Εις την στάνην του μπάρμπα μου

Του Κώστα Κρυστάλλη

–  Μπάρμπα Λάμπη, να με πάρεις κι εμένα στα πρόβατα όποτε πας.
–  Τι γυρεύς, μωρέ παιδί μ’ εσύ στα πρόβατα, δεν τρας εδώ στο χωριό τα γράμματα σ’ και τα παιγνίδια σ’ μόν’ θελς πρόβατα. Στα πρόβατα είν’ φόβος, είν’ κλέφτες.
Όσες φορές τον φορτωνόμουν για τα πρόβατα, αυτά και άλλα τέτοια μου ‘λεγε και ξανά μου ‘λεγε ο μπάρμπας μου ο Λάμπης Ψαλλίδας, γιος του Γάκη, μεγάλου τσέλιγγα Συρρακιώτου ξαϊκουστού μέσ’ τες κορφές του Πίνδου ως τα χειμαδιά της Λάμαρης και της Πρέβεζας.

Τα γιδοπρόβατά του τα ‘χε εκείνην την χρονιά στα βοσκοτόπια του Χόντζα, μεγάλα βοσκοτόπια κατά το Μέτσοβο, πέντ’ εξ ώρες μακρυά απ’ το χωριό μας, θέλετε και την εικόνα του Μπάρμπα μου; Φανταστείτε έναν άνθρωπον του κοινού, μεσόκοπον, λιγνούτσικον, αλλά κοκκινοπρόσωπον, με ανάστημα μέτριο, με καστανά μακριά μαλλιά, με άγρια ξανθά μουστάκια, μ’ αστραφτερά μάτια, με σκούφον αρβανίτικον, με φόρεσαν βλάχικην, με φλοκάταν, με αγκλίτσαν στο χέρι, με παλάσκες στην μέσην, με γιαταγάνι στο πλευρό, με κουμπούρες στο σελάχι και με καρυοφίλλι στον ώμον του. Τέτοιος ήταν ο Μπάρμπας μου.

Ύστερ’ από χιλιάδες φορές που του φορτώθηκα για τα πρόβατα, τ’ αποφάσισε μια μέρα να με πάρει. Ήμουν κι εγώ χωριατόπουλο σωστό τότες. Εμάθαινα τον Ερημίτην και τον Χριστόφορον στο χαμηλό σκολιό του χωριού μου, οπού εδιαβάζαμε μαζί παιδιά και κοράσια. Άλλον τόπον από το χωριό μου δεν ήξευρα’ όταν εσκόλναγ’ από το σκολιό, παιγνίδια μου ήταν τον χειμώνα τα χιόνια και το καλοκαίρι οι κρυόβρυσες και τα λουλούδια των κορφοβουνιών. Από κει απάνου έβλεπα και τα Γιάννινα, κάποτε, μακριά, πολύ μακριά. Κι εφορούσα κι εγώ τες βλαχόκαλτσες και τα κοντά τα τσιμπούνια του χωριού μου.

Επήραμε πεζοί με τον μπάρμπα μου τον ανήφορον. Ότ’ είχε τσακίσει το κάμα του μεσημεριού κι άρχιζε ν’ αστράψη. Εβγήκαμε απάνου στην Πλέσια, στην κορφήν του χωριού που ‘ν’ οι κήποι κ’ οι πολλές λεύκες, και μας αναφτέρωσεν ένα δροσερώτατο ρέμα αγέρα. Διαβήκαμε από το χώμα της Χρύσης, περάσαμε από τα Μαντέμια τα πετρωτά κι εφτάσαμε στα καταπράσινα σάδια της Κρύας Βρύσης. Εδώ εξαπλωθήκαμε να ξαποστάσουμε και να πιούμε. Το νερό της αναβράει σαν να κοχλάζει από κάτω από τρανόν βράχον και χύνεται τον κατήφορο κατά το χωριό. Είναι κατάκρυο. Λένε πως έπιε πιστικός αποσταμένος από δρόμο και τον έκοψε μονοκοπανιάς και πέθανε.
Πρέπει να ξαποστάσει κανείς πρώτα και να πιεί.
Εκύτταξα μια ματιά γύρω. Οι απόκρημνες και βαθουλές ποταμιές της Χρύσας και τ’ Αρμπορίστου εχάνοντο μέσα εις μια γαληνή καταχνιάν, οπού την έκαμναν καταπράσινην το μέγα των βάθος και τα ρουμάνια των τα πολλά.
Δεξιά οι γυμνές ράχες των Νυφών και ζερβιά τα οργωμένα πλάγια του Μπάρου εις τα Κριθάρια κ’ η Κακαρδίτσα του Καταραχια»! αναμμέν’ από την πύρην, έκαιγαν, ελάβραζαν τον αγέρα. Και στες άγριες κακοτράχαλες κορυφές των Τζουμερκων αντίπερα, εγιάλιζαν, άστραφταν τα σωριασμένα χιόνια, χιόνια ποιος ξέρει πόσων καιρών. Από πάνου μας εκαμπουριαζε τουρλωτή η κορφή της Πίζας.
Από κει ετραβήξαμε κατά τα σαδιά του Βλαχιώτη κι επήραμε ύστερα την μεγάλην κι ανοιχτήν πλαγιάν της Τσάγιας του Γαλαρόκαμπου. Εδώ είχαμε ζερβιά τα πλάγια του
Πολέμου και τις πλαγιές τ’ Άσχημου και της Φιγγουράσας, δεξιά τους ψηλούς βράχους της Γκάλτσας, οπού χωρίζει τον Γαλαρόκαμπον, τα βοσκοτόπια του Κούρμα-Λιάσια.

Τα κοπάδια εστάλιζαν ακόμη στους ίσκιους όλα, οι πιστικοί εκοιμώντο και τα μαντρόσκυλα, ολόγυρα των βαρετά, αλαφιασμένα, βουβά εκοίτοντο στο χώμα, μ’ ανοιχτά τα στόματα και με κρεμασμένες έξω τις γλώσσες από το κάμα. Γύμνια και ξέρα απέραντη. Κάπου-κάπου σε καμιά βρυσούλαν εφούντωνε κανένα δεντράκι. Απάνου στον αγέρα ετρογυρνούσαν κι έσκουζαν τα όρνια κ’ οι σταυραετοί, που φωλιάζουν στα σκέμπια και στες σπηλιές της Γκάλτσας κι οι ίσκιοι των πέρναγαν σαν φαντάσματ’ από μπροστά μας. Επεράσαμε ύστερα από τα ριζιβούνια του Περιστεριού, εκατηφορήσαμε προς το ποτάμι του Μετσόβου κι εφτάσαμε το βράδυ στου Χόντζα.
Τα παιδιά της στάνης, μηνυμέν’ απ’ την άλλη μέρα με το κοπέλι του μπάρμπα μου, μας εδέχτηκαν με γάλατα, με ψητά και με χίλια καλούδια. Αλλ’ όπως ήμουν εγώ αποστασμένος δεν είχα την όρεξιν ούτε για τα καλούδια τους ούτε για το τίποτε. Κι έπεσα πεθαμένος στον ύπνο ως την αυγήν.

Μ’ εξύπνησαν με το γλυκοχάραμα, μ’ επήγαν σε μια βρύση κατάκρυα και νίφτηκα.
Γύρισα ύστερα στες στρούγγες όπ’ άρμεξαν και με πυξαρενιο κεντιστό χουλιάρι ερούφηξα κάμποσον αφρόν από γάλα, όπως έπεφτε ζεστό από το βυζί της προβατίνας στην καρδάρα μέσα κι εφούσκωνε.
Την γλύκα και την νοστιμάδα και την μοσχοβολιά του αφρού εκείνου δεν θα τη λησμονήσω ποτές όπως θυμάμαι πάντα και την χαριτωμένην ζωήν της στάνης, όπως αναγεννιέμαι, όταν μυρίζομαι την προβατίσαν εκείνη μυρουδιά της στρούγγας και του σταύλου κι ακούω από μακριά τ’ αρμονικά κουδούνια του κοπαδιού.
Τα γιδοπρόβατα ήταν πολλά και τ’ άρμεγμα άργαε. Άρχιζαν με το γλυκοχάραμα και τους εύρισκε ο ήλιος, όσο να σχολάσουν οι πιστικοί, ετρογύριζα εγώ στες καλύβες. Είν΄ όλες χτιστές με τέσσερους ξηρούς χαμηλούς τοίχους από λιθάρια και σκεπασμένες από πάνω με μάλλινες τέντες. Απ’ όξω φαίνονται σαν καλύβια Σαρακατσάνικα, σαν Τουρκογύφτικα τσαντήρια. Μέσα στέκονται αραδιαστά τα ταλάρια που πήζουν το τυρί, οι μπούτινες που βαρούν γάλα, τα φουρλέτσια που δουλεύουν τες μπούτινες, οι τσαντίλες που στραγγίζουν το τυρί και την μυτζίθρα, τα κόθρα που σφίγγουν τα κεφαλοτύρια, τα καζάνια, οι πιτιές κρεμασμένες, οι κόφτρες, οι σανίδες, οι σκάφες και χίλια άλλα ρέσολα της στάνης.

Όταν απάρμεξαν ακολούθησα τους πιστικούς με τα κοπάδια στες βοσκές απάνου. Τα χορτάρια των όχτων που ανέβαινα μου πήγαιναν ως την ζώνην.
Μια δροσερή ανάσαση χλωρασιάς εχόρταινε τα πνεμόνια μου. Οι πιστικοί, τα πουλιά, ανέβαιναν απανου στα δεντριά κι εκελαδούσαν σουρακτα, απαράλλαχτα σαν να εσαλαγούσαν πρόβατα. Πλήθος νερά έπεφταν σε γάργαρα ρέματ’ από τα κορφοβούνια, εκρέμοντατι στα στεφάνια και σπώντας στην άβυσσο κάτου άφριζαν κι έσκουζαν μανισμένα. Όπου εστεκόμεθα, μο ‘δειχναν με τα μακριά ραβδιά των οι βοσκοί τα κατατόπια και τα σύνορα γυρα’ έβλεπα ολόγυρα όλο δασωμένα βουνά.
Ο Χότζας μοναχά σα να επλάστηκε επί ταυτού για βοσκές. Μέσα εις όλες εκείνες τες μαύρες λογγιές, επρασίνιζε γυμνός κι απλωτός, φυλαγμένος ολόγυρα από τα λόγγα, σαν πανώριο κι ακριβό περιβόλι περικλεισμένο με φράχτες.
Κι έβλεπα ολόγυρα και ψηλά το περιστέρι από τη μια μεριά με τ’ αγριόγιδα και με τα ζαρκάδια τον ολόρθο και περήφανο ως τα ουράνια, τον ζυγό του Μετσόβου με τα χιόνια του τ’ άλυωτα, την Βάλια-Καρδα με τ’ άγρια της πρόβατα, το Δοκίμι με τες ομορφότουφες οξειές του και με τα ξακουσμένα μαντριά του Μήτσου-Μπάρτα, την Κατάρα με τους μανισμένους ανέμους της, τις Πολιτσιές με τα παλιά κάστρα και χαλάσματα και το Μαυροβούνι με τ’ αρκούδια και τα χιλιόχρονα πεύκα του.
Απ’ άλλην μεριά την Τσούκα-Ρούκα, τα δάση της Κρουσοβίτσας και τα καταράχια του Δρίσκου. Και πέρα, μπροστά στα βλαχοχώρια του Ζαγορίου, τα βουνά της Καμήλας και του Βραδέβου, και της Σαμμαρίνας, τον Σμόλυγγα με την στοιχειωμένην λίμνην του και την βρύσιν του την τραγουδιστήν.

Μο ‘δειχναν οι καλοί πιστικοί τα βουνά και μου αράδιαζαν τ’ άγρια, τα παράξενα, αλλά όμορφα ονόματα των.
Έζησα εικοσιπέντε ολόκληρες μέρες εκεί. Ετρεφόμουν με το μοσχόβολο χλωροτύρι και με το γλυκύτατο πηχτό καλοκαιρινό γάλα. Εκοιμώμουν τον ομορφότερον και ελαφρότατον ύπνον, απάνω εις στρώματα ευωδερού πεύκου και έλατου, νανουριζόμενος από τα κουδούνια των κοπαδιών κι από το μουρμούρι των γύρωθεν δασών.
Συνομιλούσα κι εγύρναγα το βουνά με τους βοσκούς της στάνης, τα χαριτωμένα εκείνα βλαχόπουλα, που ενθυμώντας τώρα μου μοιάζουν με τον Κομάταν, τον Κορύδονα τον Δάφνον και τον Μενάλκαν του Θεόκριτου.
Κι όταν το βράδυ-βράδυ πόγερνε ο ήλιος, εφύσαγε κανείς την μακριάν τζαμάραν του και μό ‘περνε την «Παναγιωτούλαν», τα «πιστικά της Παραμυθιάς» και το «Λαγιο Αρνί», κι αντιλαλούσαν τον ηχόν των οι βαθιές λαγκαδιές και τα δάση, γύρα, δεν ξαίρω τι είδος μυστικό αίσθημα επλημμύριζε την καρδιά μου.
Εικοσιπέντε ολόκληρες μέρες έζησα εκεί.
Έμαθα όλους τους τόπους, όλα τα ζακόνια των, όλες των τις δουλιές. Τον κουρον, τ’ άρμεγμα, το στόλισμα, τον σάλαγον, την ποτιάν, τον σκάρον. Έμαθα τα ονόματα των σκυλιών: Γκεσούλης, Κολοβός, Γιαταγάνας, Μπάλιος, Ραχήλης.
Έμαθα την γλώσσαν των και την μίλαγα και δεν μ έτρωγαν. Εσυνήθισα στην ζωήν των τόσο που όταν έφυγα εδάκρυσα.

Μια βραδιά, τες στερνές μέρες, συνέβαινε να μας έρθουν κ’ οι κλέφτες. Μου το μήνυσαν κι εμένα οι πιστικοί από νωρίς για να μην τους δω άξαφνα. Συνηθισμένος από μικρός στα βουνά τ’ άγρια που γεννήθηκα και που τα γυρνούσα νυχτοήμέρα και μοναχός και με συνοδιάν, μαθημένος με τα τράγουδια των αρματολών, με τες ιστορίες των κλεφτών και των χαραμήδων, που μου ‘λεγαν κάθε τόσο οι γέροι του χωριού τον χειμώνα στα χαγιάτια των εκκλησιών και στα προσήλια, δεν εφοβόμουν από τους κλέφτες.
Αλλ’ από την ώραν που μου ‘πανί πως θα ‘ρθουν στο μαντρί μας, είχα ένα αίσθημα, που ‘ρχεται όταν ύστερ’ από τόσες άγριες διηγήσεις με κλέφτες ακαρτερεα κανείς να τους δη εμπροστά του. Γι’ αυτό και νύχτωσε κιόλας. Κάθε βοή δάσους, κάθε πουρπούλισμα πουλιού μ’ ανατρίχιαί ζε. Κάθε οξειά, κάθε πεύκος, κάθε έλατος μου ‘μοιαζε κλέφτην. Την βραδιάν εκείνην έψησαν δυο σφαχτά. Πριν τα βγάλουν από την φωτιά πλάκωσαν οι κλέφτες. Μας το πρωτόδειξαν τα αλυχτίσματα των σκυλιών οπού σύσσωμα ερρίχτηκαν απάνω τους, σαν να ‘χε πέσει κοπάδι λύκων στην στάνην.
Άμα ήρθαν σιμά μας μας εχαιρέτισαν όλους από το χέρι. Ο μπάρμπας μου ο Λάμπης και ο καπετάνος των εφηλήθηκαν σαν αδέρφια.
Ο μπάρμπας μου μ’ επαρουσίασε κι εμένα στον καπετάνον.
– Ψαλλίδας κι αυτός; ρώτησε ο καπετάνος σφίγγοντας το μικρό χέρι μου.
– Ακέρις, του ‘πε ο μπάρμπας μου.
– Σου μοιάζει, ωρέ Λάμπη, αλήθεια, είπε ο καπετάνιος! κυττάζοντάς με μ’ ένα βαθύ μάτι, να σου ζήση! Γεια σου ωρε παιδί, μου ‘πε εμένα χτυπώντας με στον ώμο, σε θέλω ωρε, να μαθς γράμματα, ν’ αξηνς, να γενς παλληκαράς και τρανός τσέλιγγας σαν τον μπάρμπα σ’.
Εκρέμασαν ύστερα τα τουφέκια των και τες κάπες στα παλούκια των τοίχων της στάνης, γιατ’ είχαν μπέσα στον μπάρμπα μου κι εστρώθηκαν αραδαριά στα κλαδιά που χαν στρώσει επιταυτού οι πιστικοί κατά γης ως είδος τραπέζι.

Εγώ τους εκύτταζα τώρα έναν έναν. Κάτι παλικάρια, μωρές παιδιά, ως εκεί απάνου, σαν έλατα, σαν οξειές, με μαύρα μακριά μαλλιά και γένια, με φλογερά μάτια, με καταϊδρωμένα σκουτιά και μ’ άρματα ασημένια. Ο καπετάνιος και το πρωτοπαλίκαρο τα ‘χαν φλωροκαπνισμένα. Το πρωτοπαλίκαρο έκαμνε και τον γραμματικόν, έσερνε χαρτί και καλαμάρι μαζί με τ’ άρματα στο σελάχι του κι εβαστούσε το τάσι του καπετάνιου.
Ο ψυχοπατέρας, γέρος εβδομηντάρης, με κάτασπρα μαλλιά και με την άσπρην φεσάραν του περιδεμένην με πόσι, εγιατρολογούσε το μπουλούκι, έδινε ορμήνιες κι εξήγαε τα όνειρα των και τ’ ουρανού τα σημάδια.
Ήσαν καμιά τριανταριά όλοι-όλοι. Οι πλιότεροι ήσαν Σαρακατσιάνοι. Σαρακατσιάνος ήταν κι ο καπετάνιος. Άντρας γεμάτος κορμί και παλικαριά, πλατύ στήθος, μεγαλοκέφαλος, μελαψός, με γυμνά νευρωμένα χέρια, και με ολόπυκνα μουστάκια και φρύδια.
Τα γένεια του αυτός μονάχ’ απ’ όλους τα εξούριζε τακτικά. Όμοιαζε την θωριά με το γιον τ’ Ανδρίτσου. Κι ελέγετο… Θανάσης Μπαλατσός.

Έφεραν τα ψητά. Τα λιάνισαν τα παιδιά με τα δάχτυλα και με τα χαντζάρια. Ο καπετάνος έβγαλε την δεξιάν πλάτην του ενός και την έδωκε του ψυχοπατέρα του Γέρου-Δήμου, και τα λιανώματα τα μοίρασε με ψωμί σ’ όλους γύρα-γύρα.
Την εκαθάρισεν ο ψυχοπατέρας την πλάτην του ψητού με τον σουγιάν και είπε, καλά σημάδια για την ώρα απάνου της. Ήρθε κ’ η τσότρα με το κρασί από το Μέτσοβο. Πρώτος την πήρε στα χέρια ο καπετάνος και πριν ρουφήξει ευχήθηκε του μπάρμπα μου.
– Καλώς σ’ ηύρα, ωρέ Λάμπη. Πάντα καλά να ‘μαστε. Ναχς τα παιδιά σ’ και τ’ φαμλιά σ’. Να σ’ χιλιάσουν, ωρέ τα κοπάδια. Να ζάης και ν’ αντριευτής σαν τα ψηλά τα βνα, μου ‘πε εμένα.
– Ευχαριστώ, τ’ απήντησα εγώ.
Αφού κατάπιε κάμποσες ρουφιξιές, που του εσυνόδεψε η τσότρα με το γλυκό της κλου-κλου, την έδωκε στου μπάρμπα μου.
– Με τες υγείες σου, καπετάν Θανάση, του ‘πε ο μπάρμπας μου. Καλώς ώρσες και πάντα με το καλό. Ναχς κι εσύ τη φαμελιά σ’ και τα παιδιά σ’ και καλή τσ’ λευτεροσύνη.
Μη χλίβεσαι και μην αναστενάης, ωρέ Θανάσ’ κι ο θεός δε μας χάν’! Να σ’ ζήσουν τα παλικάρια. Σίδερο και τσελίκι το κορμί σ’ και να μη σε πιάσ’ βόλι. Την ευκή σ’, ψυχοπατερα, καλά γεράματα και καλό παράδεισο… Γεια χαρά σας παιδιά, είπε στα παλικάρια.
– Πάντα στον πόλεμο να ποθάνω, να μου ευκιέσαι, γιε! μ’, είπεν ο ψυχοπατέρας μασώντας ένα ψαχνό.
Ο καπετάνος αναστέναξε βαριά βαριά σαν τ’ ανάφερε τη φαμελιά του ο μπάρμπας μου. Είχενε κι αυτός φαμελιά, ο καημένος, γυναίκα και παιδιά ανήλικα, που τα βαστούσαν οι Τούρκοι στα Γιάννινα στα μπουντρούμια κλεισμένα, για να βγάλουν το άχτι τους, σαν δεν μπορούσαν να τον σκοτώσουν ή να τον πιάσουν ζωντανόν αυτόν.

Αγάλια-αγάλια κατόπι άδειαζε η τσότρα κ’ η κουβέντα μας άναφτε. Έλεγαν γι’ άρματα, για σκοτωμούς, για σκλάβους, για κλεψιές. Κι εγώ εσυνήθιζα όχι μονάχα στη θωριά τους, την άγρια, αλλά και στην κουβέντα τους, κι έλεγα κάποτε κι εγώ κάτι τι, και αν εστάθηκα σαν παιδί, έκαμνα τον καπετάνο και τα παλληκάρια να γελούν, πράμα που πλιότερο με σίμωνε και με θάρρεψε με δαύτους και πλιότερο μ’ ευχαριστούσεν εμένα. Τόσο, που έλεγα με τον νου μου πως ημπορούσα κι εγώ να ζήσω μ’ αυτούς στα βουνά με τέτοιαν ζωήν ανοιχτόκαρδην, με τέτοιες πλατειές κουβέντες και με ιστορίες παλικαρίσιες.
Και με την τσότραν και με τες κουβέντες επήγαν μεσάνυκτα. Εγώ άρχιζα να νυστάζω, ο καπετάνος μ εγνιαστηκε.
– Πάρε, ωρέ Ζήκα, κι αυτόν τον ταμπρά σ’, είπε σ’ ένα παλικάρι του, γιατί νυστάξαμαν όλ’ μας.
-Άιντε, ωρέ πτσαρά Ζέκα, του ‘πε ο μπάρμπας μου, πάρε μας το τραγούδι του Τσιτσομήτσου.

Το παλληκάρι, ο Ζήκας, μας έφερεν έναν μικρόν μικρούτσικον ταμπουράν με τρία συρματερά τέλια, τον κούρδισε καλά-καλά κι άρχεψεν ύστερα να τον κρούει σιγά-σιγά με τ’ αϊτόφτερο στο τραγούδι του Τσιτσομήτσου.
– Σκούξ’ το, ωρέ, και μια ψίχα-ψία, εφώναξεν άξαφνα ένας ενθουσιασμένος.
Κι ο Ζήκας, ο καλούμενος Ζήκας, επήρεν αγάλια-αγάλια και το τραγούδι. Μια έκρουε τον ταμπουράν και μια τραγουδούσε. Ήταν πικρά τα λόγια του τραγουδιού, γλυκεία και συμπαθητική η φωνή του Ζήκα, θλιβερός ο αχός του και του ταμπουρά του το λάλημα πολύ λυπητερό. Ώμοιαζε μοιρολόγι σωστό. Οι πλιότεροι ολόγυρα, βουβοί, με χασκωτά τα στόματα εκρατούσαμε και την αναπνοή για να τ’ ακούμε και τον εκυττάζαμε κατάματα, σαν να ‘βγαινε το τραγούδι από τα μάτια που του τα ‘χ’ βουρκώσ’ η συγκίνησις κι όχι από το στόμα του. Δυο τρεις έσκυβαν λυπητερά τα κεφάλια στη γη. Άξαφνα, μέσ’ στη σιγή εκείνη, πετάει έναν αναστεναγμό πάλι ο καπετάνος κι έσκασε μεσ’ στα ματόφυλλά του ένα παχύ και διάφανο δάκρυο.
Πόσον καιρόν τάχα είχε να δακρύσει το θεριωμένο εκείνο μάτι!
– Πάψ’ το, λέει του Ζήκα, πάψ’ το αυτό και παρ’ άλλο, γιατί θα μας κανς να κλάψουμε σαν μικρά παιδιά. Κι εσφουγγισε το δάκρυο. Κι εσφούγγισε το δάκρυ του με την ολόμαυρην άκραν της φουστανέλας του.

Με το τραγούδι του Τσιτσομήτσου θυμήθηκε τα πρώτα χρονιά της κλεψιάς του ο καπετάνος. Ήταν τότε πολύ νεώτερος, με την φαμελιάν του ελεύθερη και με συντρόφους τόκους ξακουστούς κι αδικοχαμένους παλικαράδες.
– Για θυμήσ’ ωρέ Λάμπη, τον Τσιτσομήτσον, τι σου ‘ταν είπε του μπάρμπα μου.
– Αμ’ ο Σαλαμούρας, του ‘λεγε ο μπάρμπας μου, ο Στού πας, ο Μαριέλας, ο Αρβανιτάκος, ο Σάθε-Ραγιώτης, ο Κακαράντζας, ο Κελεπούρης, ο σμπέθερός μ’ ο Σουφλέρης, ο άλλος ο Σκυλοκανάτας, όλ’ αυτά τα ξεφτέρια τι σου ‘λεγα πάλι;
Ο καπετάνος εκούνησε λυπητερά το σκυφτό κεφάλι του κ’ είπε:
– Ο Σπανοβαγγέλης, ο Χρήστος-Ρεντίφης; Να πέθαναν τάχα, να τους σκότωσαν κι αυτούς πουθενά, ή σέρνονται σε τίποτ’ αραχνιασμένες και μαύρες φλακές μέσα και τρώει η μούχλα και το σίδερο τα κορμιά των καημένων;
Μοναχά ο γερο-Αποστόλης κι εγώ απομείναμαν από τόσα μπουλούκια, και βαστάμε ακόμα το φλάμπουρο και το καμάρι της κλεφτουριάς εδώ απάνω. Άιντε, ωρέ βουνά του κερατά! εμούγγρισε σαν το λιοντάρι τινάζοντας τον ανήφορο το στοιχειωμένο του κεφάλι με τον τσαμπά του, άιντε ωρέ παλιοβουνά, εσείς μας χαρήκατε, εσείς θα μας φάτε.
Την κατάρα μου να ‘χετε, ωρέ παιδιά, είπε στα παλληκάρια του, την κατάρα μου και την κατάρα του ψυχοπατέρα μας να ‘χετε, κι έδειξε τον Γέρο-Δήμο, αν καμιανού σας το κεφάλι το παν στα Γιάννινα και το στήσουν στο παλούκι.
Εδώ ωρέ ένας ένας εδώ απάν’ στα βνα, να σκάφτε το μνήμα σας. Κάθε μνήμα και μια κορφή, κάθε κορφή κι ένα όνομα κλέφτη.
Κι άδραξε σαν θερμασμένος την τσότρα στα χέρια του κι ερούφιξε πέντε εξ φορές με τα χείλη του.
Το παλληκάρι ο Ζήκας ξανάκρουσε τον ταμπουρά του και πήρε τώρα με την φωνήν του παλιό τραγούδι, το τραγούδι του Βλαχοθανάση. Όσο λυπητερό ήταν το τραγούδι του Τσιτσομήτσου, τόσο άγριο, τόσο πολεμικό ήταν το τραγούδι του Βλαχοθανάση. Εστέγνωσαν μ’ αυτό του καπετάνιου τα μάτια, φλογίστηκαν του τραγουδιστού, και δυο τρεις άλλοι από τον ενθουσιασμό ξεκρέμασαν κι άδιασαν τα τουφέκια των στον αγέρα. Στους κρότους των εξύπνησεν ο αντίλαλος των δασών γύρω κι αλύχτησαν ξαφνιασμένα τα μαντρόσκυλα κάμποσην ώρα.
Έτσι επεράσαμε την νύχτα. Νυσταγμένος εγώ αποκοιμήθηκα πρωτύτερα. Κι’ όταν εξύπνησα την αυγήν, οι κλέφτες είχον αφήσει γεια.

Πέρασαν ύστερα εξ-επτά χρόνια από τότε ο Μπαλατσός, μη φτουρώντας την σκλαβιά και την φυλάκισιν της φαμίλιας του, ήκουσε την φωνήν της ψυχής του κι επροσκύνησε στα Γιάννινα, κι έγινε ραγιάς ο κλέφτης.
Εξεσκλάβωσεν έτσι τη φαμελιά του, έκαμε γιδοπρόβατα με της κλεψιάς του το καζάντιο και ζούσε σαν τσέλιγγας Σαρακατσάνος το καλοκαίρι στα βουνά και στα χειμαδιά τον χειμώνα.
Προσκυνημένον μια μέρα τον απάντησα στα Γιάννινα, στην Σκάλαν του Κάστρου. Τον εκύτταξα κάμποσην ώρα, χωρίς να με γνιαστή αυτός. Που ο κλέφτης ο Μπαλατσός του βουνού! Μαζί με τ’ άρματα του είχε ξεντυθεί κι όλην εκείνην την κλέφτικη περηφάνια του και την αγριότη του την βουνίσια.
Το πρόσωπο του ήταν ίλερο, ήσυχο τώρα και τα μάτια του δεν εσπιθοβολούσαν πλια φλογισμένα. Ύστερα τον εσίμωσα και τον εχαιρέτισα. Δεν μ’ εγνώρισε, του ‘δωκα όμως εγώ γνώρον.

Με δυο τρεις μήνες του ‘δωσεν ο πασάς ταϊφάν, τον εδιόρισε αρματολόν, δερβέναγαν, να κυνηγάη τους κλέφτες. Αρματώθηκε πάλι ο Μπαλατσός κι εσύναξεν ολόγυρα του παλικάρια. Και πόσα κεφάλια κλέφτικα, δεν έφερε μέσα στα Γιάννινα, δουλεύοντας πιστά τον λουφέν του πασά του!
Με την απόλαυσιν όμως των βουνών όπ’ έπαιρνε κυνηγώντας τους κλέφτες, ξαναξύπνησε στην καρδιά του ο πόθος, η αγάπη για την παλιά τέχνη του και μιαν άνοιξη ξαναβγήκε πάλι κλέφτης. Όμως τον εσύλλαβαν τώρα.
Τον εσύλλαβε με μπαμπεσιάν ένας σκύλαρος Αρβανίτης φίλος του προβατάρης που του ‘δινε το ψωμί. Τον έφεραν δεμένο στα Γιάννινα και τον έρριξαν τον δύστυχον στα σίδερα μέσα και στα μπουντρούμια του κάστρου τ’ Αλή-πασά.
Επήγαινα συχνά και τον έβλεπα εκεί. Μια μέρα εύρον εκεί και τον γιο του, συνομήλικο μου παιδί, αλλά τσομπανόπαιδο σωστό, κι ο Μπαλατσός μάς παράγγειλε να γίνουμε βλάμηδες έξω.
Εκεί, στην φυλακήν μέσα μου εκέντησεν ο Μπαλατσός, για ενθύμηση του μια κλίτσα τσομπάνικην.
Μου την έκαμε από πιξάρι καθαρό. Εκέντησεν απάνω της δυο λιοντάρια, σημαίνοντας την κλέφτικη δύναμη του, την βουνίσια του την ζωή, τα περασμένα νιάτα του. Εκέντησε κι ένα τροχό, τον τροχό της τύχης, που ανεβοκατεβαίνει, σημαίνοντας τα στερνά κακόγραφα του.
Έλιωνε κι έσβυνε ολοένα στην φυλακή μέσα ο καπετάν Θανάσης.
Έβγαινε κάποτε στα σιδεροφραγμένα μικρά παράθυρα, αγνάντηε τα βουνά πέρα του Πίνδου κι αναστέναζε βαθιά-βαθιά κι εδάκρυζε.
Τότε θυμόμουν εγώ την κατάρα του την φοβερή πο ‘δινε στα παλικάρια του την βραδιάν εκείνην, στη στάνη του μπάρμπα μου.
– Την κατάρα μου να ‘χετε ωρέ παιδιά, αν καμιανού σας το κεφάλι το παν στα Γιάννινα και το στήσουν στο παλούκι. Όλ’ ωρέ, ένας-ένας εδώ απάν’ στα βουνά να σκάφτε το μνήμα σας. Κάθε μνήμα και μια κορφή, κάθε κορφή κι εναί όνομα κλέφτη. Άιντε, ωρέ παλιοβουνά, εσείς μας γεννήσαταν, εσείς μας χαρήκαταν, εσείς θα μας φάτε!

Τάχα συλλογιέται αυτός τώρα πως η κατάρα του έπεφτε σ’ αυτόν τον ίδιον;
Τον περασμένον χειμώνα έμαθα εδώ πως τον κρέμασαν μια μέρα τον Μπαλατσόν μέσ’ στη μέση στα Γιάννινα.
Όσον άγριος, όσον κακούργος κι αν ήταν ο Μπαλατσός, σαν κλέφτης, η καρδιά μου εμένα τον εσυμπόνεσεν.
Έκλαψα τον θάνατο του μ’ όσον πόνον είχα ζηλέψει στα βουνά τότε την κλέφτικην, την περήφανην, την ελεύθερη ζωήν του.
Και φυλάω τώρα για ενθύμησίν του την κλίτσα του.
Την φυλάω για ενθύμησιν του Μπαλατσού, για ενθύμησιν της στάνης του μπάρμπα μου.

Advertisements