Το μνημείο των Εβραίων Γιαννιωτών

Στις 25 Μαρτίου του 1944 η Ήπειρος γνωρίζει μια ακόμη μεγάλη τραγωδία. Θύμα αυτή τη φορά έπεσε η Εβραϊκή κοινότητα των Ιωαννίνων, που για αιώνες άκμαζε στη πρωτεύουσα της Ηπείρου, συμβάλλοντας με τη παρουσία της στην ανάδειξη και την εξέλιξη της πόλης.

Την άνοιξη του 1944, ανήμερα της εθνικής εορτής οι Ναζιστικές κατοχικές δυνάμεις, με την βοήθεια και των ντόπιων συνεργατών τους, εγκλώβισαν και έπιασαν τους περισσότερους από τους Ρωμανιώτες των Ιωαννίνων. Οι Εβραίοι των Ιωαννίνων εκτοπίστηκαν από την πόλη τους και μεταφέρθηκαν στα Γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως όπου και οι περισσότεροι από αυτούς δολοφονήθηκαν στους θαλάμους αερίων.

Από τους περίπου 1850 Εβραίους κατοίκους των Ιωαννίνων που εκείνη τη μέρα συνελήφθησαν, μόλις 163 ήταν αυτοί που κατάφεραν να γλυτώσουν από τη Ναζιστική θηριωδία. Το 1996 ο Δήμος Ιωαννίτων τιμώντας τη μνήμη των αδικοχαμένων αυτών θυμάτων ανέγειρε στη περιοχή του μόλου της πόλης, σε μια συνοικία που άλλοτε κυριαρχούσε το Εβραϊκό στοιχείο, ένα εξαίρετο μνημείο έργο του Ηπειρώτη γλύπτη Γιώργου Χουλιαρά.

Για τη μέρα αυτή και τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν, η Ευτυχία Ναχμάν στο βιβλίο της «Γιάννενα, ταξίδι στο παρελθόν» κατέγραψε πολλές και συγκλονιστικές μαρτυρίες από ορισμένους ομόθρησκους της που κατάφεραν να επιβιώσουν από τα Γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Και μια τέτοια μαρτυρία είναι αυτή της Γιαννιώτισσας Εσθήρ Ιακώβ: «Ο αδελφός μου ήταν στο ΕΔΕΣ. Τον έστειλαν από τους αντάρτες επάνω από το Ζέρβα, να πάρει σφαχτά για τις 25 Μαρτίου. Τον κρατήσαμε όλη μέρα και κοιμήθηκε το βράδυ στο σπίτι. Το πρωί στις 25 Μαρτίου, κοιμόμασταν ακόμα, όταν χτύπησε η πόρτα. Ήταν η ώρα 7. Νομίσαμε ότι ήρθαν να τον πιάσουν. Ανοίγουμε και βλέπουμε τον ανθυπασπιστή Δήμο, ο οποίος ήταν στην Αστυνομία. Ο αδερφός μου είπε να πάει να ντυθεί. «Δεν ήρθα μόνο για σένα, για να πας να ντυθείς. Μαζεύουμε τους Εβραίους». «Κύριε Δήμο, ξέρεις μέχρι ποια στιγμή βρίσκομαι εγώ εδώ πέρα, εγώ ήρθα να πάρω σφαχτά». «Εγώ νομίζω ότι σε στείλανε επίτηδες για να πιαστείς εδώ».

Ούτε και μεις δεν ξέρουμε τι σκεφτήκαμε. Τι αισθάνθηκα, ήμουν σε τέτοιο σημείο ταραγμένη, νόμιζα ότι επειδή είναι η μάνα μου, είχα μια ζεστασιά. Έλεγε η μάνα μου: «Αφήστε να πάρουμε λίγο τις ματσώθ, πως θα κάνουμε Χουβά χωρίς ματσώθ. Να πάρουμε και τα αυγά μας». Βάζουμε σε μια σακούλα τις ματσώθ -μην κοιτάζεις τώρα που δεν πιστεύουμε τίποτα. Πριν πιστεύαμε πολλά και για το Πέσαχ… Πήγαμε στο μόλο και φύγαμε με σχεδόν τίποτα. Πήραμε αυτά που είχαμε τα χρυσαφικά, κάτι καδένες… Τις κόβει η μάνα μου και μας δίνει από ένα κομμάτι. «Μήπως σας χρειασθεί», λέει, «στο δρόμο. Δεν ξέρουμε πώς θα βρεθούμε».

Ο αδερφός μου ήθελε να πάει στη λίμνη και να το σκάσει να φύγει. Γιατί σου λέει πώς είναι δυνατόν εγώ να πιαστώ, μετά από τόση ταλαιπωρία επάνω στο Ζέρβα. Και λέει η μαμά μου: «Πού θα μ’ αφήσεις, Ισαάκ, τόση οικογένεια» -γιατί ο μπαμπάς μου είχε πεθάνει. Μόλις μπήκαν οι Γερμανοί, ο πατέρας μου πέθανε. Μπαίνοντας οι Γερμανοί πήραν τα δυο μικρά αδέρφια μου να ξεφορτώσουν στο μόλο. Και μόλις βλέπει ο πατέρας μου, ότι ξεφορτώνουν αυτοκίνητα τα παιδιά του. «Τελείωσε», λέει, «οι Γερμανοί είναι η καταστροφή μας. Οπωσδήποτε κάτι πρέπει να κάνετε. Εγώ χάνομαι, αλλά οι Γερμανοί θα σας καταστρέψουν. Αφού πήραν τα παιδιά μου να πάνε να ξεφορτώνουν τα σακιά στις πλάτες, δεν είναι καλοί Γερμανοί».

Ο πατέρας μου χάθηκε, πέθανε εδώ, λίγες μέρες πριν μας πιάσουν. Δεν ξέρω πού βρίσκεται το μνήμα του, γιατί δεν έπαιρναν τότε τις κοπέλες στις κηδείες. Ο αδερφός μου φοβήθηκε να μας αφήσει και ήρθε μαζί μας. Ήμασταν στο τελευταίο αυτοκίνητο και δεν το παρακολουθούσαν οι Γερμανοί. Όταν φτάσαμε στο Μέτσοβο, πήγε να πηδήσει. «Θα φύγω, μάνα μου», της λέει. Όμως κάποιος τον σταμάτησε. «Και δω θέλεις να μας κάψεις;» Τι να μας κάψει; Εδώ είναι πώς να γλυτώσει ένας άνθρωπος. «Μη με παίρνεις στο κεφάλι σου, άσε με να πηδήξω να πάω στα βουνά». Δεν τον άφησε να πηδήσει και ήρθε στη Λάρισα. Έμπαινε μέσα ο Ερυθρός Σταυρός και έλεγε της μαμάς: «Εγώ θα φύγω. Δεν μπορώ να ζήσω εδώ πέρα και να ξέρω ότι η ζωή σας χάνεται σιγά-σιγά. Θα πάω να μπορέσω να γλιτώσω απάνω στα βουνά. Πώς να το κάνουμε δηλαδή;» «Όχι, παλικάρι μου, μη φεύγεις, μη μ’ αφήνεις μοναχή μου εδώ πέρα, έχω και τις κοπέλες». ‘Τι σου είχα πει μαμά; Άσε να πάρω την Αννέτα, να της πάρω και όλη την προίκα που ήταν αρραβωνιασμένη, αλλά πάλι κινδυνεύετε, καταλαβαίνετε;» «Μου λες τι θα πει ο κόσμος και πώς θα παντρέψω εγώ τα παιδιά μετά, όταν θα πουν ότι είναι στα βουνά η κοπέλα;» Μυαλά όπως ήταν οι παλιές, κατάλαβες; Αυτή είναι η ζωή μας. Και μέσα στα βαγόνια, κάναμε το Πέσαχ με το Μπάργια και τη Ζωή του Μπάργια. Εκεί πήραμε Χουβά.

Ίσως τα άλλα να τα ξέρεις γιατί σου τα ‘παν οι άλλες όλα αυτά. Αλλά καθένας έχει τη δική του ιστορία. Και λέω τώρα με την Αννέτα, τι έκανε η μαμά μου; Να μην αφήσει να φύγει ένας αδερφός απ’ όλα; Ξέρεις τι είναι από επτά αδέρφια να χαθούν τα πέντε και να σωθούμε μόνο η Αννέτα και γω; Αν δεν ήταν η Αννέτα, ούτε εγώ δε θα ζούσα. Κοίταξε, εγώ ήμουν πολύ λαίμαργη. Έπαιρνα το ψωμί και το έτρωγα όλο. Αυτή μας κρατούσε. Όπως και τις αδερφές της Λόλας, τη Ζουλή, όλες αυτές. Έδιναν τα ψωμιά να τα κρατήσει η Αννέτα. Αυτή ήταν πιο συντηρητική. Μας έλεγε: «Τι κάνετε, πως θα ζήσετε αύριο; Με τόσο ψωμί, αν το φάτε όλο;» «Άσε να το χορτάσουμε λίγο». Δεν θα ζούσα, γιατί έπαθα μια μεγάλη αφυδάτωση. Από δω μέχρι εκεί μου πρήστηκε το πόδι. Αν δεν είχα την Αννέτα να με κατεβάζει αγκαλιά από το ένα μέρος στο άλλο, να πηγαίνω τουαλέτα… Δεν θα μπορούσα να ζήσω. Θα μου έκοβαν το πόδι. Όταν φτάσαμε κοντά στο στρατόπεδο από κει που περνούσαμε, είδαμε κάτι χαμηλά σπίτια και νομίσαμε ότι θα ζούσαμε τουλάχιστον οικογενειακώς, όλοι μαζί. Όταν μας πήραν μέσα βλέπω τη μάνα μου να τη βάζουν σ’ ένα αυτοκίνητο με τα παιδιά. Εγώ ήμουν εύσωμη και με παίρνουν για δουλειά. Η αδερφή μου η Αννέτα με βλέπει και λέει: «Η μαμά μου έχει τα παιδιά, η Εστήρ δεν έχει κανέναν. Τουλάχιστον να πάω με την Εστήρ». Και ξεφεύγει και έρχεται στη γραμμή τη δική μου, αλλά από πίσω μου. Της λέω, «γιατί ήρθες εσύ; Δεν πήγαινες και συ με το αυτοκίνητο;» «Η μαμά», λέει, «έχει τα παιδιά, εσύ δεν έχεις κανέναν. Τουλάχιστον έχεις εμένα παρέα». Κι έτσι είναι που γλίτωσε η Αννέτα. Δυστυχώς σ’ αυτό το στρατόπεδο που ήμασταν εμείς, σ’ αυτό το λάγγερ, ν’ ακούς όλη την ημέρα φωνές απ’ το κρεματόριο. Ήμασταν ακριβώς απέναντι και να βλέπεις τον καπνό και να είμαστε τόσο αναίσθητες. Μέσα στη σούπα, μας έριχναν ναρκωτικά να μην αισθανόμαστε τίποτα. Ήμασταν νέες κοπέλες, για να μην έχουμε επιθυμίες, τίποτα. Εμένα τα μαλλιά δεν μου τα έκοψαν. Πού να ξέρω γιατί. Εμένα, της Έλντας, της Κλειώς, δεν μας τα ‘κοψαν καθόλου. Η Αννέτα καθόταν και μου έβγαζε τις κόνιδες για να μην έχω ψείρες. Γιατί κάθε φορά που περνάγαμε μας κοίταζαν αν έχουμε ψείρες. «Θα σ’ τα βγάλω εγώ, μη φοβάσαι», μου έλεγε. Έβαζα και Μitegal. Αυτό που βάζαμε για να μην έχουμε σπυράκια, για να μην ξυνόμαστε. Άμα είχες σπυράκια, δεν μπορούσες να σταθείς. Προσπαθούσαμε, η Αννέτα κι εγώ, να μη μας βρουν ούτε ένα. Μέσα στα μπάνια γινόταν η παρακολούθηση από τους Γερμανούς, γιατί εκεί μας έβλεπαν όλους γυμνούς. Ήτανε… σιχαινόσουν τον εαυτό σου. Έτσι που μας είχαν κάνει, ήταν ένα πράμα, ούτε και των οχτρών σου. Μια κάλτσα μαύρη, μια κάλτσα άσπρη, ένα ρούχο κοντό, γυμνή από μέσα…

Κι όταν αδιαθετούσα, δεν ήξερα τι να κάνω. Πήγαινα κάτι να ζητήσω και δεν μου ‘διναν τίποτα. Γιατί δεν με είχαν πιάσει τα φάρμακα που έριχναν μέσα στη σούπα. Γι’ αυτό έβγαζε σπυράκια ο κόσμος. Αν μπορώ να τους βγάλω τα μάτια. Τώρα αν είχα έναν Γερμανό, μια Γερμανίδα εδώ μπροστά μου και μπορούσα να τους σφάξω θα το έκανα. Αν μπορούσα να τους βγάλω τα μάτια… Όταν ελευθερωθήκαμε πήγα κάπου να δω γιατί μου είπαν ότι σ’ ένα μέρος είναι τ’ αδέρφια μου, και ξεκινάω, παίρνω το τρένο και φεύγω χιλιόμετρα. «Που θα πας;» μου λέει η αδερφή μου. «Θα πάω να δω αν ζει κανένας αδερφός μας εκεί που μου ‘παν. Είδα το Γρελ, είδα… «Καλά υπάρχει κόσμος», μου λέει αυτός, «εγώ αναρωτιέμαι ποιοι είναι από σας;» «Μαζί μου είναι η αδερφή μου και η Ζουλή του Γκελια. Δεν ήμασταν πολλοί μαζί, τους πήραν σε άλλα στρατόπεδα». Κοίταξε, όλα αυτά που σου λέω, τα θυμάμαι πάρα πολύ καλά, επειδή τα πέρασα σε μια ηλικία.

Με βοήθησαν πολλά παιδιά από τη Θεσσαλονίκη. Ήθελαν κι αυτοί να βρουν δικούς τους. Τριγύριζα, έμπαινα σε τραμ, δεν είχα λεφτά να πληρώσω κι έδειχνα το νούμερο στο χέρι. Όταν ήρθαμε στην Ελλάδα, είχαμε προβλήματα. Περάσαμε από την Αθήνα και μας έδωσαν 5.000. Και ξεκινήσαμε να ‘ρθουμε στα Γιάννενα. Ποιος να μας δώσει να φάμε, ποιος να μας δώσει μια κάμαρα να μείνουμε. Πήγα και ζήτησα και φώναξα στην κοινότητα. Εγώ ήμουν από τότε πολύ ψημένη. Η Αννέτα μου έλεγε: «Τι μιλάς;» «Τι να μη μιλήσω», της λέω. «Εδώ δεν έχουμε σπίτι να κοιμηθούμε, δεν έχουμε να φάμε. Λεφτά δεν έχουμε. Δεν κληρονομήσαμε και τίποτα. Πώς θα ζήσουμε;» «Καλά, κάνε υπομονή». Ήταν η Σοφία του Χέφετς, με τη Νίνα και μας δίνουν μια κάμαρα απέναντι από το σπίτι μας, γιατί το σπίτι μας το γκρέμισαν όλο. Το ‘χαν γκρεμίσει. Μας δίνουν και καθόμαστε εκεί πέρα να ζήσουμε. Και πάω και γράφομαι, να φύγω, να πάω στο Ισραήλ. Και ζητάω να μου δώσουν τουλάχιστον τα ναύλα. Πως να φύγω; Εν τω μεταξύ μας άνοιξαν μια λέσχη και κάτι τρώγαμε στο Ναούμ. Τελικά έμεινα στα Γιάννενα.

Advertisements