Χριστούγεννα στον Πίντο

Το διήγημα του Χρήστου Χριστοβασίλη, «Χριστούγεννα στον Πίντο» που σήμερα αναδημοσιεύουμε, γράφτηκε το 1893 και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 23 και 24 Δεκεμβρίου στην Χριστουγεννιάτικη έκδοση της εφημερίδας των Αθηνών «Ακρόπολις». Αργότερα συμπεριλήφθη και στην συλλογή «Θεσσαλικά Διηγήματα». Εμείς το αναδημοσιεύουμε από την έκδοση της «Ιεράς μονής Ελεούσης» της νήσου των Ιωαννίνων, που κυκλοφόρησε το 2004.

«Ζύγωναν τα Χριστούγεννα. Ήταν ο φοβερός και τρομερός χειμώνας του 1890. Χειμώνας τέτοιος, που δεν τον θυμώνταν οι γεροντότεροι να είχε γείνει στις ημέρες τους. Κάθε μέρα χιόνι, κάθε νύχτα χιόνι, κι’ αύτη η βιομηχανία βάσταξε από τις 14 του Οχτώβρη ως τον Μάρτη. Νόμιζε κανείς ότι ο Θεός εκείνη τη χρονιά είχε φκιάσει, όλο το νερό του χιόνι. Χειμώνας με δόντια που λέει κι ο λόγος.

Στες 21 του Δεκέμβρη, τέσσερες μέρες μπροστά από τα Χριστούγεννα, είχα ξυπνήσει πολύ πρωί, και καταγινόμουν ν’ ανάψω την φωτιά. Ξύλα και κάρβουνα, δόξα τον Θεό, είχα πολλά, πάρα πολλά, και τα είχα βάλει με τον καιρό τους, γιατί είχα καταλάβει από το σκυλί του γείτονα μου, που ηύρα ξημερόνοντας του Σωτήρος, να κοιμάται κουλούρα και νάχη τη μύτη του χωμένη μέσα στα σκέλια του, ότι θα είχαμε χειμώνα μεγάλον εκείνην την χρονιά. Αυτό μου τώχει μάθει ο πιστικός του σπιτιού μου -Θιός σχωρέσ’ τον- όταν πήγαινα στα πρόβατα, ένας ψηλός γέροντας ως εκεί απάνω, πούχε κάνει εξήντα χρόνια πιστικός, κι’ ήξερε όλα τ’ άστρια με τ’ όνομα τους, πότε βγαίνουν και πότε βασιλεύουν, σαν πως ήξερε τα πρόβατα και τα γίδια του κοπαδιού, που βοσκούσε. Δεν είχε φέξει καλά κι’ είχα ακόμα τη λάμπα μου αναμμένη. Ζύγωσα στο παραθύρι και κοίταξα έξω: χιόνι και κακό ατελείωτο. Μια πήχη είχαν οι δρόμοι των Τρικάλων. Όλη η γη ήταν σαβανωμένη με το κάτασπρο σεντόνι του χιονιού. Νέκρα και βουβαμάρα σ’ όλη την πόλη. Οι δρόμοι έρημοι. Αληθινή εικόνα νεκρόπολης! Κάθε σπίτι κι’ ένας μεγάλος τάφος, και κάθε καπνοδόχος, που απόλαε καπνό τον ανήφορο, προς τα ουράνια, και γιγάντιο εντάφιο θυμιατήρι. Μονάχα που και που ακούονταν οι βραχνές και λυπητερές φωνές των σαλεπάδων που φώναζαν: σαλέπππ! — σαλέπππ!,..» σαν πως ακούεται στο τρισκόταδο της νύχτας η κλαψιάρικη φωνή του Γκιώνη, που φωνάζει: «γκιώνν ν ν ν! γκιώ ν νν ν ν!» και μου φαίνονταν πως οι φωνές εκείνες των σαλεπάδων: «σαλεπ -επ-επ-επ!…» ήταν το ψυχομάχημα και το χαροπάλεμα της πόλης, που δε μπορούσε να βαστάξει τη βαρυχειμωνιά, και λαντζόδερνε για να ξεψυχήσει, να πεθάνη, ν’ αφανιστεί…

Σε λίγο, ακούω κούφιες πατημασιές, «γκρούπ-γκρούπ-γκρούπππ!» Έτσι ακούονται, όταν ο τόπος είναι χιονισμένος. Αφηκριοΰμαι. καλά. Οι πατημασιές ακούονταν δυνατώτερα. Χωρίς άλλο, κάποιος έρχονταν στο σπίτι μου. Σταμάτησαν στη θύρα μου και μέ τό σταμάτημα άκουσα ε να δυνατό «τάκ-τάκ-τάκ!». Παραξενεύτηκα. Δεν περίμενα να μώρθη κανένας τόσο σύνταχα. Είπα μέσα μου, ότι κάποιος θα γύρευε το γιατρό, που κάθονταν πλάι στο σπίτι μου, κι εκανέ λάθος, και χτύπησε τη δική μου την αυλόθυρα, αντί του γιατρού. Όσο εγώ αργούσα ν’ ακουστώ πως πηγαίνω ν’ ανοίξω, τόσο η αυλόθυρα βροντούσε δυνατότερα «τάκ-τάκ-τάκ»!!! με βιάση, μ’ αγανάχτηση, με βλαστήμια. Έτρεξα ν’ ανοίξω με το θυμό στη μύτη, κι’ ήμουν έτοιμος να ψάλω τον αναβαλλόμενο εκείνου, που έρχονταν στα καλά καθούμενα να μου χαλάσει την ησυχία, να με βγάλει από το δαυλί μου. Ανοίγοντας τη θύρα, βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με τον Κώστα Καρανίκα τον υπηρέτη του Τρίγγα και πριν λαβή τον καιρό εκείνος να μου πη το σκοπό πούρθε, τον πρόλαβα εγώ λέγοντας: – Αα, ωρέ!  Πως κι εδώ; Μην τύχη κι’ αρρώστησε τ’ αφεντικό σου; — Όχι (μου απάντησε εκείνος) είναι καλά, και μου είπε να ετοιμαστείς για το κυνήγι και σε μια ώρα να βρεθείς στο σταθμό του σιδηροδρόμου. Θα πάτε στα Χάσια. Είναι κι’ άλλοι μαζί… —  Ποιοι άλλοι είναι; (του είπα) – Είναι, (μου είπε) ο Τσιώνος, ο Κοντός, ο Καστανός, ο Γιατρός κι’ ο Βασιλάκης. Τη στιγμή που μου μιλούσε, το στόμα του ώμοιαζε με θύρα αναμμένου φούρνου, που καπνίζει σαν ασβεσταριά. Τόσος αχνός πολύς έβγαινε από το στόμα του! Άμα είπε τα λόγια αυτά ο Κώστας, έστρεψε για να φύγει, αλλ’ επειδή μ’ είδε απρόθυμο, και σα δίβουλο, έστριψε και μου ματάειπε: – Άκουσες καλά; Ύστερα από μια ώρα στο σιδηρόδρομο!…

Κι’ έφυγε «γκρούπ-γκρούπ-γκρούπππ!» μέσα στο χιόνι, αφήνοντας πίσω του ακέριο σύννεφο από τον αχνό του. Ενώ εκείνος έφευγε, χωρίς να γυρίσει πίσω να ίδη, κι’ έγινε άφαντος από μπροστά μου, εγώ ακούμπησα στη θύρα και ρωτούσα μέσα μου τον εαυτό μου, αν αλήθεια άκουσα τα λόγια του Κώστα Καρανίκα, του υπηρέτη του Τρίγγα, ή έπλασε ο νους μου το φάντασμα του, και θα έμενα για πολλήν ώρα, συλλογισμένος, αν δε μ ανάγκαζε το κρύο, να γυρίσω μέσα στο σπίτι. Άμα μπήκα μέσα στο σπίτι και βρέθηκα σιμά στη θερμάστρα μου, κατάλαβα όλη τη γλύκα της ζέστας, και λογάριασα όλη την κακοπόρεια του κυνηγίου, μέσα στα χιόνια, στα λόγγα, στους γκρεμούς, στους ανήφορους, στους κατήφορους και στές κακοτοπιές… αλλά πώς ν αποφύγω; Το θωρούσα ντροπή μου να μην πάγω, εγώ που είμουν ώνοματισμένος, ότι κυνηγούσα πάντα τους κιντύνους. Βρέθηκα σε μια μεγάλη διβουλιά, που προτιμούσα να τύχαινα άρρωστος, για ν’ αρνηθώ, με κάποια δικιολογιά. Από τη μια τη μεριά μ’ αγκάλιαζε, σαν η πλειό ερωτότροπη και τρυφερή αγαπητική, η φωτιά της θερμάστρας, η ησυχία και τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου, κι’ από την άλλη τη μεριά με τραβούσε η καλή συντροφιά, η γλύκα του κυνηγίου, που θα κάναμε δυο μέρες ψηλά στα βουνά των Χασίων, μέσα στα χιόνια, κι’ η ευχαρίστηση που γεννάν οι κίντυνοι, όταν τους περνάει κανένας, και τους θυμάται ύστερα, σαν όνειρο και τους βλέπει με το νου, σαν εικόνα, που πετάει ψηλά στο γαλάζιο στρώμα τ’ ουρανού, σαν κοπάδι πουλιών, που φεύγουν στον αγέρα, σαν άσπρα σύννεφα ψιλά και πουππουλένια, που ταξιδεύουν στο φύσημα αλαφρού ανέμου, και πότε αναλυούνται και χάνονται, και πότε ξανασμίγουν και τρέχουν-τρέχουν γοργά κι ασυλλόγιστα στ’ ουρανού τα διάπλατα πέλαγα, για ν’ αποχαθούν στο άπειρο.

Σκέφτηκα, σκέφτηκα, σκέφτηκα και πότε έριχνα τη ματιά μου στη φωτιά της θερμάστρας που άπλωνε μια γλυκή και ασπροκόκκινη φλόγα και ροκανούσε τα ξηρά ξύλα σιγά σιγά «κρακ.– κρακ… κρακ» σαν το μικρό σκυλάκι, που ροκανάει τα κόκκαλα, που πετούν από το τραπέζι, και πότε την έριχνα, στο χιόνι, που έπεφτε ταπεινά-ταπεινά και ήσυχα-ήσυχα, από τον ουρανό, σαν άσπρα φύλλα από τ’  απριλιάτικα άνθια, σαν ψιλά-ψιλά φτερά από κορμί κύκνου «φφ…φφφ… φφφφ…». Στο τέλος νίκησε η φιλοτιμία, το κυνήγι, η συντροφιά, τα κάλλη του χειμώνα, και στη στιγμή φόρεσα τα χειμωνιάτικα τα φορέματα του κυνηγίου, ζώστηκα τη φυσεκοθήκη μου και τα μαχαίρια μου, κρέμασα ζερβιά μου ένα στρατιωτικό παγούρι γεμάτο κονιάκι, πήρα το ντουφέκι μου παραμάσκαλα, και τη στιγμή που κλειούσα τη θύρα του σπιτιού μου έπεσαν τα μάτια μου ψηλά στη θερμάστρα, και μου φάνηκε πως άκουσα τη φλόγα της φωτιάς να μου λέει μ’ ανθρωπινή και ξάστερη φωνή: – Τι ζουρλός που είσαι καημένε, να μ’ αφήσεις να σβηστώ και συ να τρέχεις στ’ άγρια βουνά!… Έκλεισα τη θύρα γλήγορα-γλήγορα, για να κόψω κάθε κουβέντα με τη ζέστα, κατέβηκα στην αυλή, άνοιξα την εξώθυρα, και βγαίνοντας την έκλεισα με το κλειδί, κι’ έκανα το σταυρό μου από συνήθειο, που μώχει μείνει από τα μικράτα μου, όταν ήμουν πλειότερο ευτυχισμένος, απ’ ότι είμαι σήμερα, και δε γνώριζα το όνομα της επιστήμης -της επιστήμης της ψεύτικης- κι όλες μου τες ελπίδες κρεμούσα στη θρησκεία.

Στη διαταγμένη ώρα βρέθηκα στο σταθμό του σιδηροδρόμου, οπού αντάμωσα κι’ όλους τους άλλους, που με περίμεναν, και κουβεντιάζοντας άλλοι έλεγαν πως θα πάω, κι’ άλλοι πως όχι. Μπήκαμε στο σιδηρόδρομο, με τα πέντε μας σκυλιά -τα λαγωνικά- και σε μια ώρα απάνω κάτω, ήμασταν στην Καλαμπάκα, κι απ’ εκεί, σκίζοντας τ’ άγρια και φοβερά βράχια, πούναι χτισμένα τα μοναστήρια των Μετεώρων, τραβήσαμε για τα Χάσια, την πατρίδα των Μπλαχαβαίων, φορτωμένοι ο καθένας τα χρειαζούμενά του, κάππα, ψωμί και τα λοιπά. Για να είμαι αληθινότερος, λέω ότι δεν ήμουν ούτε είμαι, και ούτε θα είμαι ίσως ποτέ, καλός κυνηγός. Μ’ αρέσει το κυνήγι, αλλά καλύτερα στο πιάτο. Δε χάνω ποτέ τον νου μου, όπως τον έχασαν πολλοί. Δεν είμαι όμως και για πέταμα ως κυνηγός. Ματιάζω καλά το στεκούμενο σημάδι, αλλά το τρεχάτο δεν το πιτυχαίνω εύκολα-εύκολα, γι’ αυτό αριά και που σκότωνα αγρίμι, πώτρεχε, ή πουλί που πετούσε, κι’ ο λόγος -ας το ειπώ κι’ αυτό- που προσκαλούμαι για μάκρυνα κυνήγια, δεν είναι άλλος παρά ότι τρέχω πολύ, ότι κόβω δρόμο, ότι ξέρω να βάνω καρτέρια, κι ότι τραγουδώ κλέφτικα τραγούδια και ξέρω να λέω παραμύθια το βράδυ, όταν συμμαζευόμαστε σε κανένα ερημοκκλήσι ή σε κανένα ερημομάντρι.

Όλη την μέρα περβατήσαμε ανήφορους, κατήφορους, λόγγα, μονοπάτια, κακοτοπιές, νερο-συρμές, και φτάσαμε στην Ασπροκκλησιά, ψηλά στα τούρκικα τα σύνορα. Το καλό ήταν ότι το χιόνι, δυό και τρεις πήχες εκεί πέρα, ήταν ξηρό και μοναχά καμιά-δυό πιθαμές ήταν σαν αλεύρι σιμιγδάλι. Οι στρατιωτικοί σταθμοί, τούρκικοι κι’ ελληνικοί, ήταν έρημοι, γιατί οι στρατιώτες, εξαιτίας που κλειώνταν οι δρόμοι, έφυγαν, γιατί αν δεν έφευγαν, θα κιντύνευαν να πεθάνουν της πείνας. Σταμάτησαμε νωρίς ακόμα μέσα σ’ έναν τούρκικο σταθμό, οπού ηΰραμε στεγνά ξύλα, και πολύ όμορφο κατοικειό, για νά περάσωμε τη βραδυά μας. Αλήθεια περάσαμε μια λαμπρή νύχτα, γιατί ο καθένας μας ήταν ικανός να ξαχλιάζη τους άλλους. Η κούραση μας είχε μουδιάσει τα ποδάρια και το βάρος τες πλάτες. Φάγαμε με τόση όρεξη, που μόνο σε τέτοιες περιστάσεις μπορεί νάχη κανείς, και ξαπλωθήκαμε τρόγυρα-τρόγυρα στην όμορφη φωτιά, που είχαμε στήσει στη μέση του κατοικειού, για να μπορούμε να χωρούμε όλοι. Ύστερα από το φαγητό αρχίσαμε τα τραγούδια, υστέρα από τα τραγούδια το χορό κι’ υστέρα από το χορό βάλαμε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, και στρωθήκαμε κατά γη. Ολίγο κατ’ ολίγο άρχισαν να βασιλεύουν τα μάτια μας, κ’ ένας με τον άλλον κοιμηθήκαμαν, έχοντας κι’ ως στρώμα, κι’ ως σκέπασμα ο καθένας την κάππα του, κι’ ως προσκέφαλο το σακκούλι του.

Εννοείται πως τα ποδάρια μας έμεναν έξω ξέσπεπα, άλλα δεν κρύοναν, γιατί φορούσαμε και στον ύπνο τα μακριά ποδήματά μας. ΄Ολην την νύκτα η φωτιά πήγαινε καρμοκάνι γιατί πότε ο ένας και πότε ο άλλος τη συδαυλίζαμε και ρίχναμε χοντρά ξύλα. Πρωί-πρωί, αφού πυροθήκαμε καλά-καλά και προγευτήκαμε, πήραμε τα ντουφέκια μας και τα φορτιά μας και ξεκινήσαμε. Τραβήξαμε κατά το βασίλεμα ήλιου. Μη λησμονήσωμε όμως ότι ο μήνας εκείνη την ήμερα είχε 22. Ο καιρός ήταν μαλακός και χιόνιζε ψιλά ψιλά. Ο δρόμος ήταν απάτητος, κι’ όσο να πάμε σ’ ένα μέρος, που έπρεπε ν ανοίξωμε, και να πιάσει ο καθένας το δρόμο του, πηγαίναμε όλοι μαζί, και με την αράδα, πότε ο ένας και πότε ο άλλος έμπαινε μπροστά, για να κόβει το δρόμο, με τες κλάπες στα ποδάρια. Οι κλάπες είναι σαν να πούμε, ένα είδος τσαρούχια του χιονιού, φκιασμένα από ξύλο, κι από λωρίδες  από βοϊδοτόμαρο, σα μικρά τεψιά, χωρίς κόθρους. Το χιόνι ήταν πολύ και το κυνήγι δύσκολο στην περβατησιά, κι’ εύκολο στον τορό. Τ’ αλάφια και τα ζαρκάδια βγαίνουν σύνταχα στη βοσκή, κι’ έπρεπε να πέσωμε στον τορό τους. Άλλα, τι βοσκή θαρείτε έκαναν τα καημένα! Ξεφλούδιζαν τα χαμόδεντρα, ή ροκανούσαν τα λειανόκλαδα τους! Περβατήσαμε ως δυο ώρες δρόμο-δρόμο με χιόνι – που δεν ήταν καλά-καλά, ούτε μισής ώρας δρόμος, κι’ ακόμα δεν είχαμε πιτύχει ομλή αγριμιού! Μεγάλη ερημιά βασίλευε γύρο μας. Άλλο από μας κι’ από τα σκυλιά μας δε φάνταζε. Ούτε πετούμενο, ούτε τετράποδο γέλαζε πουθενά.. Ο Τρίγγας, που έκανε τον αρχηγό των κυνηγών, γιατί, αν και δεν ήταν ακόμα 45 χρονών, είχε σκοτώσει, καθώς έλεγε, 79 γουρούνια, μικρά-μεγάλα, 17 αλάφια, 14 λύκους, καμιά εκατόν πενηνταριά ζαρκάδια, κι’ αλογάριαστα πουλιά, αλπές και λαγούς, ήταν στη μέση, έχοντας από μας τους άλλους τρεις μπροστά και τρεις πίσω, μας έλεγε ιστορίες του κυνηγιού, πως στο τάδε βουνό σκότωσε εν’ αλάφι, που βήκε εκατόν είκοσι οχτώμιση οκάδες, εξόν από το τομάρι του, το κεφάλι του και τα κέρατα του, πως σ’ εν’ άλλο πάλε βουνό έχασε το δρόμο και τους συντρόφους του, και κοιμήθηκε έξω στο χιόνι, από κάτω από έναν έλατο με την κάππα του μοναχά, σαν να σε γλύση ο Θεός, πως στο τάδε μέρος είχε πέσει σ’ ένα λάκκο μέσα και κάθισε εκεί έξη ώρες, κι’ αν δεν περνούσε κατά τύχη ένας πιστικός, που γύρευε κάτι γίδια, πούχε χαμένα, θα κοκκάλιαζε εκεί μέσα, κι’ άλλα πολλά. Απάνω στην κουβέντα άρχισαν τα σκυλιά «κλιάφ-κλιάφ-κλιάφ…» και μαζεύτηκαν, σωρό σ’ ένα μέρος. Ήταν καμιά εκατοστή δρασκέλες πλειό μπροστά από μας.

Ο Τρίγγας έκοψε τες ιστορίες και φώναξε γελούμε νος. – Α! α! τσάκισε, τέλος πάντων, ο διάβολος το ποδάρι του! Μπήκαμε στον τορό… αλλά σάμα δε μου πολυαρέσουν τα γαυγίσματα των σκυλιών. Δε κάμουν δρόμο, και θαρρώ πως έχομε μπροστά μας λύκους… Τρέξαμε απάνω στα σκυλιά, που δεν προ-ώραγαν, άλλα έκαμαν κύκλους, σαν αλαφιασμένα, και βλέπομε τορούς από λύκους. Είναι, απαράλλαχτοι σαν των σκυλιών άλλα ολίγο μεγαλύτεροι• – Σαν πόσοι να ‘ναι το κοπάδι του διαβόλου; (Είπε ένας, και κοίταξε τι θα πη ο Τρίγγας). Ο Τρίγγας, κοίταξε τους τορούς με έγνοια και κουνούσε το κεφάλι του, σαν να μην το πίστευε. – Τι λες, ωρέ Τρίγγα; (του είπε ένας άλλος). Έχει πολύ πράμμα; – Τι να σας πω, βρε παιδιά, (είπε ο Τρίγγας ξέκαρδα). Δεν είμεστε καλά. Έχομε μπροστά μας απάνω από δέκα λύκους. Η ομλές είναι έγκαιρες κι’ η λυκοσυντροφιά πάει ξέγνοιαστα κι αργά-αργά, σα σε ξόδι. Κυττάξετε τές πατημασιές πως είναι ταχτικές!… Σαν νάναι στρατιώτες της γραμμής, το βιό του διαβόλου! Καλά, αν δε βρουν μπόδιο και τραβήξουν, αλλ’ αν βρουν και γυρίσουν πίσω… Και λέγοντας αυτά τα λόγια, μας έδειχνε τες πατημασιές με το γλούπο του ντουφεκιού του, σαν ο δάσκαλος τα γράμματα στο μαυροπίνακα με το δειχνί. – Και τ! να κάμωμε το λοιπόν; (Ρώτησε τρίτος τον Τρίγγα). –  Ή θα σταθούμε, ή θ’ αλλάξωμε δρόμο (απολογήθηκε ο Τρίγγας, σαν άνθρωπος, που συνήθιζε να διατάζη).Αλλά… (ξακολούθησε) αν σταθούμε, θα ξεπαγιάσωμε από το κρύο, αν αλλάξωμε δρόμο, δε σα πάμε, εκεί που θέλομε, και θα κοπιάσωμε ανώφελα! Τι τα θέλετε; με το έρημο το χιόνι δε μπορεί να πάει κανένας όπου θέλει κι όπως θέλει. Σου κόβει το έρημο τα ποδάρια και σου θαμπόνει τα μάτια. Τότε κι εγώ, νομίζοντας, πως ήρθε η αράδα μου να μιλήσω, είπα: ένα δημοτικό στίχο, που είχε τον τόπο του. —  Μπροστά να πάω σκιάζομαι, πίσω να πάω φοβούμαι! Να σταθούμε δεν κάνει, να πάμε μπροστά δεν κάνει να αλλαξοδρομήσωμε δεν κάνει… τι θα κάνωμε λοιπόν, κύριε αρχιστράτηγε; Εμπρός! δώσε το σκέδιο σου, κι’ είμαστε πρόθυμοι να βαρέσωμε τον εχτρό! Λέγοντας αυτά τα λόγια με τόση ξεγνοιασιά, δεν ένοιωθα καθόλου, ή καλύτερα δεν ήθελα να νοιώσω, σε τι κίντυνο βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή. – Ύστερα από κάμποση συλλογή ο Τρίγγας είπε: – Είναι καμιά φορά κάτι περίστασες, που πρέπει να κάνει κανένας το ενάντιο… – Εμπρός! λοιπόν, το ενάντιο! (του είπα γελούμενος).

Ο Τρίγγας, υστέρα από λίγη σιωπή, ξακολούθησε. – Αν σας βαστάη, ωρέ παιδιά, να κάνωμε το ενάντιο να τραβήξωμε απανωθιό στους λύκους! Μέρα είναι. Είμαστε εφτά ντουφέκια. Αν τύχη και μπλατσαστούμε και σκοτώσουμε ένα δυό απ’ αυτουνούς, φεύγουν οι άλλοι καπνός! Και πρέπει νάναι πολύ πεινασμένοι οι αντίχριστοι! Είναι φευγάτοι από ψηλότερα κι’ εκεί ούτε χωριά είναι ούτε βρίσκονται πρόβατα, βώιδια, άλογα, μουλάρια, γαϊδούρια. Πρέπει νάναι πολύ πεινασμένοι οι διάβολοι! Δεν ξέρετε πόσο φοβήθηκα. Θυμήθηκα μια παλιά ιστορία, που κόντεψε να γείνω πανηγύρι τους. – Καμιά φορά (είπα πάλε εγώ) οι περίστασες το καλούν να γίνει παράβαση του κανονισμού. Ο κανονισμός είναι άψυχο πράμμα. Έτσι μας τώλεγαν και στη θεωρία, όταν ήμουν στρατιώτης. Όλο με τον κανονισμό πάλε δεν βγαίνει κανείς σε κεφάλι. Ξεκινήσαμε, ακολουθώντας τον τορό-τορό. Τα σκυλιά, άμα μας είδαν, να κόβωμε δρόμο, τράβηξαν χαρούμενα εμπρός, αλλ’ ο Τρίγγας τα μαύλισε, και δεν τ’ άφησε να πηγαίνουν πολύ μπροστά. – Σιγά σιγά! (είπε). Δε βιαζόμεστε. Έχομε καιρό. Όσο πώχομε τους λύκους στο δρόμο μας, μόνον για τα κεφάλια μας πρέπει να συλλογιζόμεστε, κι’ όχι γι’ άλλο τίποτε. – Πηγαίναμε, πηγαίναμε, και όλο μπροστά μας ο λυκοτορός, έγκαιρος-έγκαιρος. Ο Τρίγγας φώναζε κάπου-κάπου μ’ αγανάχτηση• –  Ε! ωρέ κοπάδι του διάβολου, που έπεσες μπροστά μας σήμερα! Εκεί που πηγαίναμε, ένας λαγός μας έκοψε το δρόμο. —  Λαγός! Λαγός! (φώναξαν ένας δυό). —  Μωρέ, βαρείτε τον αντίχριστο (είπ’ ο Τρίγγας, στους μπροστινούς) είναι κακό σημάδι να μας κόψη το δρόμο λαγός, κι’ αν δεν του φάμε το κεφάλι… Δεν πρόφτασε ν’ αποτελειώσει το λόγου του ο Τρίγγας, κι’ οι μπροστινοί τράβηξαν δυό ντουφεκιές «μπάμ-μπάμ!» και πάρ’ τον κάτω ο λαγός! Ρίχτηκαν όλα τα σκυλιά απάνω του, ποιο να τον πρωταρπάξη και στη στιγμή μας τον παρουσίασαν. Ο Τρίγγας πήρε το λαγό στο χέρι και τον κύτταζε καλά-καλά στο κεφάλι, σα να γύρευε να βρει κανένα πράμμα, γραμμένο να το διάβαση, και σούφρωσε τα φρύδια του, λέγοντας σαν από μέσα του. – Να πάρει ο διάβολος να πάρει! Δε θα ‘χωμε καλό κυνήγι. Θα υποφέρωμε. Έχομε απολαβή, αλλά βάσανα και στενοχώρια και κόπους. Θα υποφέρωμε.

Βγάζω εκείνη τη στιγμή τ’ ωρολόγι μου και βλέπω μια ώρα ύστερα από το μεσημέρι. Δεν πεινούσα, γιατί είχαμε φάγει καλά το πρωί, αλλ’ η ιδέα ότι ήταν περασμένη η ώρα μούφερε όρεξη, και πρότεινα να καθήσωμε να φάμε… Η γνώμη μου έγινε παραδεχτή, και αμέσως στρωθήκαμε ψιλά στο χιόνι κι’ αρχίσαμε να τρώμε ψωμότυρο και να σβήνωμε την δίψα μας με κρασί, πούχαμε στην πλόσκα, πίνοντας καθένας με την αράδα. Ενώ εμείς τρώγαμε, τα σκυλιά βαρούσαν δεξιά και ζερβιά. Σε λίγο μπήκαν μες το λόγγο και δεν φαίνονταν κανένα. Σε λίγο ακόμα ακούμε μάκρυνα γαυγίσματα -τα «κλιάφ-κλιάφ-κλιάφ» και λίγο-λίγο τα κιλιαφίσματα εκείνα ακούονταν δυνατότερα. Ο Τρίγγας, αν και φαίνονταν ότι μασσούσε, δεν έτρωε, αλλ’ ήταν όλος παραδομένος στο γαύγισμα των σκυλιών. Ακούονταν η βουή, που έκαναν τα γαυγίσματα μέσα στην λακκιά: «κλιάφ! – κλιάφ! – κλιάφ…» και χωρίς ημείς οι άλλοι να νοιώσωμε τίποτε πετιέται, σαν αλαφιασμένος και λέει βιαστικά: — Σκωθήτε, γλήγορα παιδιά! γιατί τα σκυλιά έπεσαν σε αγριογούρουνα!… Πετιούμαστε όλοι απάνω, κι’ όσο ημείς οι άλλοι να συμμαζέψωμε ο καθένας την κάππα-του και το σακούλι του, ο Τρίγγας είχε μπει μέσα στο λόγγο. Τον ακολουθήσαμε όλοι με μεγάλη χαρά, άλλα, άμα ξεκαμπίσαμεν μια μικρή ραχούλα, η χαρά μας πάει χαμένη, γιατί είδαμε το κοπάδι των αγριογουρουνιών, που έφευγε, σαν αστραπή, κι’ αν η Κοράκω του Τρίγγα έβγαινε καμιά φορά μπροστά να τους κόψη το δρόμο, της ρίχνονταν ένα γουρούνι μεγάλο απάνω της και τη μπόδιζε, κι’ από κοντά, φωνάζοντας και κάνοντας καρδιά των σκυλιών, αλλά στα χαμένα, γιατί τα ποδάρια μας δεν μπορούσαν να φτάσουν τ’ αγρίμια. Σε λίγο χάσαμε από μπροστά μας και τα σκυλιά και τα γουρούνια και μόνο αριά αριά ακούονταν αστενικά τα γαυγίσματα των σκυλιών «κλιάφ, κλιάφ, κλιάφ…».

Ο ιδρώτας έτρεχε από πάνω μας σιουρνάρα κ έμπαινε στα μάτια μας, κι’ αιστανόμασταν ένα τσούξιμο φοβερό. Ο Τρίγγας, αφού απελπίστηκε ότι τα σκυλιά δεν θα μπορούσαν, ούτε να κρατήσουν, ούτε να γυρίσουν τα γουρούνια, γιατί ήταν πολλά, μας είπε με χαλασμένη καρδιά. – Σήμερα τη φάγαμε την ήμερα άδικα των αδίκων. Τώρα ας τραβήξωμε εκεί πέρα, να πιάσωμε άλλον τουρκικό σταθμό, για να ξενυχτήσωμε κι’ αέριο έχει ο Θεός. Αν είναι τύχη καλά, αν δεν είναι, ώρα του καλή! Ένας άλλος πρόστεσε. – Εγώ είμαι της ιδέας ότι δε θα πάει καλά το κυνήγι μας… – Πως το ξέρεις; (του λέω). – Τη στιγμή που βγήκα από τη θύρα μου, (είπε), απάντησα το Μιχάλη το Σπανό, κι’ από τότε είπα μέσα μου, δε θα μας αφήσει ο σπανο-Μιχάλης να κάνωμε προκοπή… Ο Τρίγγας τον κοίταξε καλά καλά και του είπε με θυμό: – Χωρίς άλλο χρωστάς της Μιχαλούς! Δε μας τώλεγες καημένε, να γυρίσωμε από το σιδηρόδρομο πίσω; και να μη φάμε τους κόπους; Σ’ αυτό ψηλά να σου κι’ ήρθαν τα σκυλιά ψόφια από το κυνηγητό. Γυρίζει ο Κοντός και λέει του Τρίγγα: —  Δε βαρυέσαι, καημένε να πιστεύεις τέτοιες χαζαμάρες! Με φέρεις σε θέση να πιστέψω ότι εσύ χρωστάς της Μιχαλούς. Τι θά πει σπανός και ξεσπανός; Δεν πιτύχαμε σήμερα, μπορεί να πιτύχωμε αύριο, και μπορεί να μην πιτύχωμε. Το κυνήγι τάχει αυτά: …Του κυνηγού το πιάτο. Δέκα φορές είν’ άδειο και μια φορά γεμάτο. Αν ήταν έτσι, ωρέ γυιέ μου, σαν που λέτε του λόγου σας, θα τους πετούσαν στο βάραγγα τους σπανούς…

Ετραβήσαμε ίσια για το σταθμό. Ήταν μακριά από μας, ως μιάμιση ώρα, αλλά ούτε σε δύο δε μπορέσαμε να φτάσωμε εκεί. Κάναμε πλειότερο, εξ αίτιας του χιονιού. Στο δρόμο όμως που πηγαίναμε είχαμε ένα φόβο μη βρούμε το σταθμό πιασμένο από στρατιώτες Τούρκους. Και τότες; Ήταν κίντυνος μεγάλος. Οι Τούρκοι μπορούσαν να μας πάρουν για κυνηγούς και να μας δεχτούν, αλλά μπορούσαν να μας πάρουν και για κλέφτες και να μας ντουφεκίσουν. Όλον το δρόμο κουβεντιάζαμε πως να τα βολέψωμε με τους Τούρκους, άλλα κοντά στου ενού και του αλλουνού τη γνώμη, βασίλευε η γνώμη του Κοντού. Ήταν η καλύτερη. Είπε: να πάει αυτός μπροστά, μια ντουφέκια τόπο, από μας, και να κουβεντιάσει απ’ αγνάντια με τους Τούρκους, επειδή ήξερε τα τουρκικά, κι αν δε μας δέχονταν να κάνωμε κάτω και πέσωμε στο Μαλακάσι, όπου είναι χάνια κι όλα τα καλά. Στές τέσσερες η ώρα, ήμασταν αντίκρυ του σταθμού, αλλά μας χώριζε ένας μεγάλος και βαθύς λάκκος. Χρειάζονταν μια ακέρια ώρα για να καταιβούμε στο λάκκο και ν’ αναιβούμε απάνω. Κυττάξαμε καλά   καλά το σταθμό και καταλάβαμε ότι ήταν κούφαλος, γιατί αν ήταν μέσα άνθρωποι, θα κάπνιζε. Αυτό μας έκανε να χαρούμε πολύ, γιατί, αν αναγκαζόμασταν να καταιβούμε στο Μαλακάσι, θά ξεμακραίνομάσταν πολύ από το μέρος του κυνηγίου μας. Η ευχαρίστηση μας έδωκε θάρρος και δύναμη και σε μισή ώρα απάνω κάτω,   ήμασταν στη θύρα του τουρκικού σταθμού. Η θύρα ήταν καλά κλειδωμένη και μανταλωμένη, και γερή όσο έπαιρνε. Ήταν αδύνατο να μπούμε καλοπίχειρα μέσα. Αμπώχνομε, αμπώχνομε κι οι εφτά, όσο μπορούσαμε, αλλά δεν είχε ανάγκη. Αρχίσαμε ν’ απελπιζομέστε, όταν εκεί, που κοίταζα τον ανήφορο κατά τον ουρανό, έπεσε η ματιά μου στη χιονισμένη στέγη του σταθμού. Αμέσως μου ήρθε η ιδέα ν’ αναμερίσωμε κάμποσες πλάκες και να μπούμε από ψηλά από τη σκεπή. Τό σκέδιο μου βρέθηκε λαμπρό κι αμέσως ο Κοντός πετάχτηκε κι’ είπε του Βασιλάκη, που ήταν ψηλότερος από όλους μας: – Έλα εδώ, συ, ωρέ καντηλανάφτη! Εσείς οι ψηλοί είσθε γεννημένοι να σας καβαλικεύουν οι κοντοί. Κάνε μου πλάτη ν’ ανέβω!

Ο Βασιλάκης τώκανε πλάτη, και στη στιγμή ο Κοντός ήταν ψηλά στη σκεπή, και αφού πέταξε τα χιόνια με τα χέρια και με τα ποδάρια, άρχισε ν’ αναμεράη τες πλάκες μιά-μιά. Άνοιξε μια μεγάλη τρύπα κι’ απ’ εκεί ρίχτηκε μέσα. Κοντά στον Κοντό ανέβηκε κι’ ο Τρίγγας και οι δυο μαζί χτύπησαν τον απεράτη της κλειδαριάς, σήκωσαν το μάνταλο κι’ άνοιξαν τη θύρα, και μπήκαμε όλοι μέσα. Τότε ο Κοντός ξαναβάνει το Βασιλάκη να του κάνει πλάτες, ανέβηκε πάλε ψηλά στη σκεπή, και σκέπασε με τες πλάκες την τρύπα, πούχ’ ανοίξει, με τόση τέχνη σα να ήταν ο καλύτερος μάστορας. Η δουλειά αυτή του Κοντού ήταν και για μας καλή, και για τους Τούρκους δίκια, γιατί κι’ εμείς πορέψαμε τη νύχτα καλά, και στους Τούρκους δεν αφήκαμε αφορμή να μετανοιώσουν, γιατί άφησαν σταθμό τους κούφαλο, πράμμα που μπορούσαν να κάνουν και τον άλλο χρόνο. Η πρώτη μας φροντίδα, άμα μπήκαμε μέσα, ήταν ν άνάψωμε τη φωτιά, να γδάρωμε το λαγό και να τον περάσουμε στο σουβλί, σα να ήταν κριάρι. Στην αρχή, να σας πω την αλήθεια, παραξενεύτηκα, ακούοντας τον Τρίγγα να διατάζει τον Τσιώνο να σουβλίσει το λαγό, αλλ άμα είδα ότι ο Τσιώνος χέρ’ σε χέρι ετοίμασε το σουβλί και τον πέρασε, έμαθα ότι ψένουν στο σουβλί και τους λαγούς. Επειδή το ψωμί μας ήταν λειψό, και το κρασί μας το ίδιο, κι’ άλας δεν είχαμε και προσφάγι δεν καρκάλαε, και λίγο λάδι χρειάζονταν για το ψήσιμο του λαγού, ο Τρίγγας έστειλε δυο συντρόφους στο Μαλακάσι, να φέρουν απ εκεί, κι’ ημείς οι άλλοι στρωθήκαμε γύρα στη φωτιά και λέγαμε άλλος τραγούδι, άλλος παραμύθι, άλλος κουβέντα, χωρίς στάφνο και τάξη, άλλος έρραφτε τα ξυλωμένα παπούτσια του, άλλος σφούγγαε το ντουφέκι του, κι’ έτσι πέρασε η ώρα χωρίς να την καταλάβωμε, ως που ήρθαν κι’ οι άλλοι από το Μαλακάσι με τα χρειαζούμενα.

Ήρθαν όμως πάρωρα. Ήταν εφτά η ώρα, όταν ήρθαν, κι’ ό λαγός ήθελε ως μια ώρα το λιγότερο να ψηθεί. Τότε σταφτιστήκαμε όλοι γύρω-γύρω στη φωτιά και βάλαμε και το λαγό να ψένεται, ενώ ο Τρίγγας μ’ ένα φτερό από κότα, που ξετρύπωσε κάπου εκεί μέσα, τον άλειφε γάλι-γάλι με λάδι αρμυρισμένο. Δεν πέρασε πλειότερο από μία ώρα κι’ όλα ήταν έτοιμα, για να στρώσωμε τραπέζι. Εκείνο όμως, που πείραζε πολύ ήταν, που δεν είχαμε μια λάμπα να μας φέγγη, κι’ αναγκαζόμασταν να φωτιζώμεστε με δαδί του σταθμού, που το βαστούσαμε στο χέρι ο καθένας με την αράδα. Εφάγαμε με πολλή όρεξη κι’ έπιαμε πολύ καλό κρασί οστροβίτικο, το καλύτερο κρασί που βρίσκεται στα χασιωτοχώρια, και πριν να πάει δέκα η ώρα ήμασταν κλαρισμένοι από τη νυσταμάρα. Ύστερα από το φαγί, ούτε για τραγούδια, ούτε για χορό, ούτε για παραμύθια είχαμε όρεξη. Ο δρόμος τον καταβάνει πολύ τον άνθρωπο. Την άλλη την ημέρα, 23 του μηνός, ξυπνήσαμε πολύ πρωί. Ανάψαμε μια λαμπρή φωτιά και πριν να φέξη είχαμε προγευτή κιόλας. Άμα χάραξε λιγάκι, ήμασταν όλοι έξω από το σταθμό μαζί με τα σκυλιά μας, που κουνούσαν τες ουρές τους από ανυπομονησία, όσο να καταλάβουν τι δρόμο θα πιάσωμε. Ο Τρίγγας έδωκε, σαν πάντα, το σκέδιο κι’ ο καθένας μας πήραμε το δρόμο του χωριστά. Οι πέντε μπήκαμε στα καρτέρια, κι’ ο Κοντός με το Βασιλάκη μπήκαν στη μέση για να φωνάζουν. Τα καρτέρια στήνονται στες ψηλότερες άκρες του λόγγου, σε μέρος, που να φυλάνε μονοπάτι, γιατί τ’ αγρίμια, όταν κυνηγιούνται, πάντα προς τον ανήφορο τρέχουν. Ο ανήφορος είναι σωτηρία, κι’ ο κατήφορος καταστροφή. Εξόν απ’ αυτό, όλα τ’ αγρίμια τρέχουν καλύτερα στον ανήφορο, ενώ στον κατήφορο δε μπορούν να τρέξουν ούτε το μισό. Τα σκυλιά ήταν μαζί με τους φωναχτάδες. Στες φωνές του Κοντού αχολογούσε όλος ο λόγγος. Νόμιζε κανένας ότι πάλευαν θεριά, ότι σφάζονταν βουβάλια. Χαλούσε ο κόσμος.

Ο τόπος, πούχαμε περικυκλωμένο, ήταν τόσος, που, αν ήταν χωράφια, και δεν ήταν λόγγος, μπορούσε να θρέψη ένα χωριό από διακόσια σπίτια. Εκεί που στέκουμουν κι’ είχα το μάτι μου σαν του άστρίτη και τα’ αυτί μου σαν του λαγού, ακούω ένα ζευγάρι ντουφεκιές «μπαμ! μπαμ!». Κοντά στες ντουφεκιές, ανθρωπινές και σκυλίσες φωνές πήγαιναν βρόντος, χαλασμός Κυρίου. – Χοντρό ζούδιο (είπα μέσα μου) έπεσε στα καρτέρια. Δεν πρόφτασα να τελειώσω την κουβέντα, πούχα με τον εαυτόν μου, κι’ άλλες δυό ντουφεκιές έπεσαν σιμώτερα από τες πρώτες. Μου φάνηκε πως ήταν ο γείτονας μου. Σήκωσα κι εγώ τους λύκους του ντουφεκιού, για να είμαι έτοιμος να ρίξω, αν τύχαινε να περάσει κάνα από κοντά μου, αλλ’ αντί να γίνει αυτό, ακούω να με φωνάζουν να κατεβώ παρακάτω, για ν’ αγροικηθούμε. Κατεβαίνω κάτω, ανταμώνομαι με τους συντρόφους όλους και μαθαίνω ότι τα σκυλιά με τους φωναχτάδες έβγαλαν ένα κοπάδι από πέντε αγριογούρουνα, και ότι τα ντουφέκισαν δυο καρτέρια, τα καλύτερα, ο Τρίγγας κι ο Καστανός, κι’ ότι δε μπόρεσαν να κρατήσουν κανένα. Τέτοιο φαρμάκι είχαμε όλοι στην καρδία μας, που μας φαίνονταν πως είχαμε χάσει χιλιάδες. Περιμέναμε τα σκυλιά να γυρίσουν από το κυνηγητό, και να φύγωμε, να πάμε σε άλλο λόγγο, ως που ήταν γλήγορα, αλλά τα σκυλιά δε γύριζαν. – Τι διάβολο νάχαν πάθει κι’ άργησαν τόσο; Είπε ο Τρίγγας, και κίνησε να βγει σε μια ραχούλα να βιγλήση, αλλά δεν είχε κάνει δέκα δρασκελιά κι’ ακούμε από μακρυά, «κλιάφ-κλιάφ-κλιάφ». Θα τα γύρισαν πίσω, ωρέ παιδιά, (ειπ’ ο Τρίγγας) κι’ ανοίξτε όσο μπορείτε για να τα ντουφεκίσωμε τ’ αντίχριστα.

Κι’ αληθινά, όσο πήγαινε, τόσο ακούονταν καθαρότερα και δυνατότερα οι   αληχτησιές των σκυλιών «κλιάφ-κλιάφ-κλιάφ». Ανοίξαμε και κάναμε μια γραμμή από χίλιες δρασκέλες, κ’ όσο πήγαινε, τόσο ακούονταν ακόμα καλύτερα οι αληχτησιές «κλιάφ-κλιάφφφφ». – Το νου σας, βρε παιδιά! (φωνάζει ο Τρίγγας) έφτασαν! Ετοίμου ημείς όλοι «κρακ κρακ κρακ!» τα ντουφέκια στην απάνω. Σε λίγο όμως οι αληχτησιές αστένεψαν-αστένεψαν, και αστενεύοντας-αστενεύοντας σώπησαν ολωσδιόλου. Χαλούμε τη γραμμή και ακολουθούμε τον Τρίγγα, που πήγαινε μπροστά. Περάσαμε μια ράχη, άλλη μια, κι’ άλλη μια ακόμα, πηγαίνοντας τον τορό-τορό των αγριμιών και των σκυλιών και δεν ακούαμε τίποτε. Ο Τρίγγας στενοχωριόνταν πλειότερο από μας τους άλλους και για να ξεσκάσει είπε μια συνηθισμένη βρισιά. — Μωρέ στα Γρεβενά, έχουν σκοπό να πάνε τ’ άτιμα. Είπε ένας άλλος. Άλλα δεν πρόφθασε να πη το λόγο του κι’ αρχίσαμε ν’ ακούμε μακριά «κλιάφ κλιάφ κλιάφ». –  Νάτα! (ειπ’ ο Τρίγγας με χαρά), Το νου σας, παιδιά! Οι αληχτησιές άρχισαν να γένονται δυνατότερες, κι’ αυτές έρχονταν κατ’ επάνω μας, και ημείς πηγαίναμε κατ’ επάνω τους. Άλλα πάλε άρχισαν ν’ αστενεύουν, ν’ άστενεύουν και να χάνονται ολότελα. –  Μωρέ κακό που πάθαμε! Ματαφώναξε ο καημένος ο Τρίγγας, κι’ είχεν ένα θυμό, που αν το έπιανε κάνεις από την μύτη, έσκαζε. Μ’ αυτά και μ’ αυτά είχε περάσει το μεσημέρι και κάποιος είπε να φάμε. –  Μωρέ, καλά λες, (είπ’ ο Τρίγγας). Κάτσετε λοιπόν, να ντερλικώσωμε κι’ ότι βρέξει ας κατεβάσει.

Ανοίξαμε τα σακούλια μας και στρωθήκαμε στο φαγί. Ήμασταν πεθαμένοι από τη νηστεία. Δεν τρώγαμε, καταπίναμε! Όταν τελειώσαμε κι’ ήμασταν έτοιμοι να πάρω με τα ντουφέκια μας και να ξεκινήσωμε, άκουμε τες αληχτησιές, που πήγαιναν όργιο. Τες ακούαμε κι’ από προτύτερα, αλλά δεν προσέχαμε. Ξεόμασταν πολύ κοντά κυνηγοί και κυνήγι, Σφίγγομε λίγο τα πόδια μας και γυρίζομε τη ράχη, που είχαμε μπροστά μας. Δρόμο είχαμε πάντα τον τορό. Γυρίζοντας τη ράχη, βλέπομε τα σκυλιά να παλεύουν με τα γουρούνια και να κλωθογυρίζουν σαν ανεμόμυλος. Έκαναν πενήντα πηδήματα τα σκυλιά καθένα, για να μπορέσουν να κάνουν ένα «γκλιάφ». Ήταν ψόφια από την κούραση, αλλά δεν τάφινε το φυσικό τους ήσυχα και προσπαθούσαν να γυρίσουν τ αγριογούρουνα προς το μέρος που ήμασταν ημείς, άλλα δεν μπορούσαν. Ήταν σαν τραγιά μεγάλα τα γουρούνια και τα τσάκιζαν. Βλέποντας αυτό ο Τρίγγας, που είχε την καλύτερη σκύλα και την αγαπούσε ίσια με τα παιδιά του, τούρθε αχαμνά και άρχισε να δακρύζει. Πέφτομε απάνω στο σκυλογουρουνοπόλεμο, χωρίς να συλλογιστούμε καθόλου, κι’ όπως ήμασταν ντουφεκήσαμε όλοι. Πρόντησαν αμέσως τα γουρούνια και δεν έμεινε στον τόπο παρά ένα μεγάλο γκαΐλικο κατάμαυρο γουρούνι, που ήταν σα δαμάλι με κοντά ποδάρια. Καθώς δοκηθήκαμε όμως, κ’ εν’ από εκείνα, πού έφευγαν κούτσαινε και πήγαινε ντζίκ-ντζίκ. Τα σκυλιά, άλλο απ’ τες φωνές μας κι’ άλλο από το γουρούνι που ήταν καταγής στάθηκαν όλα, κι’ άλλο το δάγκανε από την ούρα, κι άλλο από τα ποδάρια.

Το ποιος το σκότωσε όμως το γουρούνι από όλους μας δεν ήταν γνωστό. Όλοι είπαμε πως αυτό ματιάσαμε. Και το κουτσό τότε ποιος το λάβωσε; Ας κρίνει κι’ άλλος! Τέλος πάντων, ο σκοτωμός του γουρουνιού εκείνου μας πήρε και τη στενοχώρια και τη σύχυση και την αποσταμάρα και μοναχά εκείνος που το σκότωσε αληθινά έχασε το τομάρι και τον πατσιά, που δικαιούνταν να πάρει, εξόν από το μερδικό του. Όλα τα κακά, που είχαμε πριν, χάθηκαν. Βγάλαμε όλοι φτερά. Επειδή όμως κι’ ή ώρα ήταν περασμένη, κι’ ο σταθμός, που είχαμε κοιμηθεί, ήταν απάνω κάτω δυο ώρες μακριά, και τα σκυλιά ήταν ψόφια από το κυνηγητό, το ηύραμε εύλογο να κάμω με ένα ξυλοκρέββατο να ρίξωμε ψηλά το γουρούνι και να του κάνωμε το ξόδι, κουβαλώντας το ως το σταθμό, όπου και θα το καταντεύαμε. Τέσσερες το σήκωσαν και πότε-πότε ξεσυναλλάζονταν με τους άλλους τρεις. Τραβήξαμε όμως τον αμάραντο, ως που να το πάμε, γιατί ήταν πολύ βαρύ. Πλειότερο από ογδοήντα οκάδες, το μυριόρημο!! Άμα φτάσαμε στο σταθμό και το βάλαμε κατά γης το σκίσαμε και βγάλαμε όλα τα σωτικά του, συκώτια, πλεμόνια, σπλήνα, καρδιά, άντερα και λοιπά. Μόνο τα νεφρά του αφήκαμε μέσα, κι αυτά δε φαίνονταν από το ξύγκι. Ύστερα το γδάραμε και το κάναμε δώδεκα κομμάτια, τόσα, όσοι άνθρωποι και σκυλιά ήμασταν. Όποιος είχε σκυλί, πήρε δύο μερδικά.

Ήταν ακόμα ώρα όταν τελείωσε η δουλειά του γουρουνιού, κι’ ο Τρίγγας διάταξε άλλους να πάνε για νερό, κι’ άλλους να παστρέψουν και ν’ ανάψουν τη φωτιά και δεν είχε σουρουπώσει καλά, κι’ όλοι καθόμασταν γύρα στη φωτιά, ευχαριστημένοι και χαρούμενοι, και γυρίζαμε στη σούβλα το κουκουρέτσι που φκιάσαμε από τ’ άντερα κι’ από τ’ άλλα σωτικά του γουρουνιού. Το γυρίζαμε, το γυρίζαμε κι’ όλο ένα το γυρίζαμε κι’ αυτό έλιωνε-έλιωνε απάνω στα κάρβουνα και σηκώνονταν ένας μοσκομυρωδάτος καπνός από τη χόβολη, που έπεφτε το ανάλυμα ψηλά, κι’ ευωδίαζε όλο το κατοικιό, τόσο μας είχε κεντήσει την όρεξη η μυρουδιά, που μας έρχονταν να το φάμε με τα μάτια. Κατά τες εφτά της νυχτός ο Τρίγγας διάταξε να το βγάλουμε από τη φωτιά και ν’ ανοίξουμε τα σακούλια με το ψωμί. Το βγάλαμε, το στήσαμε ορθό στον τοίχο, κι’ ανοίξαμε τα σακούλια, βγάλαμε ότι είχαμε μέσα, κ’ υστέρα τα στρώσαμε κατά γης, σαν τραπεζομάντηλο, κι’ αφού κόψαμε, το κουκουρέτσι σ’ εφτά μερίδια —όσοι άνθρωποι ήμασταν- ορχήσαμε το φαγί, Ο Τρίγγας έτρωγε μαζί με την Κοράκω του-έτσι έλεγαν τη σκύλα του. Η νοστιμάδα του κουκουρετσιού εκείνου, ούτε μολογιέται. Ως κι’ αυτή τη στιγμή, που γράφω αυτές τες αράδες με πιάνουν τα σάλια και μώρχεται να γλύψω, τα δάχτυλα μου.

Ύστερα από το φαγί, πολύ λίγο καθίσαμε. Γύραμε να κοιμηθούμε κατά τα συνηθισμένα, με την ευχαρίστηση ότι την άλλη την ήμερα θα ξεκινούσαμε σύνταχα για την Καλαμπάκα, για να προφτάσομε το βραδινό σιδηρόδρομο και να μπούμε το βράδυ στα Τρίκαλα, φορτωμένοι κυνήγι. Ξυπνήσαμε πολύ πρωί, και αφού ρίξαμε όσα ξύλα μας περίσσευαν στη φωτιά, περιμέναμε να φέξη για να ξεκινήσωμε, όταν ακούμε ποδοβολητό και κουβέντες στη θύρα. Μιλούσαν τούρκικα. Βάνουν το κλειδί στην κλειδωνιά, «γκράκ-γκρούκ!» η κλειδωνιά, ημείς σιωπή! Η θύρα ήταν καλά κλεισμένη από μέσα. Οι Τούρκοι από τον καπνοδόχο, κατάλαβαν ότι ήταν μέσα άνθρωποι, κι’ άρχισαν να φοβούνται, γιατί δεν ήξεραν τι λογής άνθρωποι ήμασταν εκεί. Ήρθαν οι νοικοκυραίοι να διώξουν τους ξένους. Φωνάζουν τούρκικα: – Ανοίξτε μπρε!

Ποιος άνοιγε! Εκεί ψηλά, στα χιονισμένα κι’ έρημα βουνά, δε βρίσκεται το δίκιο. Ότι θέλει και μπορεί καθένας κάνει, χωρίς να φοβηθεί τίποτε. Από τες κουβέντες, πώκαναν οι Τούρκοι καταλάβαμε, γιατί, εξόν του Γιατρού και του Κάστανου, ξέραμε όλοι οι άλλοι τούρκικα, ότι θα έρχονταν από το βράδυ, άλλα έχασαν το δρόμο κι’ έπαθαν το διάβολο τους έξω. Μας ξαναφωνάζουν: – Ανοίξτε, μπρε γκιαούριδες: (Άτς μπρε γκιαουρλάρ). Τους απολογιέται ο Κοντός: –  Δεν ανοίγουμε, αν δεν πάτε σ’ εκείν’ εκεί πέρα τη ράχη όλοι σας. Ήταν καμιά τριανταριά νομάτοι πέρα-πέρα. Τους είχαμε μετρήσει από τες πολεμίστρες του σταθμού. – Ανοίξτε! (ξακολουθούσαν να φωνάζουν οι Τούρκοι). – Δεν ανοίγομαι! (τους απολογιώμασταν ημείς).

Είχαμε δίκιο να μην τους ανοίξωμε, γιατί είχαν όλα τα σημάδια να μας πάρουν για κλέφτες. Ύστερα κι’ αυτό να μην το πίστευαν, αφορμή ήθελαν να σκοτώσουν καμπόσους γκιαούριδες και να τους πάνε τα κεφάλια στη Δισκάτα και στα Γρεβενά για κλέφτικα! Οι Τούρκοι δεν εννοούσαν να τραβηχτούν, όπως τους είπαμε, για ν’ αδειάσουμε το σταθμό τους, κι’ έτσι στα καλά καθούμενα, τον ηύραμε το σογιά με το λουρί! Δεν το ελπίζαμε να μας ξημερώσει τέτοια μέρα. Με το «ανοίξτε» και δεν «ανοίγομε» πιάσαμε έχτρα. Αν ανοίγαμε στην αρχή, μπορούσαμε να πιστέψωμε ότι θα ξεμπλέγαμε χωρίς ντράβαλα, άλλα καθώς το καταντήσαμε, δεν είχε θεραπεία. Όλη την ήμερα αυτή η δουλειά γένονταν. -«Ανοίξτε! – Δεν ανοίγομε!» Είχαμε βάλει δυο ντουφέκια στες πολεμίστρες, για να μη γκρεμίσουν τη θύρα οι Τούρκοι με τα τσεκούρια, και καθόμασταν μέσα περιμένοντας να βραδιάσει, με την ελπίδα ότι θα γύριζαν σε κανένα χωρίο να κοιμηθούν την νύχτα. Αλήθεια, όπως παντέχαμε έτσι κι’ έγινε. Το δειλινό οι Τούρκοι τραβήχτηκαν όλοι, κι’ ημείς τους είδαμε, ανοίξαμε και στείλαμε δύο συντρόφους να τους αγνατέψουν, ως που να πάρουν ποδάρι, κι’ άμα γύρισαν και μας είπαν ότι έφυγαν με τα σωστά τους, ζαλωθήκαμε και κινήσαμε. Ήταν όμως τέτοια ομίχλη που δε μπορούσαμε να ιδούμε γύρα μας δέκα δρασκέλες τόπο. Ο σκοπός, που είχαμε για να πάμε στα Τρίκαλα, χάλασε από τον πάτο. Δεν μας έμεινε άλλο, παρά να κατέβουμε στο Μαλακάσι κι ανήμερα των Χριστουγέννων νά τραβήσωμε για την Καλαμπάκα και τα Τρίκαλα.

Πάμε, πάμε, πάμε, και δε βρίσκομε πουθενά Μαλακάσι! Μας έπιασε η νύχτα. Νύχτα κι’ ομίχλη αδερφώθηκαν τόσο, που δε βλέπαμε τίποτε! Περβατούσαμε χωρίς να ξέρωμε που πατούσαμε, κι’ ανοίγαμε τα μάτια μας καλά να ιδούμε και μας φαίνονταν πώς χάσαμε το φως μας, πως ήμασταν γκαβοί και θεόστραβοι. Ανεβαίναμε και δε μπορούσαμε να ιδούμε τίποτε, ούτε ν’ ακούσωμε τίποτε. Σκοτάδι κι’ ερημιά! Άμα καταλαβαίναμε ότι σκολούσε ο ανήφορος κι’ αρχίζαμε να κατεβαίνωμε, μπήγαμε όλοι μαζί τες φωνές!! – Ωωωωρέ Χωριοοοοοοό! Ωωωωρέ Χωριο-οοοοοό! Ωωωωρέ Χωριοοοοοό!!! Άλλα, ούτε χωριό, ούτε χώρα ακούονταν! Μόνο τα σκυλιά μας απαντούσαν με ουρλιάσματα στες φωνές μας, σα να μας περίπαιζαν! Κάποιος άρχισε να παραπονιέται, αλλά δεν πρόφτασε να πη δυό λόγια, και του απολογιέται ο Κοντός: – Δε ντρέπεσαι ωρέ! Και τι θα πάθωμε; Θα περπατήσωμε όλη τη νύχτα, για να μη ξεπαγιάσωμε, κι’ άμα φέξη, να ιδούμε που είμαστε, θα πιάσωμε το δρόμο για τα Τρίκαλα. Αλήθεια δε μας είχε μείνει άλλο πράμμα να κάνωμε! Πέρασαν πολλές ώρες, που όλο ανεβοκατεβαίναμε χωρίς να ξέρωμε που πάμε, άλλα στα υστερνά όλο ανεβαίναμε μοναχά. Πουθενά κατήφορος! Χωρίς άλλο, ωρέ παιδιά, (ειπ’ ο Τρίγγας) ανεβαίνομε βουνό, αλλά δεν ξέρω τι διαβολοβούνι αναιβαίνομε. –  Το Ζυγό! (απολογήθηκε ένας). –  Να ήταν ο Ζυγός (απολογήθηκα εγώ), καλά θα ήταν! Θα φτάναμε στο Μέτσοβο και θα κάμαμε το πρωί Χριστούγεννα εκεί! Φοβούμαι μη κάναμε κατά το δόσμα του ήλιου, κι’ ανεβαίνομε τώρα τον Όλυμπο! Το υστερνό το είπα επίτηδες, χωρίς να το πιστεύω.

Όλο κι ανεβαίναμε, όλο κι’ ανεβαίναμε, κι’ ο ανήφορος και το σκοτάδι δεν είχαν τελειωμό. Νομίζαμε ότι ο ανήφορος εκείνος έβγαινε στον ουρανό κι ότι το σκοτάδι εκείνο έφτανε ως την καρδιά της Κόλασης. Η νύχτα είχε γίνει αιώνας! –  Τί ώρα έχομε τάχα; (Ρώτησε ένας). –  Μωρέ καλή ιδέα, (είπα με το νου μου). Ανάβω ένα σπίρτο και κυττάζω τ’ ώρολόγι μου, και βλέπω ότι ήταν τρεις η ώρα υστέρα από τα μεσάνυχτα! – Σχαρίκια, βρε παιδιά! (τους φωνάζω). Η ώρα είναι τρεις, κι’ υστέρα από άλλες τρεις, στες έξη, θα ήμαστε στου Παραδείσου το φως! Όλοι χαρήκαμε και κανούργια δύναμη έλαβαν τα ποδάρια μας για τον αδιάκοπο ανήφορο. Δεν πέρασε μιά ώρα από τη στιγμή που κοίταξα τ’ ωρολόγι μου κι’ ακούσαμε πίσω μας να βάρη καμπάνα γκλανν…. γκλανννν…..γκλαννν! Σήμαινε η εκκλησιά του χωρίου, για να μαζευτούν οι χωριανοί ν’ ακούσουν το χαρμόσυνο άγγελμα: «Χριστός γεννιέται…» Σε λίγο κι’ άλλη καμπάνα άρχισε να βάρη «γκλαννν – γκλαννν γκλαννν!» κι’ αυτή. Σε ματαλίγο κι’ άλλη καμπάνα ακούονταν ότι βαρούσε μακριά. ‘Ίσως ήταν η μεγάλη καμπάνα των Μετεώρων!

Εγώ περπατούσα και σκεφτόμουν την ευτυχία και την ευχαρίστηση εκείνων των απλών χωρικών, που πήγαιναν στην εκκλησιά τους, να δροσίσουν τη ψυχή τους με την ελπίδα, που χαρίζει η πίστη του Χρίστου, ξεκουρασμένοι, αλλαγμένοι, ωμορφοντυμένοι, καθένας με τους σπιτιακούς του, τη γυναίκα του, τα παιδάκια του, σαν άνθρωποι, ενώ ημείς, σα στοιχειά, και σαν κατάδικοι, μέσα στ’ άβατα βουνά σαν να ήμασταν αγγόνια του Κάιν, του πρώτου φονιά του κόσμου! Αλλ’ όλους αυτούς τους στοχασμούς μου, τους έθαψα μέσα στην καρδιά μου, χωρίς να βγάλω τσιμουδιά, ενώ ένα καυτερό-καυτερό δάκρυ αυλάκωνε το μάγουλο μου. – Το δάκρυ εκείνο, το γέννησε η ενθύμηση σου, ώ γλυκεία μου και πικραμένη μου μάνα, που τόσα χρόνια τώρα κάνεις Χριστούγεννα, έρημη και μοναχή χωρίς το μονάκριβο παιδί σου! Οι καμπάνες μας χάλασαν την όρεξη, που είχαμε για δρόμο. Άλλος έλεγε να πάμε μπροστά, άλλος να σταθούμε, κι’ άλλος να γυρίσω-με κατά τες καμπάνες. Χωρίστηκαν οι γνώμες, μετρηθήκαμε και νικήσαμε όσοι είχαμε την ιδέα να τραβήσωμε τον ανήφορο. Ξακουλουθήσαμε περβατώντες όπως πριν και στο μέρος, που έπαψε ο ανήφορος άρχισε να φέγγη. Σταθήκαμε λίγο. Τα μουστάκια μας, κι’ οι αμασκάλες μας είχαν πιάσει κρούσταλλα. Φέραμε τα μάτια μας γύρα, κι’ είδαμε ότι το μέρος που βρισκόμασταν ήταν γεμάτο από θεόρατα δέντρα. Χωρίς άλλο ήταν οξιές κι’ έλατα. Καταλάβαμε ότι ήμασταν στην κορφή ενός ψηλού βουνού. Περνώντας και λίγη ώρα ακόμα, έφεξε καλά. Βεβαιωθήκαμε πως ήμασταν ψηλά σε μια κορφή του Πίντου. Δόξα σοι ο Θεός! Ξανασάναμε!

Μας φάνηκε πως βγήκαμε μέσα από το τρισκόταδο της Κόλασης. Χαιρόμασταν το φως της ημέρας, σαν πως χαίρονται τα μικρά παιδιά τα καλούδια, που τους δίνουν την πασκαλιά οι μανάδες τους. Προχωρούμε κάμποσες δρασκέλες τόπο ακόμα και βλέπομε καπνό να σηκώνεται ανάμεσα από τα δέντρα. Την καρδιά μας την πλημμύρησε χαρά μεγάλη. Τρέχομε με όλη μας την δύναμη προς τον καπνό και βρισκόμαστε μπροστά στον ελληνικό σταθμό του Ζυγού! Μπαίνομε μέσα θαρρευτά – θαρρευτά, σα στο σπίτι μας και χαιρετούμε τους στρατιώτες, σαν αδέρφια, που κάθονταν εκεί ψηλά στην ερημιά και στα χιόνια, για την τιμή της Πατρίδας! Τι μεγάλο χρέος κάνει ο στρατιώτης, χωρίς να καταλαβαίνει και χωρίς να τον καταλαβαίνουν!!! Άμα μπήκαμε μέσα, μας φάνηκε πως μπήκαμε μέσα σε φούρνο. Αμέσως μας πήρε στο δωμάτιο του ο αξιωματικός, μας έδωκε κι έπιαμε ρούμι καλό, κι’ έβαλε να μας βράση καφέ. Νόμισε στην αρχή ότι ερχόμασταν από το τούρκικο, κατατρεγμένοι, αλλά του είπαμε την ιστορία, το τι τραβήξαμε και μας λυπήθηκε, σαν αδερφός. – Κατοικιό όμορφο εκεί ψηλά, φωτιά μεγάλη, συντροφιά αδερφική, κούραση με το σακκί, όλα αυτά γέννησαν στην ψυχή μας τον πόθο και την ανάγκη να μείνωμε στο σταθμό του Ζυγού εκείνη την ήμερα και την άλλη να ξεκινήσω με. Και μπορούσαμε να κάνωμε αλλοιώτικα, μ’ εκείνην την κούραση πούχαμε; Κρεμάσαμε λοιπόν τα σακούλια μας, τα ντουφέκια μας και τες κάππες μας, και στρωθήκαμε γύρα στη θερμάστρα. Ο Τρίγγας, βλέποντας την ευγένεια του αξιωματικού, δίνει το ένα του το μερδικό να το μαγειρέψουν για τον εαυτό τους οι στρατιώτες, και προσφέρει από το άλλο -το μερδικό της σκύλας του- όσο θα χρειάζονταν για να φάμε ημείς κι’ ο αξιωματικός. –  Σας ευχαριστώ πολύ (λέει ο αξιωματικός) άλλα εγώ κι’ οι στρατιώτες δε θα το χαλάσωμε σήμερα-μερού, παραμονή των Χριστουγέννων. –  Τι λέτε, κύριε αξιωματικέ; (του απαντήσαμε όλοι μ’ ένα στόμα). Τι παραμονή λέτε; Σήμερα είναι Χριστούγεννα! –  Μας συμπαθάει η αγάπη σας ! (είπε ο αξιωματικός, νομίζοντας ότι θέλαμε να τον γελάσωμε). Να μη σας κακοφανεί αν σας πω ότι οι Τούρκοι και το νυχτοπερπάτημα σας έκαναν να χάσετε το λογαριασμό των ήμερων. Σήμερα ο μήνας έχει 24 κι’ αύριο θάχει 25. Αύριο είναι Χριστούγεννα! Να ο ημεροδείχτης μου! Κάθε μέρα ο λοχίας μου βγάζει κι’ ε να φύλλο. ‘Αν δεν είχαμε τον ημεροδείχτη εδώ ψηλά στην ερημιά, πώχομε ένα μήνα και πλειότερα κλεισμένοι, όχι μοναχά μέρες, αλλά και μήνες θα χάναμε.

Τώχε πιάσει γερά ο αξιωματικός. Δε μπορούσαμε να τον καταπείσωμε, κι’ εκεί που αυτός καλά και σώνει έλεγε: «24 έχει ο μήνας!» κι’ ημείς λέγαμε: «έχει 25!» αυτός «παραμονή είναι σήμερα» και ημείς «Χριστούγεννα!» μπαίνει ένας μετσοβίτης μέσα, πούχε φέρει κάτι ψώνια, για ν αγοράσουν οι στρατιώτες! ρύζι, τυρί, ψωμί, κι’ άλλα. Άμα μπήκε μέσα ο μετσοβίτης, ο αξιωματικός φώναξε: –  Μην πονοκεφαλάτε τώρα! Ο Νικόλας θα μας λύση την απορία! Έτσι λέγονταν ο μετσοβίτης. Και γυρίζοντας το λόγο προς το Νικόλα του λέει: –  Ορέ, Χριστούγεννα έχετε στο Μέτσοβο σήμερα η παραμονή; –  Χριστούγεννα! κύριε αξιωματικέ, (είπ’ ο Νικόλας). –  Χριστούγεννα! (ξανάειπε ο αξιωματικός, σα να μην ήθελε να το πιστέψει). –  Χριστούγεννα! (Ματάειπε ο μετσοβίτης). Τότε ο αξιωματικός γύρισε και μας είπε χαρούμενος: Τότε, ωρέ αδέρφια, έχετε δίκιο του λόγου σας! Σας έστειλε ο Χριστός επίτηδες για να μάς πείτε, …. πως «Σήμερον Χριστός γεννάται εν Βηθλεέμ…… Και τα είπε αυτά ψαλμωδικά. Ύστερα ξακολούθησε: –  Στα σωστά, αν δεν έρχοσταν εσείς, δε θα ξέραμε καθόλου. Κι’ ο Νικόλας δε θα μας έλεε τίποτε. Που θα ήξερε αυτός πως ημείς είχαμε χαμένο το καλαντάρι εδώ ψηλά! Θεϊκή οικονομία για τους καημένους τους αποκλεισμένους στο Χάνι του Ζυγού! Δοξάζω σε Θέ μου!….. Και λέγοντας τα λόγια αυτά, έκανε το σταυρό του, και γέμισαν τα μάτια του δάκρυα. Ψηλά σ’ αυτά όλα μπαίνει, κι’ ο λοχίας μέσα. Ο αξιωματικός του λέει: –  Ξέρεις λοχία τι έχομε σήμερα; –  Να δα η ώρα! Και πως δεν ξέρω; (ειπ’ ο λοχίας) Βώδι μαθές είμαι; Έχομε 24 του μηνός, παραμονή των Χριστουγέννων…… Έχομε Χριστούγεννα! ωρέ χαμένε! (του λέει ο αξιωματικός). Κάποτε θα λησμόνησες να βγάλεις φύλλο από τον ημεροδείχτη, ξεχασμένε!

Ο λοχίας δε μπορούσε να το πιστέψει, αλλά αφοί τον βεβαιώσαμε όλοι ότι ήταν Χριστούγεννα κι’ όχι παραμονή, το παραδέχτηκε κι’ υστέρα από κάμποση συλλογή είπε: –  Θα ήταν εκείνη την μέρα, κύριε ανθυπουλουχαγέ, που πήγα νύχτα στο κυνήγι, κι’ επειδής έλειψα όλη την μέρα δε βγήκε το φύλλο από τον ημεροδείχτη! Αλήθεια, αλήθεια, κύριε ανθυπουλουχαγέ. Χριστούγεννα είναι σήμερα! Χρόνους πολλούς το λοιπόν! Χάχαχα!! Μωρέ τι θα παθαίναμε σήμερα οι καημένοι! – Δεν πάθαμε τώρα τίποτε, (του είπε ο αξιωματικός) μόν’ πάρε το κρέας, που σου δίνει ο κύριος και δος το να το μαγειρέψουν να φάμε κι’ ημείς κι’ οι στρατιώτες! Ο λοχίας έφυγε από μπροστά μας χαρούμενος κι’ άμα βγήκε από τη θύρα φώναζε με μια μεγάλη ρουμελιώτικη φωνάρα: – Ούρε Σαλπιχτή! Βάρε, ωρέ γενική συνάθροιση με το εργαλείο σ’ δυνατά και γλήγορα! Είναι κατεπειγόντως! Σε λίγο ακούστηκε η σάλπιγγα, που βαρούσε «του-του-του του ου ου ου». Ακούστηκε ένα μεγάλο ποδοβολητό, και ξιφολόγχες να χτυπούνε δεξιά κι’ αριστερά στους τοίχους. Ακολούθησε λίγη σιωπή, κι’ υστέρα ακούστηκε η φωνή του λοχία: –  Προσχή! Υπαξιωματικοί και στρατιώτες! Κάτω, ουρέ χαντακωμένοι, τα κρουμίδια και οι ελιές, γιατί σήμερα είναι Χριστούγεννα, δηλαδή πασκαλιά, κι’ ημείς είχαμε χαμένα τα πασκάλια μας, το μαγκουφαρειό! Διάλυση! Γέλοια και χαρές αντήχησαν από τα στόματα των ευζώνων στα λόγια του λοχία. Σε λίγο ήρθε ένας στρατιώτης και πήρε το κρέας. Ημείς ξαπλωθήκαμε γλυκά-γλυκά σα να ήμασταν στον κόρφο του Θεού, ως τες έντεκα, που μας ξύπνησε ο αξιωματικός να φάμε. Κάναμε ένα φαγί τετρακούβερτο. Το τραπέζι δεν σηκώθηκε ως τες έντεκα της νυχτός. Φαγί, πιοτί, τραγούδι, χορός και γλέντι. Κοιμηθήκαμε από τες έντεκα κι’ ύστερα, και τα χαράημερα σηκωθήκαμε, αποχαιρετήσαμε τον καλό τον αξιωματικό και τους άξιους στρατιώτες του, και τραβήξαμε ίσια για την Καλαμπάκα και τα Τρίκαλα, φορτωμένοι κυνήγι κι’ έχοντας μια πολύ όμορφη ανάμνηση των Χριστουγέννων, που κάναμε ψηλά στον Πίντο».

Advertisements