Το γεφύρι της Άρτας

Το γεφύρι της Άρτας είναι το πιο γνωστό πέτρινο γεφύρι που βρίσκεται στον Ελλαδικό χώρο. Γεφυρώνει τον ποταμό Άραχθο και με την υπάρχουσα μορφή του υπολογίζεται ότι υπάρχει από τις αρχές του 17ου αιώνα. Πιθανότατα στο σημείο αυτό να προϋπήρχε παλιότερα κάποιο άλλο πέρασμα, κάτι που φανερώνει η τεχνοτροπία κατασκευής των βάθρων του γεφυριού, που θυμίζει αντίστοιχες κατασκευές των Ελληνιστικών χρόνων.

Το γεφύρι της Άρτας έχει μήκος 142 μέτρων και το πλάτος του φτάνει τα 3.75 μέτρα. Έχει τέσσερα άνισα τόξα και ανάμεσα τους υπάρχουν άλλα τόσα ανακουφιστικά ανοίγματα. Στα πλευρά του λιθόστρωτου καταστρώματος του έχει κατασκευαστεί προστατευτικό στηθαίο.

Το γεφύρι τη Άρτας είναι ξακουστό γιατί σύμφωνα με την λαϊκή μας παράδοση για να σταθεροποιηθεί χρειάστηκε ο πρωτομάστορας να θυσιάσει τη γυναίκα του. Αυτή την ανθρωποθυσία κατέγραψε η λαϊκή μας μούσα και την έκανε τραγούδι, που με διάφορες παραλλαγές έφτασε ως τις μέρες μας . Εμείς το παραθέτουμε όπως το συμπεριέλαβε ο λαογράφος Νίκος Πολίτης, στο βιβλίο του «Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού»:

«Σαράντα πέντε μάστοροι κ’ εξήντα μαθητάδες

γιοφύρι νεθεμέλιωναν ‘ς της Άρτας το ποτάμι

Ολιμερίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζόταν.

Μοιρολογούν οι μάστοροι και κλαιν οι μαθητάδες:

«Αλίμονο ‘ς τους κόπους μας, κρίμα ‘ς τις δούλεψαίς μας,

ολιμερίς να χτίζουμε, το βράδυ να γκρεμειέται».

Πουλάκι εδιάβη κ’ έκατσε αντίκρυ ‘ς το ποτάμι,

δεν εκελάιδε σαν πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,

παρά εκελάιδε κ’ έλεγε, ανθρωπινή λαλίτσα:

«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει

και μη στοιχειώσετε ορφανό, μη ξένο, μη διαβάτη,

παρά του πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα

πόρχεται αργά τ’ αποταχύ, και πάρωρα το γιόμα»

Τ’ άκουσ’ ο πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.

Πιάνει, μηνάει της λυγερής με το πουλί τ’ αηδόνι:

Αργά ντυθεί, αργά αλλαχτή, αργά να πάει το γιόμα,

αργά να πάει και να διαβεί της Άρτας το γιοφύρι.

Και το πουλί παράκουσε, κι αλλιώς επήγε κ’ είπε:

«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πας το γιόμα,

γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι».

Να τηνε κ’ εξανάφανεν από την άσπρη στράτα.

Την είδ’ ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του.

Από μακριά τους χαιρετά κι’ από κοντά τους λέει:

«Γεια σας, χαρά σας, μάστοροι και σεις οι μαθητάδες,

μα τι έχει ο πρωτομάστορας χ’ είναι βαργωμισμένος;

– Το δαχτυλίδι τόπεσε ‘στη πρώτη τη καμάρα,

και ποιος να μπει και ποιος να βγει τα δαχτυλίδι να βρει;

– Μάστορα μην πικραίνεσαι κ’ εγώ να πα σ’ το φέρω,

εγώ να μπω, κ’ εγώ να βγω, το δαχτυλίδι να βρω».

Μηδέ καλά κατέβηκε, μηδέ ‘ς τη μες’ επήγε,

«Τραύα, καλέμ’, τον άλυσο, τραύα την αλυσίδα,

Κ’ όλον τον κόσμο ανάγειρα και τίποτες δεν ηύρα»

Ένας πιχάει με το μυστρί, κι’ άλλος με τον ασβέστη,

παίρνει κι’ ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο.

«Αλίμονο ‘ς τη μοίρα μας, κρίμα ‘ς το ριζικό μας!

Τρεις αδερφάδες ήμαστε, κ’ οι τρεις κακογραμμέναις,

η μια χτίσε το Δούναβη, κ’ η άλλη τον Αφράτη

κ’ εγώ η πιλιό στερνότερη της Άρτας το γιοφύρι

«Ως τρέμει το καρυόφυλλο, να τρέμει το γιοφύρι

κι ως πέφτουν τα δεντρόφυλλα να πέφτουν οι διαβάταις».

– Κόρη τον λόγον άλλαξε, κι’  άλλη κατάρα δώσε

πόχεις μονάκριβο αδερφό, μη λάχει και περάσει.

Κι’ αυτή τον λόγον άλλαξε, κι’ άλλη κατάρα δίνει:

«αν τρέμουν τα’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,

κι αν πέφτουν τα’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάταις,

τι έχω αδερφό ‘ς την ξενιτειά, μη λάχει και περάσει».

Για την ιστορία του γεφυριού της Άρτας ο Θεοχάρης Τσούτσινος έγραψε στην εφημερίδα «Ελεύθερο Λόγο» της Άρτας το 1932:

«Το Γεφύρι της Άρτας είναι πολυθρύλητον δι’ εν λαϊκόν τραγούδι, το οποίον αναφέρεται εις την θεμελίωσιν και στερέωσιν αυτού. Κατά το τραγούδι αυτό, το οποίον είναι τραγούδι της συντεχνίας των κτιστών και τεκτόνων (μαστόρων) και δι’ αυτό πανελλήνων, ο αρχιτέκτων (πρωτομάστορας) εθυσίασε την γυναίκα του δια να στερεωθή το Γεφύρι κατά την μαντικήν λαλίαν ενός πτηνού, που εκελάδει κι’ έλεγε ν από την υψηλήν καμάραν που εθεμελιώνετο και εν τω μεταξύ έπιπτε κατά την παράδοσιν (βλ. Δοκίμ. Αρτης-Πρεβέζης Σεραφείμ Ξενόπουλου, σελ. 379).

Πότε εγένετο η ζωντανή θυσία και η στερέωσις του γεφυριού δεν ήτο γνωστόν μέχρι το 1912 μ.Χ. Τότε εις εμε’ επιμελητήν των Αρχαιοτήτων του Νομού Άρτης υπό του Υπουργείου Παιδείας διωρισμένον έδειξεν επί επιστροφή ο μ. ιατρός Τζανόπουλος εκ Κονίτσης ιατροσόφιον πεπαλαιωμένον και δεδομένον, το οποίον εις το εσώφυλλον είχε το εξής σημείωμα και το οποίον ανεκοίνωσα εις πολλούς: «Στο 1612 έπεσεν η ψηλή καμάρα και εχρειάστηκαν τρία χρόνια να την ξανακτίσουν. Αυτά τα αντέγραψα από την μεγάλη ψαλτική του Πραμαντά». Αυτή η μαρτυρία είναι η μόνη αληθής ως δύναται να αποδειχθή εκ της επισταμένης μελέτης του σημερινού γεφυριού. Το Γεφύρι της Αρτας, ως φαίνεται έχει κτισθή εις τεσσάρας αφισταμένας χρονικός περιόδους: 1) Κατά την Ελληνικήν ή Μακεδονικήν περίοδον, ως δεικνύουσι τα σωζόμενα με λίθους μεγάλους τετραγωνικούς βάθρα. 2) Κατά την βυζαντινήν περίοδον του Δεσποτάτου της Άρτης, ως δεικνύει η ως άνω των βάθρων κατασκευή του γεφυριού απαρτιζόμενου εκ τεσσάρων καμορών (αψίδων) μεγάλων με σχήμα του τόξου των θόλων μηνοειδές, ων η πρώτη εκ δεξιών (σήμερον ύψηλη καμάρα) ολίγον πλατύτεοα και ολίγον υψηλοτέρα των άλλων μετά τεσσάρων θολωτών θυρίδων εν τω μέσω εκάστου των κτύπων κιόνων αυτών από του βάθρου μέχρι της κορυφής, ίνα διαρρέωσι τα ύδατα εν καιρώ υπερπλημμυρών και δύο εκατέρωθεν πολύ μικρών καμάρων, ομοίου σχήματος εκ μικρών λίθων μετ’ άσβεστου. 3) Κατά την τελευταίαν περίοδον του Δεσποτάτου της Άρτας, ως δεικνύει άλλο ανώτερον στρώμα επί του παλαιού αρχομένου από της πρώτης καμάρας δια την αποφυγήν της διακοπής της συγκοινωνίας ένεκα των εκτάκτων πλημμύρων και μετά προσθήκης, άλλων μικρών καμάρων, ως φαίνεται σήμερον παρά την παλαιοτάτην πλάτανον, εξ ης επί Αλή Πασά πολλοί εκρεμάσθησαν κατά το λεγόμενον και 4) Κατά την Τουρκικήν περίοδον κατά την άνω μαρτυρίαν (από 1612-1615 μ.Χ.), ότε έπεσεν η υψηλή καμάρα και ανεκτίσθη, ως και σήμερον συμπεραίνεται εκ των θολιτών λίθων αυτής, οίτινες είναι ολιγώτερον υπό της υγρασίας βε βλαμμένοι των άλλων θολιτών των άλλων καμάρων.

Κατά την περίοδον ταύτην η άλλοτε ακμαιότατη αρχιτεκτονική, ως φαίνεται εις τα σωζόμενα φρούρια και ναούς κλπ., παρήκμασε και εύλογος είναι η συγκίνησις του κόσμου διά την ανάκτισιν της υψηλής καμάρας μετά πολλής τεχνικής δεξιότητος, ώστε και σήμερον να κινεί τον θαυμασμόν διά την στερεότητα αυτής και αντοχήν εις μεγάλα βάρη λεπτή αυτή λίθινη και μετέωρος, διότι ο αρχιτέκτων έρριψε την ισορροπίαν του βάρους εις τα πλάγια, κατά τον μηχανικόν μ. Ευάγγελον Χατζόπουλον, ώστε δικαίως λέγει ο λαός «γεφύρι πέτρινο κυττάς να κρέμεται σαν ράμμα».

Και επέτυχε τούτο ο αρχιτέκτων, επειδή έδωκε σχήμα ωοειδές εις την καταπεσούσαν πρώτην εκ δεξιών καμάραν επισωρεύσας θολίτας οξυκόρυφους ούτως ώστε να εμβάληται η εντύπωσις αύτη διά το ύψος της εις τους θεμένους μακρόθεν από της χαλικώδους κοίτης και εκτεταμένης του Αράχθου προς Ν.Δ. της πόλεως Άρτης εν μέσω των πορτοκαλεώνων και ελαιώνων. Τα υπό του Εγκυκλ. Λεξ. Ελετυθερουδάκη λεγόμενα και τα υπό της Μ. Εγκυκλοπαίδειας Μακρή, ότι εκτίσθη κατά πάσαν πιθανότητα το 1602 ή 1606 δεν είναι αληθή. Διότι όχι μόνον δεν συμφωνούν προς τα άνω σημειώματα, αλλά και προς το τραγούδι του γεφυριού το οποίον λέγει τρεις χρόνους εδουλεΰανε της Άρτας το γεφύρι ήτοι επί τρία έτη. Εις τα Ηπειρωτικά Χρονικά τευχ. Α’ και Β’ του 1929 σελ. 80 ο κ. Κ. Καιροφύλας, Νομάρχης άλλοτε Άρτης, αναγράφει ότι εν τη βιβλιοθήκη του πρώην Γενναδίου Μητροπολίτου Άρτης, εις παλαιόν τόμων των «Διδαχών» του Ηλία Μηνιάτη ανήκοντα ίσως εις την Μονήν της Κάτω Παναγιάς, εύρεν αρκετά σημειώματα περί Άρτης, ως και τούτο. Έν έτει από Χριστού γεννήσεως 1612 έγινεν η περίφημος γέφυρα της πόλεως Άρτης δι’ εξόδων ενός των της Άρτης κατοίκων την κλήσιν Νικόλαος, το επιτήδευμα παντοπώλης (μπακάλης)».

Εάν συγκρίνη τις το άνω σημείωμα του βιβλίου της Κάτω Παναγιάς, το ιστορικόν του τραγουδιού του γεφυριού και της ψαλτικής του Πραπαντά, θα συμπεράνη, ότι το έτος 1612 μ.Χ. είναι το πραγματικόν και ότι η εργασία διήρκεσε τρεις χρόνους, ήτοι από του 1612-1615 μ.Χ. και ότι δεν πρόκειται περί του όλου έργου του γεφυριού, αλλά περί της υψηλής καμάρας όπως άνω γράφομεν και καταφαίνεται σήμερον και εκ της τοπικής μελέτης και επιβεβαιούται και υπό του τραγουδιού του γεφυριού δια του στίχου: «Το δαχτυλίδι τούπεοε οτην πρώτη την καμάρα».

Πρώτη δε καμάρα εκ δεξιών συμπίπτει να είναι η λεγομένη σήμερον υψηλή καμάρα, περί ής το άνω σημείωμα της ψαλτικής του Πραπαντά διαλαμβάνει ώστε το σημείωμα του Πραπαντά διαλαμβάνει ώστε το σημείωμα του Πραπαντά είναι πλήρες και ακριβές. Και κατά τούτο η υψηλή καμάρα έπεσε το 1612 μ.Χ. και μετά τριετίαν αύτη ανεκτίσθη (και όχι όλο το γεφύρι) δια δαπάνης Αρταίου τινός Νικολάου Θιακογιάννη ή Γατοφάγου και επομένως η θυσία της γυναικός του αρχιτέκτονος και η στερέωσις του γεφυριού εγένετο κατά τα 1612-1615 μ.Χ. έτη.

Φαίνεται, ότι κατά το διάστημα αυτό της τριετίας της ανακτίσεως της υψηλής καμάρας συνέβησαν πολλά απρόοπτα και πολλαί περυιέτειαι ένεκα της τεχνικής αγνοίας και ένεκα των χειμαρρωδών πλημμύρων του ποταμού κατά τους χειμώνας και η αγωνία των εργαζομένων υπερέβη παν όριον ως ιστορεί το πασίγνωστον τραγούδι του γεφυριού. Το τραγούδι του γεφυριού ανήκει εις τας παραλογάς ήτοι εις τα έμμετρα δημοτικά διηγήματα φανταστικής ιστορίας και είναι πολύ ζωηρόν, λεπτόν και συγκινητικόν. Ο λαός διετυπωσεν εν αυτώ άριστα τα συναισθήματα των πτωχών και εργατικών τάξεων, των οποίων ο άρτος και η τιμή εξαρτάται εκ του καθήκοντος. Χάριν του καθήκοντος αυτού ο στρατιώτης θυσιάζεται υπέρ πατρίδος και ο εργάτης υπέρ του κοινωφελούς έργου, το οποίον αναλαμβάνει. Εις μίαν απατυχίαν τι δεν επακολουθεί; Το στοιχειό του ποταμού η κατά την παλαιάν αντίληψιν αι ποτάμιαι νύμφαι δεν δέχονται επί των νώτων του ποταμού το γεφύρωμα και καθ’ εκάστην νύκτα κατακρημνίζουσιν ό,τι την ημέραν οι εργάται κτίζουσι.

Τότε ως από μηχανής Θεός παρουσιάζεται εν πτηνόν και παραγγέλλει να θυσιάσωσι την γυναίκα του πρωτομάστορα. Η λύπη του πρωτομάστορα είναι μεγάλη• ζητεί να αποφυγή την θυσίαν και παραγγέλλει να έλθη να διαβή το γεφύρι αργά η γυναίκα του αλλ’ έρχεται γοργά κατά λάθος. Περιπέτεια, εις την οποίαν υποκύπτει ο πρωτομάστορας και μετά πολλήν σιωπήν και κατήφειαν στοιχειώνει την μόλις καταβάσαν εις τον ποταμόν γυναίκα του δια να εύρη το καταπεσόν δήθεν δαχτυλίδι τους με τας φράσεις: «Τράβα καλέ μ’ τον άλυσσο, τράβα την αλυσίδα, τι όλον τον κόσμο ανάγυρα και τίποτας δεν ηύρα», αι οποίαι εγκλείουσιν όλον το μυστήριον της μελαγχολίας του πρωτομάστορα και την συναίσθησιν του καθήκοντος και της ματαιότητας των ανθρωπίνων. Θυσιάζει τα πάντα ο πρωτομάστορας, παν ό,τι έχει γλυκύ εν τω κόσμω δια να υπακούση εις την φωνήν του πεπρωμένου. Και ενώ το λιθοβόλον μηχάνημα επισωρεύει λίθους επί της εν τω ποταμώ γυναικός, αμέσως «ο ένας πηχάει (επηχεί) με το μυστρί κι’ ο άλλος μ ετον ασβέστη, παίρνει κι’ ο πρωτομάστορας και ρίχνει μέγα λίθο». Και η θυσία τελείται υπό τας ευχάς της αγαθής γυναικός του ευχόμενης να είναι στερεόν το γεφύρι ως τα υψηλά βουνά.

Κατά την σύντομον αυτήν διήγησιν τα λεπτότερα των συναισθημάτων προβάλλονται και η θυσία τελείται εκ καθήκοντος κοινωφελούς και μεγάλου και ουχί εξ αγριότητος τινός και υπέρ της τιμής της συντεχνίας. Ο μύθος λέγεται και περί άλλων γεφυριών και δια τον ίδιον το γεφύρι ολίγον παρηλλαγμένως κατά τας διαφόρους εκδοχάς, αλλ’ όμως δύναται να είναι και αληθής υπό την μορφήν της στοίχειωσε ως του ήσκιου της, εφ’ όσον επικρατεί η πρόληψις και η δεισιδαιμονία ότι τα μεγάλα έργα πρέπει να είναι στοιχειωμένα.

Αυτά γράφομεν δια το πολυθρύλητο γεφύρι της Άρτας, το οποίον μέχρι το 1912 μ.Χ. συνεκέντρωνε τα βλέμματα των δούλων και όλων των Ελλήνων και είναι εν νέον μαντείον δια την δημοτικήν ποίησιν και καύχημα των κτιστών και τεκτόνων και ιοτορικώτατον δια την διάβασιν του Ελληνικού Στράτου κατά το 1897 και το 1912 εις την Ήπειρον και θαλπωρή της μαθητιώσης νεολαίας διά την παιδαγωγικήν δύναμιν».

Advertisements