Τον καιρό των Ρετζαίων

Η ιστορία που αναδημοσιεύουμε συνέβη στο χωριό Δόλιανη Ζαγορίου, στις αρχές του 20ου αιώνα.
Είναι η προσωπική μαρτυρία του Ευριπίδη Λωλίδη, όπως αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «το Ζαγόρι μας», τον Μάρτιο του 1982.

«Ήταν ένα μεσημεριάτικο καλοκαιρινό, όταν έφτασε στο χωριό μας ένα απόσπασμα χωροφυλακής με διοικητή του τον ανθυπασπιστή Μακρυγιάννη. Αμέσως χτύπησαν οι καμπάνες και ζήτησαν να παρουσιαστεί ο πρόεδρος – τότε ήταν ο Νικ. Σιαφάκας. Αφού τον ρώτησαν εάν περνούν ληστές από το χωριό του ζήτησαν να βρει το μπακάλη για να φάνε στο παντοπωλείο (μπακάλικο), άλλα δεν βρέθηκε ο μπακάλης – ήταν ο Κων. Στεργιάδης «Μπαλατσός».

Τότε ο πρόεδρος πήγε να ειδοποιήσει μερικές γέρικες νοικοκυρές να ετοιμάσουν φαγητό για να πάνε οι χωρ)κες να φάνε.
Η νύφη του Παπαδημόπουλου Χρυσούλα που το σπίτι της βρισκόταν απέναντι από το μεσοχώρι αρνήθηκε με τη ψεύτικη δικαιολογία, ότι είναι μόνη της.
Και ο ανθυπασπιστής Μακρυγιάννης διέταζε να μην πάει κανείς.
Ώσπου να ετοιμαστεί το φαγητό ο Μακρυγιάννης με το απόσπασμα του περίμεναν στο μεσοχώρι.
Η Χρυσούλα νόμισε ότι ξεμπέρδεψε και χωρίς μεγάλες προφυλάξεις πήρε τον πεθερό της Μπάρμπα – Χριστόδουλο από το σπίτι στο μεγειριό για να φάει, χωρίς να λερώσει και το σπίτι.
Τον είδε όμως ο Μακρυγιάννης και νόμισε ότι κρυβόταν, διέταξε να τον συλλάβουν και να του τον παρουσιάσουν.
Η Χρυσούλα που άκουσε τις φωνές του κατάλαβε και έκλεισε την εξώπορτα (οβορό), άλλα οι χωροφύλακες με τα ξίφη τους την άνοιξαν και συνέλαβαν τον γέρο Παπαδημόπουλο που πρέπει να ήταν 90 περίπου ετών.

Το τι έγινε δεν περιγράφεται.
Τον ανέκριναν για το που είχε κρυμμένους τους ληστές Ρετζαίους και όταν εκείνος αποκρινόταν ότι δεν ξέρει τίποτε και διαμαρτυρόταν τον μαστίγωναν με βοϊδοτσούλι (εάν δεν κάνω λάθος ότι έτσι λέγεται) που πονάει πολύ, αυτό κράτησε 15 — 20 λεπτά και ύστερα τον έδεσαν πισθάγκωνα και τον άφησαν όρθιο επί δύο περίπου ώρες στον ήλιο.
Αφού έφαγαν και ήπιαν καλά, ζήτησαν κάποιον να τους οδηγήσει στο Μοναστήρι της Βουτσάς.
Παιδί τότε εγώ 13 — 14 χρονών βρισκόμουν στο μεσοχώρι με τα άλλα παιδιά.
Οι μεγάλοι είχαν κρυφτεί από το φόβο τους.
Σε μένα έπεσε ο κλήρος και τους οδήγησα μέχρι το εικόνισμα τής Οβοσίνας από όπου φαινόταν το μοναστήρι.
Μόλις μ’ άφησαν έτρεξα στο χωριό τρομαγμένος και όλοι με ρωτούσαν για τον καημένο τον Παπαδημόπουλο που βρισκόταν ακόμα δεμένος και προχωρούσε πεζός.
Ο πατέρας μου παπά Ηλίας και η κυρά Μιλίτσα Φίτσου απεφάσισαν να πάνε στη Βουτσά να σώσουν τον Μπάρμπα Χριστόδουλο.
Όταν έφθασαν με τη βοήθεια του ηγουμένου Αγαθάγγελου κατόρθωσαν να αφήσουν ελεύθερο και καβάλα τώρα στο άλογο του πατέρα μου γύρισαν στο χωριό.
Ο πατέρας μου έσφαξε ένα κατσίκι και με το τομάρι του τύλιξαν το κατάμαυρο κορμί του.
Έτσι ο Μπάρμπα Χριστόδουλος σώθηκε και έγινε καλά παρά τα 90 χρόνια του».

Advertisements