότερα, Βλάχου, Βαλοβίστα, με 73 ναούς και 43 βρύσες. Στη Μεσαριά, που τη χώριζε ο λάκκος από τη Διπαλίτσα, κατοικούσαν οι άρχοντες, οι τιμαριούχοι, οι ευγενείς, οι πλούσιοι, οι πατρίκιοι, κατά τους Ρωμαίους. Ενώ στη Διπαλίτσα, ήταν οι εργάτες με πολλά βυρσοδεψεία, ο λαουτζίκος, οι πληβείοι, οι «τσαμπάσηδες» των παζαριών, αλλά και οι έμποροι που μετανάστευαν και πηγαινοέρχονταν στη Βλαχιά. Οι δε κάτοικοι της Οστανίτσας, όπως γράφει ο περιηγητής Ληκ, καταγίνονταν και με την υφαντική και με την καλλιέργεια των κουκουλιών, του μεταξιού, της συκαμινοφυτείας.

Μα σ’ έναν καιρό, από τα βαριά και δυσβάσταχτα γεώμορα που τους άρπαξαν οι γεωκτήμονες, θύμωσαν, εξοργίστηκαν, ενώθηκαν όλοι μαζί, ξερίζωσαν τις μουριές και με λιθοσωρούς, έριχναν ανάθεμα σε όποιον θα ξαναφύτευε συκαμινιές. Γύρω από τη Μονή της Παναγιάς, στην τοποθεσία «Παζάρια» όπως τη λένε και σήμερα, γινόταν η μεγάλη εμποροπανήγυρη, μια από τις μεγαλύτερες στην Ήπειρο και Αλβανία. Μα το 1645, όταν οι κάτοικοι της Διπαλίτσας θέλησαν να έχουν γενικούς προστάτες μια από τις δυναμικότερες πάτριες, τους Λιαλιάτες, που υπερασπίζονταν με γερό τίμημα και την εμποροπανήγυρη φορολογικά, συνάζοντας και τους φόρους από ντόπιους και ξένους εμπόρους. Μια άλλη πατριά οι Καραμουρατάτες ζήλεψαν και φθόνεσαν τους Λιαλιάτες. Έτσι, οι δεύτεροι, άναψαν έναν πόλεμο στη διάρκεια του παζαριού και εξόντωσαν τους πρώτους… Έριξαν δε, τέτοια σφαγή και ρεμούλα… που σκότωσαν και τους εμπόρους και τον άμαχο πληθυσμό… Η αγορά της Διπαλίτσας -θα μας πει κι ο Π. Αραβαντινός στα «Ηπειρ. Χρονικά»- ρημάχτηκε κυριολεχτικά, από τους Καραμουρατάτες… όπως μνημονεύουν και οι παρακάτω τραγελαφικοί στίχοι: «Σαν απόψε και σαν τώρα κι ενωρίτερα ακόμη επιασθήκαν οι Λιαλιάται με τους Καραμουρατάτας Κι εδιαγούμσαν το παζάρι. Πάει κι ο Ντόκας τον Μουράτη Παίρν’ ένα σακκί στην πλάτη… Πάντεχε κ’ ήτο μετάξι μα αυτό είχε κανάβι…».

Σαν πέρασαν 150 χρόνια… υπήρξε πάλι κάποια ανασυγκρότηση ζωής σ’ αυτά τα μέρη. Το 1790 ο Αληπασάς «την διχόνοιαν και αλληλομαχίαν διασπείρας μεταξύ των διαφόρων εκεί πατριών, υπέταξεν αυτούς και περιόρισεν», αναφέρει πάλι ο Λαμπρίδης. Μα όλοι οι πόλεμοι, όλων των εποχών και των αιώνων, που γίνονται από κίνητρα οικονομικά και ταξικά, καθώς και ανόητα θρησκειολατρικά, ο φόρος αίματος και σ’ αυτής της περιοχής το δίχαλο που σμίγει ο Αώος με το Σαραντάπορο, ήτανε βαρύς. Κι όλες εκείνες οι απόμακρες γενιές, οι φάρες οι αντίμαχες, τα φονικά συμβάντα, σαρώθηκαν από τον πανδαμάτορα το χρόνο, κι έγιναν μπουχός και άνεμος κατά καπνού.

Ας αφήσουμ’ όμως τ’ αρχαία, όπου οι ιστορικές αλήθειες και τα παραδείγματα πρέπει να μας διδάσκουν… Και να, πώς καταλήγει για τα σημερινά πράγματα του χωριού του Μολυβδοσκέπαστο (Διπαλίτσα) ο Αχ. Κολιός: «Αυτά αποτελούν θρύλο, δόξα και παρελθόν. Σήμερα ποια είναι η κατάσταση; Όπως όλα τα χωριά της επαρχίας Κόνιτσας, έτσι και αυτό φθίνει. Οι κάτοικοι σήμερα δεν σώνουν τους 70. Ευτυχώς υπάρχει το τηλέφωνο, η ΔΕΗ, το νερό, το λεωφορείο και οι ξωμάχοι, που δεν σκέπτονται καν να εγκαταλείψουν το χωριό τους. Οι άλλοι, οι πυγολαμπίδες, κάμουν που και που την εμφάνιση τους, σε κάνα πανηγύρι, σε κάνα θάνατο, καμιά βδομάδα το καλοκαίρι, και όλο τον καιρό μένουν στα κέντρα, στις πολιτείες. Και πράγματι, τι να κάμουν στο χωριό; Δεν υπάρχει απασχόληση καμιά. Οι συναισθηματισμοί και τα βιώματα του καθένα μας, συμβαδίζουν σε εξάρτηση με την εξασφάλιση του επιουσίου. Είμαστε τόσο χαμένοι μεταξύ μας χρόνια, που, ομολογουμένως, δεν γνωριζόμαστε καθόλου με τη νέα γενιά του χωριού μας. Δεν ξέρουμε ποιανού είναι τα παιδιά που τυχαίως θα δούμε, όταν καμιά φορά βρισκόμαστε στο χωριό μας.».

Όμως, είμαστε στ’ Αηδονοχώρι (Οστανίτσα), και είναι ώρα να χαρούμε, πάνω στη Γκούρα τα επίκαιρα, τα τωρινά, το λαϊκό το πανηγύρι… Βγαίνοντας από τ’ ανάλογο επισκεπτήριο του μοναστηριού, περνάμ’ ένα ίσιωμα που γίνετ’ ο χορός… και τα λαλούμενα, τ’ ανταγωνίζονται από τις ρεματιές τ’ αηδόνια! Μας κερνάν οι φίλοι καλλιτέχνες Χριστίδης & Αναστασίου… Στεκόμαστε σ’ ένα φυσικό μπαλκόνι και βιγλίζουμε ολόγυρα παντού. Τα μάτια μας δε χορταίνουν το θέαμα. Πότε ζερβιά πάνω και πίσω κατά το αθέατο Μποντσικό, πότε καρσί προς το Μολυβδοσκέπαστο, στον κάμπο κάτω, κι αντίπερα ως τις κορφές του Λεσκοβικιού, της Ερσέκας. Και πίσω πάλι κατά το Βορτόπι. Πλανιούνται οι θωριές και σε γυμνές βουνοκορφές και μες στην καταπράσινη της Γκρίκας τη χοάνη.

Επισκεφτείτε τ’ Αηδονοχωριού τα μέρη τέτοιαν εποχή, και θα γνωρίσετε την ποικιλόμορφη ανθοφορία της φύσης• αλλά μαζί και τις γλυκόθωρες κοπέλες στο χορό, μελλοντικές νυφούλες! Όλο καημούς και όνειρα… Έναν κόσμο της νιότης, με σκιρτόβολες καρδιές, που μοιάζουν αθώα κι αγνά λουλούδια. Εδώ, η όποια θηλυκάδα του Μαγιού, είναι καλό να σμίγει μια λαϊκή παράδοση περίχαρη, μιαν αναγέννηση, γεμάτη χρώματα, χυμούς και σφρίγος για ζωή. Τέλος, ας χαιρετίσουμε κι εμείς, με τις λαλίτσες των πουλιών που συνερίζονται τις δοξαριές και τα κλαρίνα,…τους φίλους αηδονοχωρίτες που μας κερνάν… στη γιορτινή Πρωτομαγιά της εργατιάς του κόσμου.

2-5-87

Αναδημοσίευση από το βιβλίο του συγγραφέα «Θωρώντας βουνά & Πέλαγα».

Advertisements