Η Βυθομέτρηση της Δρακόλιμνης

Το καλοκαίρι του 1974 ο συγγραφέας Λάμπρος Μάλαμας αποδέχεται τη πρόσκληση του «Ορειβατικού Συλλόγου Κόνιτσας» και ανεβαίνουν μαζί στη Δρακόλιμνη για να επιχειρήσουν τη πρώτη επιτυχημένη βυθομέτρησης της λίμνης. Ως τότε η Δρακόλιμνη εθεωρείτο απύθμενη και δεν ήταν λίγοι αυτοί που πίστευαν ότι μέσα στα παγωμένα της νερά ζούσαν ακόμη και τέρατα. Στο βιβλίο του «Ελλάδα, Μορφές και είδωλα» ο Λάμπρος Μάλαμας μας εξιστορεί αυτή τη προσπάθεια…

«Ξεκίνημα  για βυθομέτρηση 

Γυρίζω στο καταφύγιο. Πίνω το ρόφημα μου. Ο ήλιος στ’ αειπάρθενα βουνά την όψη μας γλυκαίνει. Είμαστε όλοι έτοιμοι για ν’ αποχαιρετίσουμε το φιλόξενο κατάλυμα μας. Μερικοί φορτώνονται και ξεκινάν κατά που βγαίνει ο ήλιος…

Άλλοι γράφουνε βιαστικά τις εντυπώσεις τους σε κάποιο λεύκωμα που ‘ναι σ’ ένα ντουλάπι για κάθε ορειβάτη, βιβλίο να προστατεύεται από υγρασίες κι αρουραίους. Επιμένουν, κάτι να γράψει και η δική μου ταπεινότητα. Σαν τι να πρόσθετα, και τι να εμπνεόμουνα; Όλα εκεί γύρω, ήταν μια ποίηση τόσο κρουστή και μεγαλόπρεπη λαμπρή κι ομηρική, που όποια πέννα δυνατή δεν έχει την ανάλογη πνοή να τα συλλάβει, να τα πλάσει. Στην επιμονή τους όμως, έβγαλα το στυλό και χάραξα πολλές αράδες μ’ έναν οίστρο της στιγμής, που λίγα ίσως να  ‘ναι περίπου σαν και τούτα: Σαν είναι νύχτα ή αυγή εδώ πάνω, την ώρα που τα Γούδια κουρνιάζουν στις ερμοσπηλιές της Γκαμήλας και του Πλόσκου, της Αστράκας και του Πάπιγκου, και στις αλπικές Δρακόλιμνες ποθοπλαντάζουν οι ορεινές νεράιδες, τα στοιχειά της μυθοφαντασίας του λαού μας, κ’ η συναυλία από τις περδικολαλιές, σμίγει με των κοπαδιών τα κουδουνολαλήματα, και με τ’ ασίγαστα βουητά του καταράχτη της Ρωμιόβρυσης, τα κελαρίσματα των ρυακιών σα λιώνουμε νωχελικά τα χιόνια από τα πλάγια, χαιρετώ με τους ορειβάτες της Κόνιτσας, όλα τούτα τ’ απαράμιλλα θάματα της ηπειρώτικης κορφοβουνήσιας φύσης. Μ’ ένα μοιρολόι και μ’ ένα κλέφτικο τραγούδι χαιρετώ την Τύμφη και την Πίνδο, την Ήπειρο και την Ελλάδα, την αλήθεια της ζωής και το θαματουργό τον άνθρωπο του εικοστού αιώνα..

Κλείνουμε το βιβλίο των αυθόρμητων αισθηματικών καταγραφών σε θήκη, καθώς και το ερημικό καραουλένιο εκείνο σπίτι, και παίρνουμε κατήφορο για μια κοιλάδα, πέρα, να φτάσουμε τους άλλους συντρόφους… Κάτω η Ρωμιόβρυση φκιάχνει δικό της ποταμό, και μια καθάρια λίμνη πάνω σε σταχτί και μαύρο κούφιο χώμα. Διαβαίνουμε την άκρη της κ’ οι βλάχοι αρμέγουνε τα πρόβατα παρέκει σε μια στρούγκα. Έχουν εδώ τη στάνη τους για ξεκαλοκαιριάσματα… – Καλότυχοι αυτοί. Μου λέει ο Σωτήρης. Και τ’ απαντώ: «Καλότυχα ‘ναι τα βουνά ποτέ τους δε γερνούνε μόν’ καρτερούν την άνοιξη τ’ όμορφο καλοκαίρι…».

Κόβουμε δρόμο. Γαυγίζουν τα σκυλιά. Βγαίνει γοργά, χουγιάζει ο γερο – Δόσης. – Που πάτε όρε παιδιά; Δεν τηράτε και που τα σκυλιά φυλάν τα έρμα από τους λύκους; Εδώ έχει φίδια μπόλικα σε τσαρποτόπια και σε γρέβια. Τώρα που σκάει ο γήλιος ξετρυπώνουν τα ρημάδια για να ζεσταθούν, κι έρχουνται ως τη λίμνη σουριχτά, ρουφάν, καταβολιάζουν. –  Έι ορέ μπάρμπα λέβεντα, πάμε για τη Δρακόλιμνη. Δεν τα φοβόμαστε τα φίδια, τα πολεμάμε, τα σκοτώνουμε… – Καλά, μα εδώ έχει βλησίδια. Προχτές μου φάγανε δυό ζωντανά, μου τα φαρμάκωσαν και ψόφησαν, και μου τα κάνανε αδραχτικά ξημέτια στα γεράκια. Ελάτε ορέ να σας δώκω γάλα και χλωρό τυρί. – Να ‘σαι ατσαλένιος γέροντα, σαν τούτα τα βουνά μας! Σκιάζει με  δυό πετράκια τα σκυλιά, τα ξεμακραίνει πέρα. Τόνε σιμώνουμε κοντά. Του σφίγγουμε το χέρι. Είναι γεροτσελίκαρος, λαμπάδα το κορμί του. Λερό το μαύρο φέσι του, κι άσπρα μαλλινοσκούτια. Χωρίζει η πέτσινη λωρίδα στο γιλέκο του, πο ‘χει δεμένο τον πριόβολο’ κι άλλη παρόμοια, που κρατάει, σουγιά στο μπουραζάνι. Αδρός και ροδοκόκκινος του δίνουμε τσιγάρο, μας φέρνει γάλα και τυρί. Τον φχαριστάμε και βιαζόμαστε. Μας λέει μυθοκοπήματα για στοιχειωμένα ζούδια, για λίμνες και για δράκοντες που έπλαθαν παλιότερα οι αδύναμοι, να καταλάβουνε της φύσης τα στοιχεία. Ο μπάρμπα – Δόσης είναι απόλαυση. Μα οι πρώτοι αλάργεψαν πολύ, χάσαμε τον τουρό τους. Κινάμε και βαδίζουμε σ’ ένα χιονόπατο ανήφορο, στα Ριζιμιά του Πλόσκου. Πέρα τα πρόβατα βοσκούν. Γκαήλια και κοράκια αργοπετούν στα ρέματα κι οσμίζουνται για σάρκες. Εδώ λαμπιρίζει ο ήλιος τη χιονοστιβιά, κι εκεί σ’ άνεμου χιονομάζωμα, ξεκόβεται ένα μπόι.  Μα η Δρακόλιμνη ακόμα να φανεί… Γλιστράμε μες σε γούπατα, τσουρουφλιζόμαστε στα χιόνια. Κι υστερ’ από δυο ώρες, φτάνουμε και τηνε βρίσκουμε στ’ απόκρυφο της οροπέδι.

Η Δρακόλιμνη

Απερίγραφτη και ξαφνιαστή χαρά μας κυριεύει όλους. Τόσο απέραντη κι ανακουφιστική χαρά, σαν κείνη που νιώθουν σύψυχα οι εκπορθητές, πάνω στο ύψωμα της νίκης. Νερορουφίχτρα η Δρακόλιμνη, μαυριδερή ολόγυρα τηνε πετροβολάμε. Κρύβουνται και τα μικρούλια σαβροβάτραχα που πλέουν στα ρηχά της. Μικροί λοφίσκοι οι πάγοι στην καρδιά της. Από δεξιά μεριά μας πιάνει δέος. Όγκοι ασάλευτοι κυματιστά χιονοβουνάκια. Είμαστε πάλαφροι κι ανίδρωτοι. Αποθέτουμε τα σέα σε μιαν αχιόνιστη μεριά. Χοροπηδάμε, τρέχουμε στα πετρωμένα χιόνια. Τηνε κοιτούμε και την καμαρώνουμε με τα λευκόπεπλά της. Λιαχτίνες ιριδίζουνε στα κρύσταλλα, σαν ισχυροί καθρέφτες καταηλιού. Θαμπώνουν και δακρύζουνε τα μάτια μας. Πάμε αντίκρυ στην ξηροπλαγιά για να κοντράρουμε σε αντηλιά. Στοχάζομαι, πως μύρια χείλη την ανάφερναν από τα βάθη των καιρών, σα στοιχειωμένη κι ανυπόταχτη αιθέρια λίμνη των βουνών, με ξωτικά παραμυθιών, φαντάσματα και τέρατα. Και τάχα πως κρύβονται στα μελανά νερά, σε βύθια ακαταμέτρητα, δράκοι και μουρκαλοβατάρικα κριάρια, που όλα τώρα εξαφανίστηκαν στη θαρραλέα, καθαρή κι αντρίκια παρουσία των νιων ορειβατών της Κόνιτσας. Λυπάμαι για το σημείο που έφταναν άλλοτε οι φόβοι κ’ οι προλήψεις, οι δεισιδαιμονίες κ’ οι μυθοκοπιές. Θυμάμαι για τη θρυλική Δρακόλιμνη το βιβλίο του καλού και σεβαστού μας λόγιου Κ. Λαζαρίδη, που είχε καταγράψει σχετικά τα μυθολογικά της. Ο Σωτήρης με τ’  άλλα παλικάρια δε χασομεράει. Μια φωτογραφίζει, και μια, σταφνίζει τη βαρκούλα. Τηνε φουσκώνουν με την τρόμπα πιο γερά και σφίγγουν τη βαλβίδα. Να κι άλλοι δυο αργόποροι ορειβάτες. Είναι ο Τάσος ο ιστοριοδίφης και μερακλής φυσιολάτρης με τα χιουμοριστικά τα κέφια του και με το σύντροφο του Παντελή. Βουτάν τη λαστιχόβαρκα δυο τρεις με το Σωτήρη και αμολάνε τα κουπιά της. Παίρνουν σκοινιά και δένουνε μεζούρες και μετράνε. Τα τριγυρίζουν όλα τα σημεία της. Το πιο βαθύ της 5  μέτρα. – Κατόρθωμα! Αγγίξαμε τον παρθενικό πυθμένα της. Φωνάζει ο Βαγγέλης. – Μπράβο μας!   Επικροτεί κι ο Γιάννης. – Ας ήταν τώρα ο Τεπελενλής και θα του δείχναμε του σατανά ακόμα μια φορά το τι θα πει ρωμέικο μυαλό. Χμ, κίνησε κάποτε ο βεζύρ’ – Αλής με φορτωμένες βάρκες και με δούλους και τόνε τρόμαξε, τον πισωγύρισε μια μπόρα απ’ το Καπέσοβο, και πάει στα Γιάννινα με τη σαλβάρα μουσκεμένη! !

Κράζει ο Τάσος και στέκει αψηλά, σα να ζητάει για το ρεκόρ της βυθομέτρησης να βγάλει και λογίδριο. Έτσι, από δω και πέρα μπαίνει ορόσημο στην αποκάλυψη των μυστικών της Δρακόλιμνης. Οι μύθοι και οι μισοενέργειες αλλουνών καταχωρούνται στο ιστορικό της ξωτικής τυμφαίας νύφης, που στέκει αιώνια λαμπερή σε τούτ’ τα κορφοβούνια. Ανεβαίνω ψηλά, από τ ανατολικά τα όχτια της, σ’ έναν προβλήτα τρομερό, σε κάποιο μετερίζι. Από δω κρατάω την ανάσα μου, και βιγλίζω στα βάθη του ορίζοντα πένθιμο και επιβλητικό απ’ τη ματοβαφιά του εμφυλίου, σαν αρχιεπίσκοπο το Σμόλικα, που είναι το πιο ψηλό βουνό μετά τον πατριάρχη Όλυμπο. Από τη λίμνη τη σμολικιανή πετούσ’ εκείνος ο δράκος της κατά ένα μύθο, πέτρες στον ομοιό του της Δρακόλιμνης και του κουνούσε τα νερά, κι έβγαινε το επιβητόρικο κριάρι κι έχαφτε σε κάθε πετριά σαράντα πρόβατα… Πέρα, χτισμένα σε απότομα και δασωμένα πλάγια, λάμπουν από τον ήλιο, σα να καίγουνται, οι τσίγκινες στέγες στα χωριά Πάδες και Παλιοσέλι. Πίσω από το Ροΐδοβούνι κρύβεται το Ελεύθερο κι ανάμεσα, μες στη δασ’ πηχτή κοιλάδα του, αργοκυλάει ο Αώος!… Δεξά κοντά μας η Γκαμήλα, μ’ απότομες, θεόρατες βαθιές χαράδρες, χάη. Πίσω της κατά τη Δύση το Βραδέτο, και το Τσεπελοβίτικο. Πιο πάνω, το  βουνό Κλαρί και σε συνέχεια το Βρυσοχώρι κι ο Αβάλος. Θαυμάζω όλα τούτα τα βουνά μα και τον κόσμο πό ‘ζησε παλιότερα γύρω σ’ αυτά, κι εφεύρισκε με φαντασία αξεπέραστη σοφιστικά μυθοκοπήματα, ποιητικές επινοήσεις. Μου ‘ρχεται στο νου του Γάλλου Κρουαζιέ η εξύμνηση για το αδούλωτο της Ρωμιοσύνης πνέμα: Στη φαντασία των Ελλήνων, δε νύχτωσε ποτέ. Ακόμα και στις πιο σκοτεινές και δουλικές καταστάσεις, το πνέμα τους γεννούσε φώτα και αγωνίζουνταν να καταυγάζει όλο τον κόσμο!… Σκέφτομαι, πως όταν εδώ πάνω το πετρίτσι τροχούσε το ράμφος του σε βράχια και κοτρώνια αντίαχα κι άκουγε ο παλιός βοσκός κρωξίματα, των τσακαλιών το ούρλιασμα σε αστραποκαμμένα κουφάλα, τα ξήγαε πως είναι δράκουλες κι όταν πλανιόταν οι αντίπαλοι μες στα φαράγγια τα ‘λεγαν πως είναι αγριοφυσήματα στοιχειών πού βγαίνουν για παγάνες. Σήμερα όμως, τα παραμύθια, μένουν παραμύθια κ’ οι ορειβάτες αλωνίζουνε πανηγυρίζοντας τη λίμνη. Κατεβαίνω από το παρατηρητήριο. Μπαίνουμε λίγοι λίγοι, όλοι με τη σειρά στη βάρκα σαλεύουμε τα μαυρονέρια τα θολά και παίζουμε με τα κουπιά με τις τσουλήθρες και τα χιόνια. Κυλάμε τα παγόβουνακια, γίνουνται κύματα πλατιά, κ’ η λίμνη ανασαίνει με βόγγους, σα λαβωμένο θηρίο, που αγριεύει κι απειλεί να μας καταβροχθίσει. Κάνουμε «ρόβουλο» και σκι με δίχως χιονοπέδιλα. Τρώμε και τραγουδάμε και σουλατσάρουμε, ενθουσιασμένοι από πρωτόφαντες χαρές… Ίσαμε το δειλινό, ετοιμαζόμαστε για το φυγιό μας… Ο αδερφός Σωτήρης έβγαζε φτερά. – Τι ευτυχισμένοι θα ‘τανε οι άνθρωποι στο φυσικό τους περιβάλλον! Και τι ευτυχία που νιώσαμε τούτες τις ώρες εδώ πάνω! Μου λέει με γεμάτη την καλλιτεχνική ψυχή από δικιολογημένη έξαρση.

– Μακάρι! Του υπερθεματίζω. Οι άνθρωποι και οι λαοί από δω κι εμπρός να καταχτούνε όλο και πιότερες στη φύση τους χαρές. Αυτό θα γίνεται σιγά – σιγά και θ’  αγκαλιάζουνε γλυκά, θα γεύουνται όλο και πιο πολλά ευτυχισμένα οράματα.

 10 Ιούνη  1974

Advertisements